Η αιτία της ανατροπής βρίσκεται στην ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή. Πριν από την πρόσφατη σύγκρουση, η Ευρώπη πίστευε ότι είχε αφήσει πίσω της τον εφιάλτη του πληθωρισμού. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ ανέμεναν ότι ο πληθωρισμός θα υποχωρούσε κάτω από τον στόχο του 2%, ενώ η γενική εικόνα φαινόταν σταθερή.
Αυτό ανατράπηκε απότομα. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έφτασε το 3,2% τον Μάιο (από 3% τον Απρίλιο), καθώς οι τιμές ενέργειας εκτινάχθηκαν κατά 10,9% σε ετήσια βάση. Το αργό πετρέλαιο παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο που διατηρεί αμείωτες τις πληθωριστικές πιέσεις.
Ακόμα πιο ανησυχητικό για την ΕΚΤ είναι ότι ο δομικός πληθωρισμός, ο οποίος εξαιρεί ενέργεια και τρόφιμα, ανέβηκε επίσης στο 2,5%, κυρίως λόγω του υψηλότερου κόστους υπηρεσιών. Ένα πρώτο σήμα ότι η ακρίβεια της ενέργειας διαχέεται και στις υπόλοιπες τιμές – κι αυτό είναι ο χειρότερος εφιάλτης μιας κεντρικής τράπεζας.
Οι συγκλίνουσες εκτιμήσεις των αναλυτών είναι απόλυτες. Τα futures αποτυπώνουν σχεδόν πλήρως την πιθανότητα αύξησης κατά 25 μονάδες βάσης, η οποία θα οδηγήσει το επιτόκιο καταθέσεων από το 2,00% στο 2,25%.
Η UniCredit είναι κατηγορηματική. Εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα αυξήσει σχεδόν σίγουρα τα επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης την Πέμπτη.
Αρκετά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας -τόσο «γεράκια» όσο και «περιστέρια»- έχουν ήδη δώσει σήμα για αυτήν την κίνηση. Η Wells Fargo συμφωνεί, εκτιμώντας ότι το μακροοικονομικό σκηνικό έχει εξελιχθεί με βάση το «δυσμενές σενάριο» που είχε παρουσιάσει η ΕΚΤ τον Μάρτιο, δηλαδή με συνεχιζόμενες διαταραχές στις μεταφορές, μειούμενα αποθέματα ενέργειας και αυξημένες τιμές.
Το Bloomberg, σε δύο διαδοχικές δημοσκοπήσεις αναλυτών, επιβεβαιώνει το ίδιο πράγμα: οικονομολόγοι προβλέπουν δύο αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης εντός του 2026, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο.
Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και το Reuters. Η πλειοψηφία των οικονομολόγων που συμμετείχαν σε έρευνά του αναμένει αύξηση τον Ιούνιο και τουλάχιστον μία ακόμη φέτος, για να αποτραπεί η μετάδοση του ενεργειακού σοκ στον «πυρήνα» του πληθωρισμού.
Εξάλλου, η ίδια η ΕΚΤ έχει δώσει σαφή σήματα. Η Isabel Schnabel, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου, δήλωσε ότι η αύξηση επιτοκίων τον Ιούνιο είναι αναγκαία, ακόμα και αν η κρίση στη Μέση Ανατολή επιλυθεί γρήγορα. «Δεδομένης της έντασης και της επιμονής του παρόντος σοκ, το “να αγνοήσουμε” δεν είναι πλέον επιλογή», ανέφερε.
Η απόφαση πάντως δεν είναι εύκολη. Τα μέλη της ΕΚΤ αντιμετωπίζουν δίλημμα καθώς οι αυξήσεις επιτοκίων για τον έλεγχο του πληθωρισμού κινδυνεύουν να βυθίσουν μια ήδη εύθραυστη οικονομία σε ύφεση.
Ο Holger Schmieding, επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg, μιλά ανοιχτά για «λάθος»: «Αν η ΕΚΤ αυξήσει τα επιτόκια τον Ιούνιο, αυτό θα επιδεινώσει την οικονομική δυσχέρεια. Αν ακολουθήσουν και άλλες αυξήσεις, πιθανότατα θα καταλήξουμε σε ήπια ύφεση αντί για απλό στασιμοπληθωρισμό».
Σημαντική είναι και η επισήμανση της Goldman Sachs σύμφωνα με την οποία η ίδια η προσδοκία αύξησης επιτοκίων έχει ήδη οδηγήσει σε πιο αυστηρές χρηματοοικονομικές συνθήκες. «Η μετάδοση της σφιχτής πολιτικής βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη», σημειώνει η τράπεζα.
Η ING επισημαίνει ότι η άνοδος του πληθωρισμού από το 1,9% τον Φεβρουάριο στο 3,2% τον Μάιο οφείλεται κυρίως στις τιμές της ενέργειας. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα εξωγενές σοκ και όχι για υπερθέρμανση της εγχώριας ζήτησης, που συνήθως δικαιολογεί αύξηση επιτοκίων.
Ακόμη και οι σκεπτικιστές παραδέχονται ότι η ΕΚΤ δεν έχει μεγάλα περιθώρια να «κοιτάξει αλλού». Το βασικό ζήτημα είναι η αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής. Η Morgan Stanley εκτιμά ότι η ΕΚΤ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη επιλογή: πόση «ασφάλεια» πρέπει να ενσωματώσει στις αποφάσεις της, ώστε να μην χαθεί ο έλεγχος των πληθωριστικών προσδοκιών. Σε αυτό το πλαίσιο, τουλάχιστον δύο αυξήσεις επιτοκίων θεωρούνται πιθανές.
Πάντως, στη συνεδρίαση του Απριλίου, η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ ανέφερε ότι η απόφαση διατήρησης επιτοκίων ήταν ομόφωνη, αλλά παράλληλα αναγνώρισε ότι οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό και οι καθοδικοί για την ανάπτυξη έχουν ενταθεί.
Με τον πληθωρισμό πάνω από τον στόχο, τις βραχυπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες να ανεβαίνουν και τις αγορές να τιμολογούν κίνηση με σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα, η ΕΚΤ αναμένεται να κάνει ό,τι ήδη έχει «επικοινωνήσει»: να αυξήσει δηλαδή τα επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι το «αν», αλλά τι θα πει η Λαγκάρντ για το «τι έπεται».
