Μία από τις μελανότερες σελίδες στη νεότερη ελληνική ιστορία είναι αναμφίβολα ο Εθνικός Διχασμός. Πρόκειται για μια διαμάχη βενιζελικών και φιλοβασιλικών με αφορμή την έξοδο της χώρας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ που επιθυμούσαν οι πρώτοι ή όχι, το οποίο ήταν επιθυμία των οπαδών του Κωνσταντίνου Α’.
Ο Εθνικός Διχασμός ξεκίνησε το 1915, ωστόσο η διαμάχη των δύο πλευρών χρονολογείται από πολύ νωρίτερα, το 1909. Δεν θα ασχοληθούμε σήμερα εκτενώς με τον Εθνικό Διχασμό, αλλά με τα αιματηρά επεισόδια που συνόδευσαν τον σχηματισμό της «Προσωρινής Κυβέρνησης» ή «Κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης» υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο και έδρα τη Θεσσαλονίκη, ιδιαίτερα αυτό της Απειράνθου Νάξου που ήταν και τα πλέον αιματηρά.
Πώς φτάσαμε στον σχηματισμό της «Κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης»;
Οι αλλεπάλληλες διαμάχες Βενιζέλου-Κωνσταντίνου στη διάρκεια του 1915 για συμμετοχή στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, η παραίτηση Βενιζέλου στις 21/9/1915 από την πρωθυπουργία και ο σχηματισμός κυβέρνησης υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη οδήγησαν σε απόβαση των Αγγλογάλλων στη Θεσσαλονίκη και κατάληψη της Καβάλας από γερμανικά και βουλγαρικά στρατεύματα. Η κυβέρνηση Ζαΐμη παραιτήθηκε και σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Σκουλούδη (Οκτώβριος 1915-Ιούνιος 1916). Ο Σκουλούδης λειτουργούσε σαν εντολοδόχος του βασιλιά. Προκηρύχθηκαν νέες εκλογές, στις οποίες αρνήθηκε να συμμετάσχει ο Βενιζέλος. Πρωθυπουργός ανέλαβε και πάλι ο Αλέξανδρος Ζαΐμης (κυβέρνηση διορισμένη από το «Συμβούλιο του Στέμματος»), στις 9 Ιουνίου 1916. Όμως οι αδέξιοι χειρισμοί του Σκουλούδη στο θέμα των σχέσεων με την Αντάντ οδήγησαν στη δημιουργία του Κινήματος Εθνικής Αμύνης, που έλεγχε το λεγόμενο «Κράτος της Θεσσαλονίκης». Επρόκειτο για ένα είδος πραξικοπήματος εναντίον της Κυβέρνησης της Αθήνας. Το Κίνημα εκδηλώθηκε στις 16 Αυγούστου 1916 και υποστηρίχθηκε από φιλοβενιζελικούς αξιωματικούς και τις συμμαχικές δυνάμεις της Θεσσαλονίκης. Ο Βενιζέλος, που είχε υποκινήσει το Κίνημα, στις 26/9/1916 πήγε στα Χανιά όπου και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση με επικεφαλής τον ίδιο και τους: Ναύαρχο Κουντουριώτη και Στρατηγό Δαγκλή. Από τα Χανιά πήγαν στη Θεσσαλονίκη όπου ήταν η έδρα της «Προσωρινής Κυβέρνησης». Οι Σύμμαχοι απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί και ο βασιλιάς έφυγε για την Ελβετία στις 15 Ιουνίου 1917. Τη θέση του ανέλαβε ο δευτερότοκος γιος του Αλέξανδρος που ήταν αρεστός στην Αντάντ. Στις 13 Ιουνίου 1917 ο Βενιζέλος ήρθε στην Αθήνα και συγκρότησε κυβέρνηση με ανασύσταση της «Βουλής των Λαζάρων». Έπειτα, η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο της πλευράς της Αντάντ και η σημαντική συμβολή της σε αυτόν οδήγησε στη συνθηκολόγηση των Βουλγάρων και την αρχή του τέλους για τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες.
Το 1ο Τάγμα του Στρατού της Εθνικής Αμύνης παρελαύνει στη Θεσσαλονίκη πριν μεταβεί στο μέτωπο
Οι «Επίστρατοι» και τα γεγονότα της Χαλκιδικής
Ο Βενιζέλος είχε να αντιμετωπίσει τους λεγόμενους «Επίστρατους». Επρόκειτο για παρακρατικές ομάδες που είχε ιδρύσει ο Ιωάννης Μεταξάς και αποτελούνταν από απολυθέντες στρατευμένους. Κάποιοι θεωρούν τους «Επίστρατους» ως «συγγενείς» με πρώιμες φασιστικές οργανώσεις της εποχής. Η κυβέρνηση Βενιζέλου φρόντισε να επιβάλει άμεσα στρατιωτικό νόμο για να εξουδετερώσει τους αντιφρονούντες (φιλοβασιλικούς). Τέτοιοι υπήρχαν ακόμα και στην Κρήτη, ιδιαίτερα στο Ηράκλειο και τα γύρω χωριά. Στη Μεγαλόνησο υπήρξαν ένοπλες συγκρούσεις, με νεκρούς και τραυματίες, καταστροφές και λεηλασίες, φυλακίσεις και εκτοπίσεις. Τουλάχιστον 20 άτομα έχασαν τη ζωή τους. Επικεφαλής των αντιφρονούντων ήταν ο Α. Μιχελιδάκης αντίπαλος του Βενιζέλου από τα παλιά, ο οποίος είχε διοριστεί γι’ αυτόν τον λόγο Υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Σκουλούδη. Οι συλληφθέντες είχαν απάνθρωπη αντιμετώπιση:
«Αι συλλήψεις εγένοντο ομαδικώς και οι μεταφερόμενοι εδένοντο με σχοινιά από τας χείρας, εκοπρίζοντο (αφόδευαν πάνω τους) δε καθ’ οδόν διότι δεν τους επέτρεπον να αποπατήσουν και επτύοντο και εξυβρίζοντο από τους Βενιζελικούς, οι οποίοι κατείχον τα πεζοδρόμια των οδών δι’ ων θα διήρχοντο…».
Στέφανος Σκουλούδης
Αντιδράσεις και αιματηρή καταστολή υπήρχαν και στη Σάμο, όπου συνεχίστηκαν ως τις αρχές του 1917. Όταν άρχισε να επιβάλλεται υποχρεωτική στρατολογία στις περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της «Προσωρινής Κυβέρνησης» ξέσπασαν ταραχές. Πιο ακραία περίπτωση ήταν η Χαλκιδική που ξεσηκώθηκε με πρωταγωνιστές τους «Επιστράτους». Εναντίον τους στάλθηκε αρχικά ο Λοχαγός Γεώργιος Κονδύλης, γνωστός για τη σκληρότητα και τις βάναυσες μεθόδους του. Στις 11/9/1916 έγινε πολύνεκρη μάχη για την κατάληψη της Γαλάτιστας. Σύμφωνα με προκήρυξη του Κονδύλη σκοτώθηκαν 12 Επίστρατοι, αλλά διέφυγαν άλλοι έξι. Με την ίδια προκήρυξη ο Κονδύλης επικήρυξε «τας κεφαλάς» έξι «πρωταιτίων» που διέφυγαν και υποσχέθηκαν αμοιβή σε όποιον σκότωνε ή κατέδιδε έναν από αυτούς. Και ακόμα: «Αι οικίαι την επικηρυσσόμενων θα κατεδαφισθώσιν εντός της σήμερον και η περιουσία των θα δημευθεί και αι οικογένειαί των θα απελαθώσιν… Απαγορεύεται εις πάντας τους κατοίκους της Χαλκιδικής να χαιρετώσι, προστατεύωσι και τροφοδοτώσι τους επικηρυσσομένους. Ο παραβάτης της παρούσης θα υποστεί την βαρυτέρα των ποινών».
Για να βρεθούν οι καταζητούμενοι πυρπολήθηκαν σπίτια, βασανίστηκαν γυναίκες και εξορίστηκαν συγγενείς τους στη Λέσβο. Στον Πολύγυρο καταδικάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες ο Γ. Συνάπελος σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο και απαγχονίστηκε δημόσια. Η επιβολή της τάξης από τον Κονδύλη ήταν προσωρινή. Οι βίαια στρατολογημένοι λιποτάκτησαν και επέστρεψαν στα χωριά τους προκαλώντας ταραχές. Μεταξύ άλλων κατακρεουργήθηκε ο Ενωμοτάρχης Κοντογιάννης. Στάλθηκαν νέες δυνάμεις, υπό τον Ταγματάρχη Κ. Μπαρτσώκα για να επιβληθεί η τάξη και η στρατολογία στη Χαλκιδική (αρχές 1917). Ο Κ. Βεντήρης, 15 χρόνια αργότερα δέχεται την άποψη Κονδύλη για έναν απαγχονισμό και θεωρεί «μυθολογήματα» τις απόψεις των φιλοβασιλικών: «Συνέβησαν γεγονότα, άλλα θλιβερά, άλλα αξιοκατάκριτο. Ερμηνεύονται όλα όταν ληφθεί υπ’ όψιν ο φανατισμός του εμφυλίου πολέμου. Πάντως αι υπερβασίαι των στρατιωτών της Αμύνης δεν είχαν αφορμή απάνθρωπα δήθεν ένστικτα… Επεβλήθησαν αναποδράστως εκ της σφοδράς εξεγέρσεως των κατοίκων της Χαλκιδικής και εκ του χρέους του Ελληνισμού να συντάξει τάχιστα εθνικόν στρατών εναντίον των Βουλγάρων κατακτητών».
Όπως αναφέρει ο Ν. Γερακάρης (1936), μαζί με τον Μπαρτσώκα ήταν και ο διαβόητος Παύλος Γύπαρης. Στις 17/12/1916 πολιόρκησαν τον Πολύγυρο, τον οποίο και κατέλαβαν. Ακολούθησαν επιδρομές σε κωμοπόλεις και χωριά της Χαλκιδικής όπως η Αρναία. Εκτός από τις συμπλοκές, κάποιοι εκτελέστηκαν με απόφαση έκτακτου στρατοδικείου. Ο αριθμός των νεκρών ξεπέρασε τους 20. Η μετέπειτα έκθεση του Συνταγματάρχη Γ. Μπασακάρη κάνει μνεία για βιασμούς και βασανισμούς γυναικών.
Η σφαγή της Απειράνθου
Η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο όταν η «Προσωρινή Κυβέρνηση» επιχείρησε να επεκταθεί και σε περιοχές της Παλαιάς Ελλάδος που ήταν φανερά, εχθρικά διακείμενες απέναντί της. Έτσι, οδηγήθηκε στο μεγαλύτερο έγκλημα, αυτό της σφαγής της Απειράνθου. Τον Δεκέμβριο του 1916 αποβιβάστηκε στη Νάξο στρατιωτικό τμήμα της Προσωρινής Κυβέρνησης και αξίωσε την αναγνώρισή της από τους νησιώτες. Αρχικά, αρνήθηκαν οι κάτοικοι του χωριού Μονή. Με τη σύλληψη όμως του Προέδρου της Κοινότητας και άλλων 18, το χωριό υποτάχθηκε. Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στη Σύρο όπου «διαπομπεύθησαν και επτύσθησαν υπό των Βενιζελικών της Ερμουπόλεως» πριν φυλακιστούν.
Απείρανθος
Δεν υποτάχθηκαν όμως οι κάτοικοι της ορεινής Απειράνθου, οι οποίοι εκτός από κυνηγετικά και άλλα όπλα είχαν στην κατοχή τους, νόμιμη, άφθονη δυναμίτιδα για την εξόρυξη της σμύριδας, περιζήτητου ορυκτού της περιοχής. Οι Απεραθίτες πυροβολούσαν στον αέρα και έριχναν φυσίγγια δυναμίτιδας για εκφοβισμό. Επίσης «χλευαστικότατα και εξευτελιστικότατα προεκάλουν τον στρατόν», ακόμη και «δια στρατιωτικών σαλπισμάτων». (Νικηφόρος Γ. Κυπραίος, «Επαναστατικαί Σελίδες: Το Εθνικόν Κίνημα ανά τας Κυκλάδας», Σύρος, 1919). Οι 80 στρατιώτες που είχαν φτάσει στην Απείρανθο δεν αρκούσαν. Σύντομα ήρθαν άλλοι 250 και το τορπιλοφόρο «Θέτις». Την Κυριακή 1/11/1917 ο επικεφαλής Υπολοχαγός Δημήτριος Σαμαρτζής έστειλε τελεσίγραφο στην Απείρανθο. Αφού τόνιζε ότι 3 εκατομμύρια Έλληνες (υπερβολικός αριθμός) είχαν προσχωρήσει στην Προσωρινή Κυβέρνηση, μαζί και όλες οι Κυκλάδες κατέληγε: «… εάν δεν δηλώσετε ομοθύμως προσχώρησιν και δεν παραδώσητε τα υπάρχοντα όπλα εις εμέ, τα οποία θα σας επιστραφώσιν εν καιρώ, θα θεωρηθείτε ως εχθροί, το χωρίον θα κηρυχθεί εις κατάστασιν πολιορκίας, θα κηρυχθεί ο Στρατιωτικός Νόμος, θα συσταθεί έκτακτον Στρατοδικείον και θα κτυπηθείτε από ξηράς και θαλάσσης». Η συνέλευση των κατοίκων απέρριψε το τελεσίγραφο θεωρώντας το «ανάξιον οιασδήποτε απαντήσεως». Την επομένη, 2/1/1917, ο Σαμαρτζής πλησίασε πάλι το χωριό και ενημέρωσε τον πρόεδρο ότι θα κάψει την Απείρανθο. Ο πρόεδρος του είπε ότι εκτός από τους λίγους βενιζελικούς, οι άλλοι αρνούνται να στηρίξουν την «Προσωρινή Κυβέρνηση» γιατί θεωρούν «την προσχώρησιν ως αλλαξοπιστίαν».
Οι κάτοικοι παρακολουθούσαν όσα διαδραματίζονταν από τα δωμάτια των σπιτιών τους και την είσοδο του χωριού. Συνέχιζαν να ζητωκραυγάζουν υπέρ του βασιλιά και να αποκαλούν τους στρατιώτες, «προδότες». Τότε άρχισε το μακελειό. Πρώτο έριξε το «Θέτις», δύο βολές, από πυροβόλα των 75mm. Αργότερα, οι άνδρες του Σαμαρτζή, από απόσταση 80 βημάτων άρχισαν πυρ ομαδόν, και με ριπή πυροβόλου. Το πυρ συνεχίστηκε για 15’. Τότε, ο πρωθιερέας του χωριού ύψωσε λευκή σημαία. 32 ήταν οι νεκροί Απεραθίτες και 44 οι τραυματίες. 15 από αυτούς έμειναν ανάπηροι. Ο βενιζελικός Ανθυπολοχαγός Κυπραίος αναφέρει 28 νεκρούς και 44 τραυματίες (ίσως 4 από αυτούς υπέκυψαν αργότερα). Ο Σαμαρτζής έδωσε διαταγή για «πυρ ομαδόν» χωρίς να δέχεται πυρά. Το μόνο που έκαναν οι Απεραθίτες ήταν να βρίζουν τους στρατιώτες.
Μνημείο των νεκρών της Απειράνθου
Οι όποιοι πυροβολισμοί δεν ρίχνονταν προς αυτούς. Επρόκειτο για σφαγή αμάχων, μετά την οποία, 120 κάτοικοι του χωριού υποχρεώθηκαν να ανοίξουν λάκκο έξω από το χωριό όπου έθαψαν χωρίς άλλες διατυπώσεις τους νεκρούς. Ανάμεσά τους ήταν 7 αγόρια και ανήλικοι, 4 γέροντες και 12 γυναίκες (οι 4 έγκυες…). Στους τραυματίες περιλαμβάνονταν 10 αγόρια και ανήλικοι, 2 γέροντες και 12 γυναίκες. Η Απείρανθος συνέχισε να αντιστέκεται για ένα μήνα ακόμα. Τελικά προσχώρησε στην «Προσωρινή Κυβέρνηση» με ομόφωνο ψήφισμα του κοινοτικού συμβουλίου στις 5/2/1917. Φαίνεται ότι ο Βενιζέλος στη Θεσσαλονίκη είχε την εντύπωση ότι στη Νάξο πολεμούν «Επίστρατοι» τους στρατιώτες της κυβέρνησής του, γι’ αυτό η εντολή του ήταν: «Μη φεισθείτε ουδενός» («Μην λογαριάζετε, μην υπολογίζετε κανέναν»).
Μόλις το 1920 η αποκάλυψη της σφαγής!
Πέρασαν τρία και πλέον χρόνια για να γίνει η αποκάλυψη της σφαγής! Η προσωρινή άρση της λογοκρισίας, τον Απρίλιο του 1920 οδήγησε σε εκατέρωθεν (από βενιζελικούς και φιλοβασιλικούς) αποκαλύψεις. Λεπτομέρειες έγραψε σε εφημερίδα ο Απεραθίτης μηχανικός και μετέπειτα καθηγητής του Πολυτεχνείου Δημοσθένης Ε. Πρωτοπαπαδάκης (αδελφός του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, ενός από τους 6 που εκτελέστηκαν το 1922). Η κυβέρνηση Βενιζέλου έσπευσε να καταθέσει (19/5/1920) νομοσχέδιο για την αποζημίωση των θυμάτων της Χαλκιδικής, της Απειράνθου (οι κάτοικοι της οποίας, κατά μία εκδοχή κατάγονται από την Κρήτη, ενώ το όνομά της προέρχεται από το φυτό «απέρρατθος» (είδος μαργαρίτας) ή απυρράθα
Η Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης του Ελευθέριου Βενιζέλου με έδρα τη Θεσσαλονίκη και οι που περιοχές είχε στον έλεγχό της – Τα βίαια επεισόδια σε Χαλκιδική, Σάμο και Κρήτη και η άρνηση της Απειράνθου να ενταχθεί στο «Κράτος της Θεσσαλονίκης»
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
