Το «μαζί τα φάγαμε», που ειπώθηκε από τον Θ. Πάγκαλο στην αιχμή  της οικονομικής κρίσης, δεν αντιμετωπίστηκε απλά ως μια προκλητική διατύπωση. Πολύ σωστά ο ελληνικός λαός εξέλαβε τη δήλωση σαν μια εξοργιστική πολιτική θέση, που σαν σκοπό είχε την απόπειρα επιμερισμού της βαριάς ευθύνης της χρεοκοπίας της χώρας.

Η κυβέρνηση πετούσε τη μπάλα στην εξέδρα, δηλαδή στον λαό που «δεχόταν» τη λογική των ρουσφετιών και την συναλλαγή με τους εκάστοτε πρόθυμους να δωροδοκήσουν για να υπάρξουν πολιτικά.

Σήμερα, η Ευρωπαία εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι δήλωσε στη συνέντευξή της στον Παύλο Τσίμα ότι έχει βαρεθεί να ακούει σχετικά με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, πως «έτσι γίνονται αυτά στην Ελλάδα». Φράση που  λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο, αν και εμφανίζεται πιο υπαινικτική, με το «μαζί τα φάγαμε». Και οι δύο δηλώσεις συγκροτούν ένα επικίνδυνο, ψευδές και προκλητικό αφήγημα: αυτό της συλλογικής ενοχής.

Τελικά το «μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου φράση που ξεπέρασε τη συγκυρία μέσα στην οποία ειπώθηκε, βρήκε μιμητές στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και η ιστορική πλέον δήλωση, αποκτά μια σχεδόν δομική σημασία για τον τρόπο που ασκείται η εξουσία.

Στην περίπτωση του «μαζί τα φάγαμε», η ευθύνη για τη δημοσιονομική εκτροπή και τη διαφθορά επιχειρήθηκε να επιμεριστεί στο σύνολο της κοινωνίας. Η λογική ήταν απλή αλλά βαθιά προβληματική: οι πολίτες, επειδή κάποιοι από αυτούς ενίοτε ωφελήθηκαν από πελατειακές σχέσεις, επειδή κάποιοι  συμμετείχαν  σε ένα σύστημα μικροεξυπηρετήσεων, δεν μπορούν να αξιώνουν κάθαρση. Άρα, η πολιτική τάξη δεν είναι η μόνη υπόλογη και κυρίως η ευθύνη δεν έχει ονόματα και διευθύνσεις.  Το σύστημα «λειτούργησε» επειδή το συντηρούσαν όλοι.

Πώς πίστεψε όμως ο Πάγκαλος ότι θα αθωώσει όλους όσοι έκαναν πλιάτσικο στην πλάτη του λαού τόσα χρόνια; Με το «μαζί τα φάγαμε»,  αποδυνάμωνε και  κάθε αίτημα λογοδοσίας. Αν όλοι είναι ένοχοι, τότε κανείς δεν είναι πραγματικά υπεύθυνος γιατί η ευθύνη διαχέεται, χάνει το βάρος της και τελικά εξαφανίζεται.

Σήμερα, μέσα από τις δηλώσεις της Κοβέσι για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, επανέρχεται μια συγγενής ρητορική, έστω και με διαφορετική μορφή. Το «έτσι κάνουμε τα πράγματα  στην Ελλάδα» δεν αποδίδει ευθέως ευθύνη στους πολίτες, την αποδίδει όμως έμμεσα γιατί υποδηλώνει κάτι εξίσου προβληματικό: ότι η διαφθορά και η κακοδιαχείριση είναι σχεδόν πολιτισμικά χαρακτηριστικά στη χώρα, χαρακτηριστικά τα οποία ο λαός έχει αποδεχτεί γιατί αποτελούν μια «κανονικότητα», ένα δεδομένο που δεν μπορεί να αλλάξει.

Αυτή η κανονικοποίηση της παθογένειας χρησιμοποιείται απόλυτα συνειδητά από αξιωματούχους της κυβέρνησης, ως ένας ακόμη μηχανισμός αποποίησης ευθυνών. Όταν κάτι είναι διαχρονικό και γενικευμένο, ψάξε βρες που βρίσκονται οι απαρχές των ευθυνών, με λίγα λόγια.  Δεν φταίει κάποιος συγκεκριμένα «έτσι είναι τα πράγματα», έτσι τα βρήκαν από τους προηγούμενους και για να χρησιμοποιήσω μια προσφιλή σχετική ατάκα «παραλάβαμε χάος».

Και στις δύο περιπτώσεις, ο κοινός παρονομαστής είναι η προσπάθεια εμπλοκής της κοινωνίας σε ένα σχήμα συνενοχής. Είτε μέσω της άμεσης κατηγορίας («μαζί τα φάγαμε»), είτε μέσω της έμμεσης πολιτισμικής γενίκευσης («έτσι γίνονται αυτά»), το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: αποδυναμώνεται η διάκριση ανάμεσα σε εκείνους που ασκούν εξουσία και σε εκείνους που την υφίστανται.

Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης και τότε και τώρα, παρουσιάζουν τον ψηφοφόρο τους ως έναν «συγκάτοικο στην παρανομία» (παραφράζοντας το τραγούδι συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα»). Σαν να εκκινούν δύο άνθρωποι από την ίδια θέση, να συναντιούνται σε ένα καφέ και να ανταλλάσσουν παράνομα επιταγές. Δεν είναι καθόλου έτσι όμως, καθώς η εξουσία έχει την ευθύνη να κυβερνά και ακεραιότητα και αξιοκρατία.

Αυτή η διάκριση,  είναι θεμελιώδης σε κάθε δημοκρατία. Δεν έχουν όλοι την ίδια ευθύνη για τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Δεν έχουν όλοι πρόσβαση στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων ούτε τη δυνατότητα να επηρεάσουν θεσμικά τη ροή των πόρων. Η εξίσωση πολιτών και κυβερνώντων στο επίπεδο της ευθύνης δεν είναι απλώς λανθασμένη, είναι πολιτικά επικίνδυνη και απόλυτα χυδαία.

Μπορούμε να ανοίξουμε μια δημόσια συζήτηση για το κατά πόσο οι Έλληνες-ίδες πολίτες έχουν ενσωματώσει αυτή την ενοχή ή είναι πεπεισμένοι -ες πως μόνο έτσι γίνονται τα πράγματα, με το να έχεις δηλαδή μπάρμπα στην Κορώνη. Δεν μπορούμε όμως να δεχτούμε πως ο ελληνικός λαός είτε νομιμοποιεί είτε έχει αφεθεί μοιρολατρικά σε αυτή τη σήψη την οποία εκφράζει απόλυτα η σημερινή κυβέρνηση. Απόδειξη το επίμονο αίτημα για δικαιοσύνη ή για «δηκεοσύνη» (μια ανορθογραφία με νόημα από την εποχή της δολοφονίας του Νίκου Σαμπάνη του 18χρονου ρομά από το Πέραμα). Αίτημα που επανήλθε δριμύτερο με το κίνημα των Τεμπών.

Όμως έχει σημασία να υπογραμμιστεί πως και οι Πάγκαλοι και οι Μητσοτάκηδες δεν επιθυμούν μόνο τη συλλογική ενοχή, αλλά ελπίζουν στην μετατροπή της σε  συλλογική αδράνεια. Γι’αυτό και η επίμονη προσπάθεια να πείσουν πως η κοινωνίες είναι ομοιογενείς παραβλέποντας  όσους πολίτες αντιστέκονται,  διεκδικούν,  αποκαλύπτουν.

Υπάρχουν δημοσιογράφοι που ερευνούν, δικαστικοί που επιμένουν, δημόσιοι λειτουργοί που δεν συμβιβάζονται. Και η κυβέρνηση έχει ανοιχτό πόλεμο με όλους αυτούς, με όλες εμάς.

Η κριτική που διατυπώνει η Κοβέσι, παρά την έντασή της, ανοίγει έναν σημαντικό χώρο συζήτησης, όχι για να επιβεβαιωθεί η ιδέα ότι «έτσι κάνουμε τα πράγματα στην Ελλάδα», αλλά για να απορριφθεί συλλογικά από την κοινωνία όπως απορρίφθηκε το «μαζί τα φάγαμε».

Για να τεθεί εκ νέου το ερώτημα της ευθύνης και να αναρωτηθεί η καθεμία ο καθένας από εμάς, αν διατρέχει τον κίνδυνο να πειστεί τελικά πως ποτέ, τίποτα δεν θα αλλάξει σε αυτή τη χώρα. Εκείνοι θα τα τρώνε και εμείς θα καλούμαστε να πληρώνουμε το μάρμαρο και την ευθύνη.