Το δράμα της αθλήτριας που ξεκίνησε ως πρόσφυγας για να κατακτήσει το όνειρο των Ολυμπιακών Αγώνων: Συνελήφθη στην Ελλάδα για διακίνηση μεταναστών και από κοινού με την αδελφή της Γιούσρα έγιναν γνωστές μέσα από την ταινία «The Swimmers» του Netflix – Πριν από λίγες ημέρες ελληνικό δικαστήριο την αθώωσε
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Ωστόσο, το 2018, η επιλογή της Σάρα Μαρντίνι να επιστρέψει στην Ελλάδα θα την έφερνε αντιμέτωπη με τη Δικαιοσύνη. Συνελήφθη στη Λέσβο και κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, διακίνηση μεταναστών, κατασκοπεία και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Παρέμεινε για περισσότερους από τρεις μήνες στη φυλακή, μέχρι να αφεθεί ελεύθερη με εγγύηση, ενώ η υπόθεσή της άρχισε να προκαλεί διεθνείς αντιδράσεις και έντονο προβληματισμό για την ποινικοποίηση της ανθρωπιστικής δράσης.
Η Σάρα ήταν μία από τους 24 εθελοντές-διασώστες της οργάνωσης ERCI, οι οποίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με κατηγορίες βαρύτατου κακουργηματικού χαρακτήρα. Πρόκειται για μια υπόθεση με παγκόσμιο αντίκτυπο, που απασχόλησε διεθνή μέσα ενημέρωσης και έγινε εμβληματική καθώς η ζωή μιας εκ των κατηγορουμένων είχε ήδη μεταφερθεί στον κινηματογράφο.
Ιδιαίτερη θέση στην υπόθεση έχει και η περίπτωση της S.L., κόρης Κινέζων μεταναστών και ιατρού σε νοσοκομείο της Βοστόνης. Απόφοιτος Μοριακής και Κυτταρικής Βιολογίας και Ιατρικής των Πανεπιστημίων Harvard και MIT, υπότροφος δύο φορές των Ιδρυμάτων Rockefeller και Howard Hughes, με ερευνητικό έργο δημοσιευμένο σε διεθνή ιατρικά περιοδικά, είχε επισκεφθεί τη Λέσβο τέσσερις φορές την περίοδο 2016-2018. Με προσωπικά της έξοδα και στα διαλείμματα των σπουδών της, πρόσφερε πρώτες βοήθειες σε πρόσφυγες στις παραλίες του νησιού και στην κλινική της Μόριας.
Η εθελοντική της δράση δεν περιορίστηκε εκεί: Κονγκό, Μεξικό, Ουκρανία και φυλακές της Βοστόνης συγκαταλέγονται στους σταθμούς της ανθρωπιστικής της παρουσίας. Κι όμως, βρέθηκε και εκείνη στο εδώλιο. Την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ανέλαβε, σε pro bono βάση, το δικηγορικό γραφείο Ποταμίτης – Βεκρής στο πλαίσιο της υποστήριξης ανθρώπων που διώκονται άδικα και δεν διαθέτουν τα μέσα για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. «Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου το προσφυγικό ζήτημα μπορεί να επανέλθει ανά πάσα στιγμή, η εθελοντική και ανθρωπιστική δράση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ποινικό αδίκημα. Η προστασία της ανθρώπινης ζωής και της αξιοπρέπειας οφείλει να αποτελεί σταθερή προτεραιότητα πέρα και ανεξάρτητα από πολιτικές συγκυρίες ή επιμέρους συμφέροντα», σχολίασε στο «ΘΕΜΑ» η εκπρόσωπος του νομικού γραφείου Νάταλι Ζουρένκο-Χρυσαγή.
Η δικαίωση
Η πρώτη δικαστική ανατροπή ήρθε τον Ιανουάριο του 2023, όταν και ο Αρειος Πάγος απέρριψε τις κατηγορίες περί κατασκοπείας και τα πλημμελήματα λόγω σοβαρών διαδικαστικών λαθών. Η οριστική δικαίωση, ωστόσο, ήρθε στις 16 Ιανουαρίου 2026. Το δικαστήριο αθώωσε ομόφωνα τη Σάρα Μαρντίνι και τους υπόλοιπους εθελοντές από την κατηγορία της διακίνησης μεταναστών, με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, κρίνοντας ότι οι πράξεις τους είχαν καθαρά ανθρωπιστικό χαρακτήρα και ότι δεν στοιχειοθετείται συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Οπως επισημάνθηκε χαρακτηριστικά, τα χρήματα που διακινήθηκαν αφορούσαν νόμιμες δωρεές και όχι προϊόντα παράνομης δραστηριότητας.
Η αθωωτική απόφαση έκανε αμέσως τον γύρο του κόσμου. Το BBC, ο «Guardian», οι «Seattle Times» και το RTE, μεταξύ άλλων διεθνών Μέσων, ανέδειξαν την υπόθεση ως σταθμό στη συζήτηση για τα όρια ανάμεσα στην ανθρωπιστική βοήθεια και την ποινική δίωξη. Για τη Σάρα Μαρντίνι, η οποία από την οθόνη του Netflix βρέθηκε να απολογείται σε ελληνικό δικαστήριο, η απόφαση αυτή σήμανε την αποκατάσταση όχι μόνο της προσωπικής της ελευθερίας, αλλά και ενός συμβολισμού που ξεπερνά την ίδια: ότι η αλληλεγγύη δεν μπορεί να μετατρέπεται σε έγκλημα.
Το κατηγορητήριο
Για να γίνει κατανοητό πώς η ιστορία της Σάρα Μαρντίνι, της γυναίκας που έγινε παγκόσμιο σύμβολο μέσα από το Netflix, κατέληξε στις δικαστικές αίθουσες της Ελλάδας, απαιτείται επιστροφή στο εκτενές και βαρύ κατηγορητήριο που συνέταξε η Εισαγγελία Εφετών Βορείου Αιγαίου. Ενα κείμενο δεκάδων σελίδων, το οποίο περιέγραφε με λεπτομέρειες τη φερόμενη δράση μιας ΜΚΟ και ομάδας εθελοντών στη Λέσβο, αποδίδοντάς της χαρακτηριστικά εγκληματικής οργάνωσης με διεθνή διασύνδεση.
Σύμφωνα με το κλητήριο θέσπισμα, η Σάρα Μαρντίνι συγκαταλεγόταν μεταξύ των προσώπων που, κατά την εισαγγελική κρίση, είχαν ενταχθεί και δραστηριοποιηθεί στην ΜΚΟ Emergency Response Centre International (ERCI). Η δράση της οργάνωσης τοποθετείται χρονικά στον Δεκέμβριο του 2015 έως και τις αρχές του 2018 και, κατά το κατηγορητήριο, δεν περιοριζόταν σε ανθρωπιστική βοήθεια, αλλά συνδεόταν με τη συστηματική διευκόλυνση της παράνομης εισόδου αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών στην ελληνική επικράτεια.
Η εισαγγελική αφήγηση έκανε λόγο για δομημένη και διαρκή εγκληματική δράση με διακριτούς ρόλους. Ορισμένα από τα κατηγορούμενα πρόσωπα εμφανίζονταν ως «διευθύνοντα μέλη», ενώ τα υπόλοιπα, μεταξύ αυτών και η Σάρα Μαρντίνι, φέρονταν να συμμετέχουν επιχειρησιακά «στο πλαίσιο κοινών αποφάσεων και συντονισμένων ενεργειών». Κεντρικό εργαλείο συντονισμού, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ήταν κλειστές και κρυπτογραφημένες ομάδες στην εφαρμογή WhatsApp, μέσω των οποίων διακινούνταν πληροφορίες για μεταναστευτικές ροές, χρονικά σημεία αναχώρησης λέμβων από τα τουρκικά παράλια, γεωγραφικές συντεταγμένες, καθώς και εκτιμήσεις για την εξέλιξη συγκεκριμένων πλεύσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση είχε δοθεί στο γεγονός ότι κατά την εισαγγελική εκτίμηση οι πληροφορίες αυτές διαβιβάζονταν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των αρμόδιων ελληνικών λιμενικών αρχών, με αποτέλεσμα οι μετανάστες να εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος χωρίς τον έλεγχο που προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία. Στο κείμενο περιγράφονται 11 συγκεκριμένα περιστατικά από το 2016 και το 2017, κατά τα οποία φέρεται να επιχειρήθηκε η διευκόλυνση της εισόδου δεκάδων πολιτών τρίτων χωρών, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε χωρίς αποτέλεσμα, λόγω επέμβασης της Τουρκικής Ακτοφυλακής ή ενημέρωσης των Αρχών από τρίτους φορείς. Το κατηγορητήριο παραθέτει αυτούσια αποσπάσματα συνομιλιών, μεταφρασμένων στην ελληνική γλώσσα, στις οποίες καταγράφονται ανταλλαγές πληροφοριών για λέμβους με μετανάστες, για την κατάσταση των μηχανών τους, για το αν βρίσκονται εντός τουρκικών ή ελληνικών χωρικών υδάτων, καθώς και για το αν πρέπει ή όχι να κοινοποιηθούν συγκεκριμένα στοιχεία σε κρατικές αρχές.
Οι συνομιλίες αυτές, κατά την εισαγγελική κρίση, αποτύπωναν όχι απλώς μια αυθόρμητη εθελοντική κινητοποίηση, αλλά μια συντονισμένη επιχειρησιακή λειτουργία με στόχο τη διευκόλυνση μεταναστευτικών ροών προς τη Λέσβο. Παράλληλα, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε και στο οικονομικό σκέλος: η ERCI παρουσιαζόταν ως ο φορέας μέσω του οποίου συγκεντρώνονταν δωρεές τόσο μέσω τραπεζικών λογαριασμών όσο και μέσω διαδικτυακών πλατφορμών crowdfunding. Κατά το κατηγορητήριο, οι δωρεές αυτές χαρακτηρίζονταν ως μέσο χρηματοδότησης της φερόμενης εγκληματικής δράσης, στοιχειοθετώντας, κατά την εισαγγελική άποψη, και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
H αθώωση
Στο ίδιο πλαίσιο, η Σάρα Μαρντίνι εμφανίζεται να εμπλέκεται σε συγκεκριμένα περιστατικά το 2016, με αναφορά σε τηλεφωνικές επικοινωνίες και ανταλλαγή μηνυμάτων, τα οποία σύμφωνα με το κατηγορητήριο αποδείκνυαν γνώση και συμμετοχή στις επίμαχες ενέργειες. Η συνολική εικόνα που σκιαγραφούσε το κλητήριο θέσπισμα ήταν αυτή μιας οργάνωσης που, υπό τον μανδύα της ανθρωπιστικής δράσης, λειτουργούσε με επαγγελματισμό, διάρκεια και κοινό σκοπό. Με βάση αυτά τα δεδομένα, οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν να δικαστούν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου για σειρά κακουργημάτων, ανάμεσά τους η σύσταση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση και η κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση διευκόλυνση της παράνομης εισόδου αλλοδαπών στη χώρα.
Αυτό ήταν το νομικό και πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η Σάρα Μαρντίνι, η γυναίκα που το παγκόσμιο κοινό γνώρισε μέσα από το Netflix ως σύμβολο επιβίωσης και αλληλεγγύης, βρέθηκε αντιμέτωπη με τη βαρύτερη μορφή ποινικής δίωξης στην Ελλάδα. Ενα πλαίσιο που, χρόνια αργότερα, θα εξεταζόταν εξονυχιστικά στο ακροατήριο, οδηγώντας τελικά στην πλήρη κατάρρευση του κατηγορητηρίου και στην οριστική αθώωσή της, όπως και των 23 εθελοντών.
Σάρα και Γιούσρα Μαρντίνι εξώφυλλο στο περιοδικό «Glamour»
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
