Σύνοψη

Η Google ανακοίνωσε επίσημα ότι το Android, σε συνδυασμό με τον Chrome, αποτελεί πλέον την ταχύτερη πλατφόρμα mobile περιήγησης, ξεπερνώντας το iOS. Οι μετρήσεις βασίζονται στα καθιερωμένα benchmarks Speedometer 3.1 και στο νεότερο εργαλείο LoadLine που αναπτύχθηκε από τη Google. Κορυφαία Android smartphones καταγράφουν έως και 47% υψηλότερες επιδόσεις στο LoadLine έναντι του ανταγωνισμού. Η βελτίωση αποδίδεται στη βαθιά, κάθετη ενσωμάτωση του υλικού (hardware), του λειτουργικού συστήματος Android και της μηχανής του Chrome. Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε 4-6% ταχύτερη φόρτωση σελίδων και 6-9% ταχύτερη απόκριση στις αλληλεπιδράσεις του χρήστη.

Η μάχη της απόδοσης στο mobile οικοσύστημα αποκτά νέα δεδομένα, καθώς η Google προχώρησε σε μια ανακοίνωση που αλλάζει τις ισορροπίες. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν, η πλατφόρμα του Android, όταν συνδυάζεται με τον browser Chrome, αποτελεί πλέον το ταχύτερο περιβάλλον για web browsing στις κινητές συσκευές, αφήνοντας πίσω τον παραδοσιακό ανταγωνιστή του, το iOS της Apple. Η αλλαγή αυτή δεν προκύπτει απλώς από την αύξηση της επεξεργαστικής ισχύος των σύγχρονων SoC (System on Chip), αλλά από θεμελιώδεις αναδιαρθρώσεις στον κώδικα και τον τρόπο με τον οποίο το λειτουργικό σύστημα διαχειρίζεται τους πόρους για λογαριασμό του browser.

Το Android ξεπέρασε το iOS χάρη στη βαθιά κάθετη ενσωμάτωση της μηχανής του Chrome με τον πυρήνα του λειτουργικού συστήματος και το hardware. Βάσει των στοιχείων της Google, επιλεγμένα Android smartphones καταγράφουν 47% υψηλότερες επιδόσεις στο benchmark LoadLine και βελτίωση 20-60% στο Speedometer 3.1, προσφέροντας ταχύτερη απόκριση και πιο ομαλή πλοήγηση.

Εργαλεία μέτρησης: Speedometer 3.1 και LoadLine. Διαφορά στο LoadLine: Έως +47% υπέρ των κορυφαίων Android έναντι ανταγωνιστικών πλατφορμών. Βελτίωση φόρτωσης σελίδας: Από 4% έως 6% ταχύτερη πλήρης απεικόνιση. Απόκριση αλληλεπίδρασης: 6-9% ταχύτερη στα «high-percentile» σενάρια χρήσης.

Η Google επέλεξε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της χρησιμοποιώντας δύο διαφορετικούς, αλλά συμπληρωματικούς δείκτες αξιολόγησης. Το Speedometer 3.1, ένα βιομηχανικό πρότυπο που χρησιμοποιείται ευρέως από τους προγραμματιστές μηχανών περιήγησης (συμπεριλαμβανομένης της Apple για το WebKit), προσομοιώνει πραγματικές ενέργειες του χρήστη. Ο στόχος του είναι να μετρήσει την καθυστέρηση (latency) κατά την αλληλεπίδραση. Μια υψηλή βαθμολογία στο Speedometer μεταφράζεται στην αίσθηση ρευστότητας και αμεσότητας που βιώνει ο χρήστης όταν κάνει tap, scroll ή πληκτρολογεί σε μια ιστοσελίδα. Στα διαγράμματα της Google, τρία ανώνυμα Android flagships σημείωσαν υψηλότερα σκορ από την «ανταγωνιστική πλατφόρμα κινητής τηλεφωνίας».

Παράλληλα, η ομάδα του Chrome, σε συνεργασία με την ομάδα του Android, ανέπτυξε το LoadLine. Το LoadLine είναι ένα αναδυόμενο benchmark που επικεντρώνεται στην πλήρη διαδικασία φόρτωσης ενός ιστότοπου, καταγράφοντας με ακρίβεια το πόσο γρήγορα εμφανίζεται το περιεχόμενο αμέσως μετά το κλικ σε έναν σύνδεσμο. Σε αυτό ακριβώς το τεστ, η υπεροχή του Android καταγράφεται στο 47%.

Η χρήση και των δύο δεικτών αποκλείει την περίπτωση πλασματικών αποτελεσμάτων, καθώς εξετάζονται τόσο η αρχική φόρτωση του όγκου δεδομένων (LoadLine) όσο και η επακόλουθη διαχείριση της σελίδας μέσω JavaScript και DOM manipulations (Speedometer).

Για να επιτευχθούν αυτοί οι αριθμοί, απαιτήθηκε μια αλλαγή στρατηγικής από πλευράς Google. Μέχρι πρότινος, η Apple διατηρούσε το προβάδισμα λόγω του απόλυτου ελέγχου που έχει στον συνδυασμό δικού της hardware (A-series chips), λειτουργικού (iOS) και browser (Safari/WebKit). Η Google, αντιμετωπίζοντας τον κατακερματισμό του οικοσυστήματος Android, έπρεπε να συνεργαστεί στενά με τους κατασκευαστές SoC (όπως η Qualcomm και η MediaTek) καθώς και με τους OEM συνεργάτες της.

Το αποτέλεσμα είναι η βελτιστοποίηση των πολιτικών χρονοπρογραμματισμού του πυρήνα του Android. Με απλά λόγια, όταν ο χρήστης ανοίγει τον Chrome ή το WebView (την ενσωματωμένη μηχανή περιήγησης που χρησιμοποιεί το 90% των εφαρμογών στο Android, όπως το Instagram ή το Facebook, για να ανοίγουν εξωτερικούς συνδέσμους), το λειτουργικό σύστημα αναγνωρίζει τη διεργασία και δεσμεύει άμεσα τους ισχυρότερους πυρήνες του επεξεργαστή, ελαχιστοποιώντας τον χρόνο εναλλαγής (context switching). Έτσι, ορισμένα Android flagships βελτίωσαν την απόδοσή τους στο web browsing κατά 20% έως 60% σε σύγκριση με τα μοντέλα της προηγούμενης χρονιάς.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη καταρρίπτει ένα από τα μακροβιότερα επιχειρήματα υπέρ του οικοσυστήματος της Apple: την αντιληπτή «ρευστότητα» του Safari κατά το scrolling και την πλοήγηση. Η επιτυχία της Google να επιβάλει κάθετη βελτιστοποίηση σε ένα ανοιχτό, κατακερματισμένο οικοσύστημα, πείθοντας τους OEM κατασκευαστές να ευθυγραμμίσουν το hardware τους με τις ανάγκες του Chrome, αποδεικνύει ότι το λογισμικό παραμένει ο κρισιμότερος παράγοντας. 

Δεν αρκεί απλώς ένας επεξεργαστής χρονισμένος στα 3.3GHz. Πρέπει το λειτουργικό να ξέρει πότε ακριβώς να του δώσει εντολή να τρέξει τη JavaScript μιας ιστοσελίδας. Είναι μια ξεκάθαρη νίκη της βελτιστοποίησης απέναντι στην ωμή ισχύ, εξασφαλίζοντας στο Android ένα αντικειμενικό, μετρήσιμο πλεονέκτημα στην πιο συχνή εργασία που εκτελούμε όλοι στα smartphones μας: την πλοήγηση στον παγκόσμιο ιστό.