Όταν ο Λίβανος και το Ισραήλ ανακοίνωσαν συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στις 16 Απριλίου, η Νασρίν Αμπντ Ελάαλ, ο σύζυγός της και τα τέσσερα παιδιά τους μάζεψαν τα λιγοστά υπάρχοντά τους και έφυγαν από το δημόσιο σχολείο στο Μαρτζ αλ-Ζουχούρ, όπου είχαν βρει καταφύγιο.

Την επόμενη ημέρα επέστρεψαν στο σπίτι τους στο Άιν Άραμπ, ένα μικρό χωριό στις πεδιάδες κοντά στα νότια σύνορα, όπου διατηρούν ένα μικρό κρεοπωλείο και ένα παντοπωλείο. Την ίδια ημέρα, ισραηλινές δυνάμεις εισήλθαν στο χωριό και επέβαλαν απαγόρευση κυκλοφορίας, προειδοποιώντας τους κατοίκους να μην βγαίνουν από τα σπίτια τους μετά τη δύση του ήλιου και στη συνέχεια εγκατέστησαν σημείο ελέγχου στον δρόμο εξόδου που οδηγεί προς τον νότο.

Δώδεκα ημέρες αργότερα, η Αμπντ Ελάαλ εργαζόταν πίσω από τον πάγκο του καταστήματος όταν είδε μια μεγάλη θωρακισμένη μπουλντόζα να κατεβαίνει τον δρόμο, ακολουθούμενη από πλήθος στρατιωτικών οχημάτων που, σύμφωνα με την εκτίμησή της, μετέφεραν περισσότερους από εκατό Ισραηλινούς στρατιώτες. Τα στρατεύματα εξαπλώθηκαν σε όλο το χωριό, σημάδεψαν τους κατοίκους με τα όπλα τους και τους είπαν ότι η περιοχή βρισκόταν εντός της νέας «κίτρινης γραμμής» του Ισραήλ. Οι στρατιώτες είπαν στην Αμπντ Ελάαλ και στους υπόλοιπους κατοίκους ότι είχαν δύο ώρες για να εκκενώσουν την περιοχή προς τον βορρά.

Η Αμπντ Ελάαλ έτρεξε στο σπίτι της και έβαλε τα παιδιά της στο αγροτικό τους όχημα, έπειτα επέστρεψε στο σπίτι μαζί με τον σύζυγό της για να μαζέψουν ό,τι μπορούσαν. Τους διέκοψε ο ήχος μιας κόρνας αυτοκινήτου και έτρεξαν έξω για να διαπιστώσουν ότι ένας Ισραηλινός στρατιώτης είχε ανοίξει την πόρτα του οχήματός τους και πατούσε την κόρνα ενώ τα παιδιά τους βρίσκονταν μέσα.

«Μας είπε ότι είχαν εντολή να αδειάσουν το χωριό. “Ή φεύγετε αμέσως ή πεθαίνετε”», είπε η ίδια στο DropSite.  Οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν τόσο γρήγορα από το χωριό ώστε πολλοί δεν πρόλαβαν καν να κλειδώσουν τις πόρτες των σπιτιών τους πίσω τους, είπε η Αμπντ Ελάαλ.

Η αναγκαστική εκδίωξη από το Άιν Άραμπ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της εκστρατείας του ισραηλινού στρατού για εθνοκάθαρση χωριών σε ολόκληρο τον νότιο Λίβανο. Πάνω από 1,2 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί από τις 2 Μαρτίου και πολλοί δεν γνωρίζουν αν ή πότε θα μπορέσουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Η Αμπντ Ελάαλ επέστρεψε με την οικογένειά της στο ίδιο σχολείο που είχε μετατραπεί σε καταφύγιο, στο χωριό Μαρτζ αλ-Ζουχούρ στην κοιλάδα Μπεκάα, όπου, όπως είπε, τέσσερις οικογένειες μοιράζονται ένα δωμάτιο και η πρόσβαση στο νερό είναι διακοπτόμενη.

Αφού μελέτησαν έναν χάρτη που δημοσίευσε ο ισραηλινός στρατός στις 19 Απριλίου, διαπίστωσαν ότι το χωριό τους βρισκόταν στην πραγματικότητα εκτός της «κίτρινης γραμμής», γεγονός που ώθησε μια ομάδα ανδρών του χωριού, συμπεριλαμβανομένου του συζύγου της και ενός τοπικού αξιωματούχου, να επισκεφθούν ένα στρατιωτικό γραφείο στο χωριό Μαρτζαγιούν στις 21 Μαΐου για να ζητήσουν από το κράτος να συνεργαστεί με την UNIFIL — την ειρηνευτική δύναμη των Ηνωμένων Εθνών που είναι εγκατεστημένη στον Νότο — ώστε να επιστρέψουν στις περιουσίες τους. Όταν επανήλθαν μία εβδομάδα αργότερα, οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι τους είπαν ότι δεν είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν ασφαλή διέλευση πίσω στα σπίτια τους.

«Το να πούμε ότι είμαστε κατεστραμμένοι δεν αρκεί», είπε η Αμπντ Ελάαλ. Οι περισσότεροι χωρικοί ζούσαν από τη γη και η εκδίωξή τους σήμαινε ότι δεν μπορούσαν να προετοιμάσουν τα χωράφια για τις ανοιξιάτικες καλλιέργειες. «Αφήσαμε τα μέσα βιοπορισμού μας στο χώμα και φύγαμε.»

Η ιστορία του χωριού Άιν Άραμπ αναδεικνύει τη σκληρή και εκτεταμένη φύση της συνεχιζόμενης στρατιωτικής εκστρατείας του Ισραήλ στον νότιο Λίβανο, όπου καθημερινά εκδίδονται εντολές εκκένωσης και οι γραμμές προέλασης χαράσσονται και επαναχαράσσονται χωρίς καμία μέριμνα για τη γη ή τη ζωή των αμάχων.

«Τα χωριά για τα οποία εκδίδουν προειδοποιήσεις ισοπεδώνονται», δήλωσε ο Αμπάς Άτγουε, διασώστης της Ισλαμικής Υγειονομικής Αρχής που σταθμεύει στη Ναμπατίγια, στο νόριο Λίβανο. «Ορισμένες ημέρες βλέπουμε έως και 25 αεροπορικές επιδρομές σε ορισμένες περιοχές.» Πρόσθεσε ότι, ενώ πολλοί έχουν εγκαταλείψει τα χωριά κοντά στη Ναμπατίγια, χιλιάδες παραμένουν, είτε επειδή δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά την ενοικίαση κατοικίας αλλού είτε επειδή δεν θέλουν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.

Οι εντολές εκτοπισμού συνήθως εμφανίζονται ως λίστες χωριών που δημοσιεύει ο εκπρόσωπος του ισραηλινού στρατού στο X και στη συνέχεια διαδίδονται μέσω ομάδων WhatsApp και μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Περιστασιακά, οι κατοχικές δυνάμεις δημοσιεύουν δορυφορικές εικόνες που δείχνουν με ακρίβεια ποια κτίρια σκοπεύουν να πλήξουν. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, τα πλήγματα πέφτουν πάνω σε σπίτια αμάχων, προκαλώντας δεκάδες θύματα καθημερινά.

Όπως δήλωσε η  Κριστίν Μπέκερλε, αναπληρώτρια περιφερειακή διευθύντρια της Διεθνούς Αμνηστίας για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, «σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο οι στρατοί μπορούν να μετακινούν πληθυσμούς μόνο για την ασφάλειά τους — όχι για την επίτευξη στρατηγικών στόχων — και οφείλουν να διασφαλίζουν τόσο την υγεία και ασφάλειά τους όσο και την ασφαλή επιστροφή τους μόλις παρέλθει η απειλή για τη ζωή τους».

Ένας τρόπος για να διαπιστωθεί αν ένας στρατός προβαίνει σε παράνομη μεταφορά πληθυσμού, είπε η Μπέκερλε, είναι να εξεταστεί τι κάνει για να εμποδίσει την επιστροφή των εκτοπισμένων κατοίκων. Στον νότιο Λίβανο, το Ισραήλ το έχει επιτύχει με δύο τρόπους: μέσω της χάραξης της λεγόμενης «κίτρινης γραμμής», πέρα από την οποία απαγορεύεται η πρόσβαση σε Λιβανέζους πολίτες, και μέσω μιας συστηματικής εκστρατείας μαζικής καταστροφής περιουσιών, που εξασφαλίζει ότι οι κάτοικοι δεν θα έχουν σπίτια στα οποία να επιστρέψουν.

Σε μία από τις μεγαλύτερες πρόσφατες επιθέσεις, ισραηλινή αεροπορική επιδρομή κοντά στο Νοσοκομείο Τζαμπάλ Άμελ στη νότια πόλη Τύρος (Σουρ) σκότωσε τέσσερα άτομα, τραυμάτισε σχεδόν 130 — συμπεριλαμβανομένων δεκάδων μελών του ιατρικού, νοσηλευτικού και διοικητικού προσωπικού — και προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στο νοσοκομείο, μεταξύ άλλων διακόπτοντας την ηλεκτροδότηση των μονάδων εντατικής θεραπείας. Διασώστες εργάζονταν επί ώρες για να απεγκλωβίσουν τραυματίες από τα ερείπια, ενώ το κοντινό Νοσοκομείο Χαϊράμ απηύθυνε επείγουσα έκκληση για αιμοδοσία. Το σύστημα υγείας του Λιβάνου έχει δεχθεί επανειλημμένα επιθέσεις από το Ισραήλ, με βομβαρδισμούς νοσοκομείων και στοχοποίηση διασωστών και παραϊατρικού προσωπικού, με περισσότερους από 120 νεκρούς τους τελευταίους τρεις μήνες.

Ο Μοχανάντ Χάτζε Άλι, διευθυντής ερευνών στο Malcolm H. Kerr Carnegie Middle East Center, δήλωσε ότι η εκτεταμένη καταστροφή περιουσιών πολιτών αποτελεί έναν από τους βασικούς στρατιωτικούς στόχους του Ισραήλ στον νότιο Λίβανο.

«Αν κοιτάξετε το μοντέλο της Γάζας, δεν αφορά πραγματικά τον έλεγχο της Χαμάς· αφορά την αναδιαμόρφωση του γεωγραφικού περιβάλλοντος γύρω από το κράτος του Ισραήλ με τρόπο που θα αλλάξει την πραγματικότητα μόνιμα», είπε ο Άλι, προσθέτοντας ότι μέχρι στιγμής οι Ισραηλινοί έχουν καταστρέψει περίπου 60 χωριά κοντά στα νότια σύνορα.

Πίσω στο καταφύγιο στο Μαρτζ αλ-Ζουχούρ, η Αμπντ Ελάαλ λαχταρούσε να επιστρέψει στη γη της, όπου ήλπιζε να βρει το σπίτι της ακόμη όρθιο. Από τότε που έφτασαν εκεί, η κόρη της που είναι βρέφος, μπαινοβγαίνει στο νοσοκομείο, παλεύοντας με ασθένειες που προκλήθηκαν από τις κρύες νύχτες στο καταφύγιο.

Η Αμπντ Ελάαλ κάλεσε το κράτος και τις δυνάμεις της UNIFIL να διασφαλίσουν την ασφαλή επιστροφή τους στο Άιν Άραμπ πριν να είναι πολύ αργά. Παρότι ο Λίβανος και το Ισραήλ έχουν πραγματοποιήσει αρκετούς γύρους συνομιλιών στην Ουάσινγκτον, το Ισραήλ έχει αρνηθεί να αποσύρει τα στρατεύματά του από τον Λίβανο και έχει κλιμακώσει ακόμη περισσότερο την επίθεσή του, προωθούμενο βαθύτερα στο λιβανικό έδαφος και αναγκάζοντας περισσότερους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.

«Τίποτα δεν βγαίνει από αυτές τις διαπραγματεύσεις. Κοιμόμαστε με τον θάνατο και ξυπνάμε με τον θάνατο», είπε η Αμπντ Ελάαλ. «Τα έχουν καταστρέψει όλα. Πείτε μου, τι άλλο θέλουν; Τι έχει απομείνει;»