Η επόμενη μέρα του πολέμου ανάμεσα σε ΗΠΑ – Ισραήλ και Ιράν δεν θα θυμίζει το τέλος μιας κλασικής αναμέτρησης. Δεν θα είναι μια καθαρή γραμμή ανάμεσα σε σύγκρουση και ειρήνη. Θα είναι, πολύ περισσότερο, η αρχή μιας νέας φάσης. Μιας περιόδου κατά την οποία η άμεση αντιπαράθεση μπορεί να περιοριστεί σε ένταση, αλλά η περιφερειακή αποσταθεροποίηση θα βαθύνει. Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο στοιχείο της στιγμής ή, για την ακρίβεια, του νέου κεφαλαίου για την ευρύτερη περιοχή, αλλά όχι μόνο.
Αβέβαιη έκβαση
Η Μέση Ανατολή δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε έναν πόλεμο, αλλά σε μια νέα αρχιτεκτονική κρίσης. Το βασικό συμπέρασμα είναι σκληρό αλλά μάλλον καθαρό. Καμία πλευρά δεν μπαίνει στην επόμενη μέρα με εξασφαλισμένη στρατηγική νίκη. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ διαθέτουν συντριπτική στρατιωτική ισχύ, αεροπορική και τεχνολογική υπεροχή, με δυνατότητα βαθιών πληγμάτων. Μπορούν να καταστρέψουν υποδομές, να πλήξουν κέντρα διοίκησης, να περιορίσουν πυραυλικές δυνατότητες και να προκαλέσουν σοβαρή φθορά στην ιρανική στρατιωτική μηχανή. Δεν μπορούν όμως εύκολα να επιβάλουν πολιτικό αποτέλεσμα στην Τεχεράνη χωρίς μια πολύ πιο μακρά και πολύ πιο ακριβή σύγκρουση.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν δεν μπορεί να κερδίσει έναν συμβατικό πόλεμο με όρους ανοιχτής αναμέτρησης απέναντι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Μπορεί όμως να πετύχει κάτι άλλο, που στην πράξη είναι εξίσου σημαντικό: να μετατρέψει τη στρατιωτική πίεση που δέχεται σε πολλαπλασιασμένο κόστος για τους αντιπάλους του. Να χτυπήσει έμμεσα. Να φθείρει. Να δια σπείρει την κρίση. Να μεταφέρει το βάρος από τα πεδία των αεροπορικών επιδρομών στις θάλασσες, στις αγορές ενέργειας, στις αμερικανικές βάσεις, στους συμμάχους της Ουάσινγκτον στον Κόλπο και στο εσωτερικό μέτωπο του Ισραήλ.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία της ιρανικής στρατηγικής. Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να νικήσει με όρους κλασικού πολέμου. Χρειάζεται να πείσει ότι δεν ηττάται καθαρά. Χρειάζεται να επιβιώσει πολιτικά, να διατηρήσει επαρκή δομή διοίκησης, να κρατήσει ενεργά περιφερειακά εργαλεία πίεσης και να δείξει ότι μπορεί να επαναφέρει το κόστος ξανά και ξανά. Αν το καταφέρει, τότε θα έχει αποτρέψει τον βασικό στόχο των αντιπάλων της, που δεν είναι μόνο η στρατιωτική της αποδυνάμωση, αλλά και η στρατηγική της κάμψη.
Τα σενάρια
Το πιθανότερο σενάριο για την επόμενη μέρα είναι μια μορφή ατελούς αποκλιμάκωσης. Δηλαδή λιγότερα ευθέα, μαζικά χτυπήματα μεταξύ Ιράν και Ισραήλ, αλλά περισσότερη έμμεση σύγκρουση. Περισσότερες επιθέσεις διά αντιπροσώπων, περισσότερες επιχειρήσεις παρενόχλησης στη θάλασσα, περισσότερα κυβερνοχτυπήματα, περισσότερες στοχευμένες πιέσεις σε κρίσιμες υποδομές και μεγαλύτερη προσπάθεια να διαχυθεί ο πόλεμος χωρίς να αναληφθεί πλήρως η ευθύνη του. Αυτό είναι το σενάριο που βολεύει περισσότερο την Τεχεράνη, αλλά σε σημαντικό βαθμό και την Ουάσινγκτον. Το Ιράν γιατί αγοράζει χρόνο. Οι ΗΠΑ γιατί αποφεύγουν να μετατραπούν σε δύναμη κατοχής ενός νέου μεσανατολικού μετώπου.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο σενάριο. Μια σύντομη αλλά βίαιη κλιμάκωση πριν από μια νέα ισορροπία φόβου. Σε αυτή την εκδοχή, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιλέγουν να ανεβάσουν απότομα την πίεση με στόχο να καταστρέψουν κρίσιμες ιρανικές δυνατότητες και να επιβάλουν ένα νέο πλαίσιο αποτροπής. Το Ιράν απαντά όχι με συμμετρικό τρόπο, αλλά με επέκταση της ασύμμετρης πίεσης. Χτυπά τη ναυτιλία. Ενθαρρύνει επιθέσεις από ιρακινές πολιτοφυλακές. Αυξάνει την ένταση μέσω της Υεμένης. Δοκιμάζει αντοχές στον Κόλπο. Και πάνω απ’ όλα, προσπαθεί να δείξει ότι κάθε επιπλέον πλήγμα εναντίον του θα μεταφράζεται σε δυσανάλογο κόστος για την παγκόσμια οικονομία.
Το τρίτο σενάριο είναι το πιο ανησυχητικό. Ενας πόλεμος χωρίς καθαρό τέλος, ένας αγώνας αντοχής στον οποίο η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν παράγει τελική πολιτική λύση. Αν το ιρανικό καθεστώς παραμείνει λειτουργικό, αν οι γραμμές διοίκησης δεν καταρρεύσουν και ο μηχανισμός περιφερειακής πίεσης επιβιώσει, τότε η σύγκρουση μπορεί να περάσει σε μια μακρά γκρίζα ζώνη. Εκεί όπου ο πόλεμος δεν τελειώνει, απλώς αλλάζει μορφή. Και αυτή είναι συχνά η πιο επικίνδυνη μορφή του.
Για το Ισραήλ, το μεγάλο ζήτημα δεν είναι μόνο η στρατιωτική ισχύς, αλλά και η αντοχή του εσωτερικού του μετώπου. Το ισραηλινό κράτος έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι μπορεί να κινητοποιείται γρήγορα, να συντονίζει πολλαπλά επίπεδα άμυνας και να απορροφά τα πρώτα κύματα μιας κρίσης. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να το κάνει επί μήνες, με διαρκή ένταση από διαφορετικές κατευθύνσεις. Αν δηλαδή μπορεί να κρατά ανοιχτό το αντιπυραυλικό του πλέγμα, να στηρίζει μαζική κινητοποίηση εφέδρων, να διατηρεί επιχειρησιακή ετοιμότητα στον Βορρά και στον Νότο και να αντέχει ταυτόχρονα την οικονομική και ψυχολογική πίεση μιας παρατεταμένης ανασφάλειας. Εκεί ακριβώς εισέρχεται το βόρειο μέτωπο.
Το μέτωπο Ισραήλ – Χεζμπολάχ είναι το πιο παραπλανητικό στοιχείο αυτής της κρίσης. Υπάρχει η εντύπωση ότι η Χεζμπολάχ, έχοντας δεχτεί σημαντικά πλήγματα, δεν διαθέτει πια την ίδια επιχειρησιακή βαρύτητα. Αυτό είναι μόνο εν μέρει αλήθεια. Η οργάνωση έχει πράγματι φθαρεί, έχει χάσει στελέχη, έχει υποστεί διαταραχές στη δομή της και λειτουργεί μέσα σε έναν Λίβανο οικονομικά εξαντλημένο και πολιτικά εύθραυστο. Δεν έχει όμως πάψει να αποτελεί σοβαρό στρατηγικό εργαλείο.
Η Χεζμπολάχ δεν χρειάζεται να πετύχει μια ιστορική νίκη απέναντι στο Ισραήλ. Της αρκεί να το κρατά καθηλωμένο. Να διασπά την προσοχή του. Αυτή είναι η νέα χρησιμότητά της για την Τεχεράνη
Ο ρόλος της Χεζμπολάχ
Η Χεζμπολάχ δεν χρειάζεται να πετύχει μια ιστορική νίκη απέναντι στο Ισραήλ. Της αρκεί να το κρατά καθηλωμένο. Να το υποχρεώνει να διατηρεί δυνάμεις στον Βορρά. Να διασπά την προσοχή του. Να αυξάνει την πίεση στα αποθέματα αεράμυνας. Να το αναγκάζει να μοιράζει στρατηγικό κεφάλαιο σε περισσότερα του ενός μέτωπα. Αυτή είναι η νέα χρησιμότητά της για την Τεχεράνη. Οχι ως όχημα συντριβής του Ισραήλ, αλλά ως όργανο υπερφόρτωσης.
Το πρώτο και πιθανότερο σενάριο στο βόρειο μέτωπο είναι η παρατεταμένη αλλά ελεγχόμενη φθορά. Περιοδικές πυραυλικές επιθέσεις, χρήση μη επανδρωμένων, ισραηλινά αντίποινα σε βάθος εντός Λιβάνου, χτυπήματα σε αποθήκες, διοικητικούς κόμβους και εκτοξευτές. Ούτε ολοκληρωτικός πόλεμος, ούτε πραγματική ειρήνη. Μια κατάσταση διαρκούς επιδείνωσης που επιτρέπει και στις δύο πλευρές να εμφανίζονται αποφασισμένες χωρίς να περνούν αμέσως το όριο της πλήρους ανάφλεξης.
Το δεύτερο σενάριο είναι πιο βαρύ για τον Λίβανο. Να θεωρήσει το Ισραήλ ότι η σύγκρουση με τη Χεζμπολάχ πρέπει να συνεχιστεί ανεξαρτήτως του τι θα γίνει στο κύριο μέτωπο με το Ιράν. Σε αυτή την περίπτωση, ακόμη κι αν υπάρξει κάποια μορφή αποκλιμάκωσης μεταξύ Τεχεράνης και Τελ Αβίβ, ο Βορράς δεν θα επιστρέψει στην προτέρα κατάσταση. Ο Λίβανος θα μπει σε νέα φάση στρατιωτικής πίεσης. Και αυτό θα είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, γιατί ο Λίβανος δεν διαθέτει κρατικό βάθος για να απορροφήσει έναν μακρύ πόλεμο φθοράς.
Το τρίτο σενάριο είναι η συντονισμένη κλιμάκωση. Αν η Τεχεράνη κρίνει ότι η επιβίωσή της απαιτεί πολλαπλασιασμό των μετώπων, τότε η Χεζμπολάχ μπορεί να ενεργοποιηθεί πολύ πιο επιθετικά. Οχι απαραίτητα για να εισβάλει ή να αλλάξει ριζικά την ισορροπία, αλλά για να κορέσει το ισραηλινό αμυντικό πλέγμα. Να πιέσει με όγκο πυρός, να δημιουργήσει ταυτόχρονες απειλές, να καταστήσει ακριβότερη και πιο δύσκολη την ισραηλινή αναχαίτιση. Σε ένα τέτοιο σενάριο, ο Βορράς μετατρέπεται από δευτερεύον μέτωπο σε κεντρικό επιταχυντή της κρίσης.
Και εδώ υπάρχει μια κρίσιμη πολιτική αλήθεια: καμία κατάπαυση πυρός στον Βορρά δεν θα είναι σταθερή αν δεν αλλάξει ουσιαστικά το μεταπολεμικό καθεστώς ασφαλείας στον Λίβανο. Το λιβανικό κράτος δεν έχει τη δύναμη να επιβάλει μόνο του νέα πραγματικότητα στη Χεζμπολάχ. Αρα η επόμενη μέρα, εφόσον υπάρξει, θα απαιτήσει διεθνή μηχανισμό επιτήρησης, ισχυρή διπλωματική πίεση και σοβαρή διαπραγμάτευση για τον επανεξοπλισμό και τη θέση της οργάνωσης. Αλλιώς ο πόλεμος απλώς θα μπει σε παύση μέχρι τον επόμενο γύρο.
Ο Κόλπος και το Ορμούζ
Αν υπάρχει ένα πεδίο στο οποίο το Ιράν μπορεί να μετατρέψει τη δική του στρατιωτική αδυναμία σε διεθνή πίεση, αυτό είναι τα Στενά του Ορμούζ. Εκεί δεν κρίνεται μόνο η ασφάλεια της περιοχής, αλλά η ομαλή ροή της ενέργειας, η ναυσιπλοΐα, η ασφάλιση, το εμπόριο και τελικά η καθημερινότητα οικονομιών πολύ έξω από τη Μέση Ανατολή.
Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι η μεγαλύτερη δύναμή της δεν είναι η δυνατότητα να νικήσει τις ΗΠΑ σε ανοιχτή μάχη, αλλά να διαταράξει το σύστημα. Να ανεβάσει το κόστος μεταφοράς. Να παγώσει την ψυχολογία της αγοράς. Να μετατρέψει τη θάλασσα σε γκρίζα ζώνη κινδύνου. Και αυτή η μορφή πίεσης μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο αποτελεσματική απ’ ό,τι μια καθαρά στρατιωτική αναμέτρηση.
Το πρώτο σενάριο είναι η ελεγχόμενη ασφυξία. Οχι επίσημο κλείσιμο των Στενών, όχι μια μεγάλη θεαματική ανακοίνωση, αλλά μια σταδιακή δημιουργία μη ασφαλούς περιβάλλοντος. Επιθέσεις χαμηλής ή μέσης έντασης, παρενοχλήσεις, drones, πύραυλοι, νάρκες, επιχειρήσεις που δεν κλείνουν τυπικά τη δίοδο, αλλά την καθιστούν τόσο επικίνδυνη ώστε η εμπορική κίνηση να μειώνεται από φόβο. Αυτό είναι ίσως το πιο έξυπνο και πιο επικίνδυνο ιρανικό εργαλείο. Γιατί αυξάνει δραστικά το κόστος χωρίς να προσφέρει εύκολη πολιτική νομιμοποίηση σε μια μαζική δυτική απάντηση.
Το δεύτερο σενάριο είναι η πίεση στις ίδιες τις χώρες του Κόλπου. Το ιρανικό μήνυμα θα είναι απλό και σκληρό: όποιος προσφέρει έδαφος, βάσεις, διευκολύνσεις ή υποστήριξη στις αμερικανικές επιχειρήσεις δεν μπορεί να μένει εκτός κινδύνου. Αυτό σημαίνει αυξημένη απειλή για πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, λιμάνια, αεροδρόμια, κρίσιμες ενεργειακές υποδομές και αμερικανική παρουσία στην περιοχή. Οι μοναρχίες του Κόλπου βρίσκονται ακριβώς πάνω σε αυτό το δίλημμα: θέλουν την αμερικανική προστασία, αλλά φοβούνται ότι τελικά θα καταστούν οι ίδιες ο πιο εκτεθειμένος κρίκος της αμερικανοϊρανικής αναμέτρησης.
Το τρίτο σενάριο είναι η διεθνοποίηση της ναυτικής κρίσης. Αν η πίεση στο Ορμούζ κλιμακωθεί, οι ΗΠΑ πιθανότατα θα ενισχύσουν την παρουσία τους, θα οργανώσουν συνοδείες, θα επιδιώξουν σχήματα πολυεθνικής προστασίας και θα προσπαθήσουν να αποκαταστήσουν τη στοιχειώδη ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. Ακόμη όμως και αυτή η κίνηση δεν λύνει εύκολα το πρόβλημα. Διότι η ναυτική συνοδεία μειώνει τον κίνδυνο, δεν εξαφανίζει το κόστος. Τα ασφάλιστρα, οι καθυστερήσεις, οι παρακάμψεις, ο φόβος των πληρωμάτων και η αστάθεια των αγορών παραμένουν. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν η Δύση προστατεύσει τα πλοία, μπορεί να μην αποκαταστήσει την κανονικότητα.
Για την Ευρώπη, αυτή είναι η πιο δυσάρεστη πτυχή της κρίσης. Διότι η Ευρώπη δεν κρατά το επιχειρησιακό τιμόνι, αλλά θα πληρώσει αναπόφευκτα σημαντικό μέρος του λογαριασμού: ακριβότερη ενέργεια, νέα πίεση στις μεταφορές, πιθανή αναζωπύρωση πληθωριστικών πιέσεων, επιβάρυνση της βιομηχανίας και νέα πολιτική τριβή στο εσωτερικό της ως προς τη στάση απέναντι στις ΗΠΑ και τη Μέση Ανατολή. Το Ορμούζ είναι για το Ιράν το σημείο όπου ένας περιφερειακός πόλεμος μπορεί να μετατραπεί σε κρίση της Δύσης χωρίς να χρειαστεί μια γενικευμένη χερσαία αναμέτρηση.
Tο πρόβλημα της εξόδου
Στην καρδιά όλων αυτών βρίσκεται ένα κοινό πρόβλημα. Καμία πλευρά δεν έχει εύκολη στρατηγική εξόδου. Ο Ντόναλντ Τραμπ θέλει να εμφανιστεί ισχυρός, αποφασιστικός και αμείλικτος. Δεν θέλει όμως να εγκλωβιστεί σε έναν νέο αμερικανικό πόλεμο χωρίς σαφές τέλος. Το Ισραήλ θέλει να ξαναχτίσει αποτροπή και να αποδείξει ότι μπορεί να πλήττει τον ιρανικό πυρήνα ισχύος. Δεν θέλει όμως να ζήσει επ’ αόριστον σε καθεστώς πολλαπλών ανοιχτών μετώπων. Το Ιράν θέλει να αποδείξει ότι παραμένει όρθιο και επικίνδυνο. Δεν θέλει όμως να φτάσει στο σημείο εσωτερικής στρατηγικής αποσύνθεσης.
Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη μέρα δεν θα καθοριστεί μόνο από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά από το ποια πλευρά θα κατορθώσει να επιβάλει το δικό της αφήγημα επιβίωσης. Αν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ πείσουν ότι το Ιράν έχει χάσει την ικανότητα να απειλεί ουσιαστικά, θα έχουν πετύχει πολιτικό αποτέλεσμα. Αν η Τεχεράνη πείσει ότι άντεξε, ότι το δίκτυό της δεν κατέρρευσε και ότι μπορεί να συνεχίζει να τιμωρεί, τότε θα έχει αποτρέψει τη στρατηγική της ήττα.
Το Ιράν δεν μπορεί να κερδίσει έναν συμβατικό πόλεμο. Μπορεί όμως να μετατρέψει τη στρατιωτική πίεση που δέχεται σε πολλαπλάσιο κόστος για τους αντιπάλους του
Το τελικό συμπέρασμα
Η επόμενη μέρα αυτού του πολέμου δεν θα είναι ημέρα λύσης. Θα είναι ημέρα επανατοποθέτησης. Το Ισραήλ θα επιχειρήσει να ξαναγράψει τους κανόνες αποτροπής. Οι ΗΠΑ θα αναζητήσουν έναν δρόμο που να συνδυάζει σκληρότητα και έξοδο. Το Ιράν θα προσπαθήσει να αποδείξει ότι μπορεί ακόμη να παράγει κόστος, φόβο και πολιτικό χρόνο. Η Χεζμπολάχ θα παραμείνει ο πιο επικίνδυνος πολλαπλασιαστής πίεσης στον Βορρά. Και το Ορμούζ θα είναι το σημείο όπου η περιφερειακή σύγκρουση μπορεί να γίνει παγκόσμια οικονομική κρίση.
Η πιο ρεαλιστική πρόβλεψη δεν είναι ούτε η συνολική ειρήνευση ούτε η άμεση περιφερειακή κατάρρευση. Είναι μια γκρίζα ενδιάμεση ζώνη. Λιγότερη άμεση συμμετρία, περισσότερη έμμεση πίεση. Λιγότερη εικόνα ολοκληρωτικού πολέμου, περισσότερη ουσία φθοράς. Ενας πόλεμος πιο σπασμένος, πιο ασαφής, πιο δαπανηρός. Και γι’ αυτό ακριβώς πιο επικίνδυνος.
Διότι οι καθαρές νίκες κλείνουν κύκλους, αλλά οι ατελείς πόλεμοι τους αφήνουν ανοιχτούς και, το σημαντικότερο, με βαθιές -στα όρια του αιώνιου- πληγές.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος θα επικρατήσει στο πεδίο, αλλά ποιος θα αντέξει περισσότερο το κόστος της σύγκρουσης – Γιατί η συντριπτική υπεροχή ΗΠΑ – Ισραήλ δεν είναι ικανή να επιβάλει εύκολα την πολιτική αλλαγή στο Ιράν, που επιμένει με ασύμμετρες απειλές και θολώνει το τοπίο με διάχυση του πολέμου
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή