Μια μέρα μόλις πριν την εκκίνηση του πολέμου στη Μέση Ανατολή με την αιφνιδιαστική επίθεση των ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν είχε σημειωθεί μια σφοδρή αντιπαράθεση στη Βουλή για τα ενεργειακά μεταξύ του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, και του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, που ανέδειξε μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια: η ενέργεια δεν είναι πλέον ένα ζήτημα τιμών και λογαριασμών, αλλά ο σκληρός πυρήνας της εθνικής μας ασφάλειας και της εξωτερικής μας πολιτικής. «Ήμασταν ένα ενεργειακό απολειφάδι στη γωνία της Ευρώπης. Σήμερα από τη χώρα περνούν 17 δισ. κυβικά φυσικού αερίου και έχει καταστεί πόλος ενεργειακής ασφάλειας», δήλωσε ο πρωθυπουργός, δίνοντας έμφαση στον «Κάθετο Διάδρομο» και τις έρευνες της Chevron.

Η συμπλήρωση τεσσάρων ετών από την ημέρα που η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία χτύπησε σφοδρά την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας βρίσκει τη Γηραιά Ήπειρο σε μια διαρκή αναζήτηση ενεργειακών αναχωμάτων. Στο επίκεντρο αυτής της νέας, βίαιης πραγματικότητας, η Ελλάδα λόγω της θέσης της αναλαμβάνει έναν ρόλο που αρκετοί προφήτευαν, αλλά λίγοι πίστευαν ότι θα υλοποιηθεί τόσο γρήγορα: αυτόν του κεντρικού πνεύμονα τροφοδοσίας για την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη μέσω του Κάθετου Διαδρόμου.

Παρά την τρέχουσα ειδησεογραφική έξαρση, ο Κάθετος Διάδρομος δεν είναι μια παρθενογένεση πολιτικής. Όπως διευκρινίζει ο Δρ. Ευθυμιόπουλος, δεν πρόκειται για μια αντιστροφή της ιστορίας, αλλά για την ωρίμανση σχεδίων που βρίσκονταν στα ευρωπαϊκά συρτάρια από το 2008. «Είναι παλιά ευρωπαϊκή ιδέα, η οποία για πολλούς λόγους δεν είχε ωριμάσει. Τότε, τρεις μεγάλες χώρες διεκδικούσαν γεωπολιτική και εμπορική παρουσία στην περιοχή και τα σχέδια συχνά προσέκρουαν σε διαφορετικές επιδιώξεις, όπως η επιθυμία της Σερβίας να στραφεί σε έναν βορειοδυτικό άξονα», σημειώνει.

Τι άλλαξε όμως και το σχέδιο βγήκε από τον πάγο; Η απάντηση είναι η σκληρή γεωπολιτική αναγκαιότητα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε με τον πιο ωμό τρόπο την ανάγκη για εναλλακτικές, πολυδιάστατες και πολυπληθείς μορφές ενέργειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η Αλεξανδρούπολη παύει να είναι μια πόλη στην άκρη της ελληνικής επικράτειας και θα μετατραπεί σε έναν παγκόσμιο γεωστρατηγικό κόμβο.

Ο Κάθετος Διάδρομος προσφέρει στην Ελλάδα κάτι πολύ σημαντικότερο από απλά τέλη διέλευσης. Δημιουργεί αυτό που ο καθηγητής ονομάζει «αναδυόμενο κυκλικό κεφάλαιο». «Ο άξονας αυτός βολεύει την Αμερική, την Ελλάδα, αλλά και τις ιδιωτικές εταιρείες για διαφορετικούς λόγους τον καθένα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δίνει στην Ελλάδα το δικαίωμα δημιουργίας τεχνογνωσίας. Οι υπάρχουσες ελληνικές εταιρείες γίνονται πιο δυναμικές και προετοιμάζονται για τη στιγμή που θα ανοίξει η συζήτηση για τη χρήση του εγχώριου παραγωγικού πλούτου», εξηγεί ο Δρ. Ευθυμιόπουλος.

Στην παρούσα φάση, η Ελλάδα λειτουργεί ως διαμετακομιστικός κόμβος. Αυτό σημαίνει υποδομές, εργασία και τεράστια έσοδα για το κράτος. Ωστόσο η πλήρης απόδοση του έργου απαιτεί υπομονή. Σύμφωνα με τον καθηγητή, θα χρειαστεί τουλάχιστον μια δεκαετία για να δούμε αποτελέσματα, καθώς, πέρα από τους αγωγούς, απαιτούνται μελέτες, έργα υποδομής και η ενσωμάτωση μεγάλων σχεδίων, όπως αυτό της Chevron, που θα χρησιμοποιήσει τον διάδρομο τόσο για το αέριο όσο και για το πετρέλαιο.

Η παρουσία των ΗΠΑ στο εγχείρημα δεν είναι μόνο εμπορική αλλά φυσικά και πολιτική. Ο καθηγητής επισημαίνει τη δημιουργία ενός αμερικανοελληνικού κονσόρτιουμ που θα αναλάβει τη μεταφορά τεχνογνωσίας. Αυτή η σύγκλιση δημιουργεί ένα πλαίσιο ασφαλείας που θωρακίζει το έργο απέναντι σε πιέσεις. «Η Ελλάδα είναι μια χώρα που, παρά την οικονομική κρίση, παρέμεινε συνεπής στις υποχρεώσεις της. Αυτό αναγνωρίζεται και αποτελεί τη βάση για τη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική», διευκρινίζει. 

Πέρα από τους αγωγούς και τις εμπορικές συμφωνίες, ο Κάθετος Διάδρομος αποτελεί κι αμυντικό εγχείρημα. Ο Δρ. Μάριος Ευθυμιόπουλος, με τη θητεία του ως πολιτικό ερευνητικό προσωπικό στο ΝΑΤΟ, ξεκαθαρίζει ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν είναι πλέον μια αυτόνομη έννοια, αλλά ένας από τους κεντρικούς πυλώνες της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, δίπλα στην κυβερνοασφάλεια και την αντιμετώπιση υβριδικών απειλών.

Η συζήτηση για τον ρόλο της Αθήνας δεν μπορεί να γίνεται με όρους φτωχού συγγενή. Ο καθηγητής είναι κατηγορηματικός: «Η Ελλάδα είναι ισότιμο κράτος μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952. Έχει προσφέρει, τουλάχιστον μέχρι το 2001, περισσότερα από ένα τρισεκατομμύριο ευρώ σε στρατιωτικές και πολιτικές υποδομές. Ακόμα και στην περίοδο της οικονομικής κρίσης, όταν το όριο των δαπανών ήταν 2%, η Ελλάδα προσέφερε 2,25%. Ήμασταν εμείς, η Τουρκία και η Πολωνία οι κυριότεροι στυλοβάτες μετά τις ΗΠΑ».

Αυτή η συνέπεια εξαργυρώνεται σήμερα μέσω του Κάθετου Διαδρόμου. Η αναβάθμιση του ρόλου της χώρας μεταφράζεται σε πολιτική ασφάλεια της ενέργειας. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι η συμμαχία Ελλάδας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας και ΗΠΑ δημιουργεί ένα δίχτυ προστασίας που επιτρέπει την επέκταση των προτύπων ασφαλείας μέχρι την Ουκρανία. Το πιο κρίσιμο σημείο της ανάλυσής του, όμως, αφορά την αποτροπή: «Αν ποτέ γίνει οποιαδήποτε δολιοφθορά για πολιτικούς ή στρατιωτικούς λόγους από μια ξένη χώρα, η Ελλάδα μπορεί να επικαλεστεί τα άρθρα του ΝΑΤΟ. Η ενέργεια είναι πλέον πεδίο συλλογικής άμυνας».

Η ανάγκη για τον Κάθετο Διάδρομο γίνεται αντιληπτή με τον πιο δραματικό τρόπο όταν κοιτάξει κανείς τι συμβαίνει στο εσωτερικό της Ουκρανίας. Ο κ. Ευθυμιόπουλος, μεταφέροντας συγκλονιστικές λεπτομέρειες από τις επαφές του στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, περιγράφει έναν «ενεργειακό πόλεμο» δίχως έλεος. «Η Ουκρανία είναι μια εμπόλεμη χώρα, όχι απλά μια ζώνη. Το δημοσιονομικό έλλειμμα των εταιρειών ενέργειας εκεί είναι τεράστιο, όχι γιατί δεν έχουν πόρους, αλλά γιατί η Ρωσία καταστρέφει τα πάντα», σημειώνει. Η αποκάλυψη που σοκάρει είναι η ανάληψη της άμυνας από τους ίδιους τους ιδιώτες: «Υπάρχουν ιδιωτικές εταιρείες που αγοράζουν δικά τους αντιαεροπορικά συστήματα για να προστατεύσουν τις υποδομές τους. Πρόσφατα η μεγαλύτερη εταιρεία ενέργειας δέχθηκε επίθεση με 28 drones. Τα 26 καταρρίφθηκαν, αλλά τα δύο που πέρασαν προκάλεσαν τέτοια ζημιά που το Κίεβο έμεινε χωρίς ρεύμα για 20 ώρες μέσα στο καταχείμωνο».

Ο Κάθετος Διάδρομος λοιπόν είναι ο ομφάλιος λώρος που θα επιτρέψει στην Ουκρανία να χρησιμοποιήσει τις τεράστιες αποθήκες αερίου της, οι οποίες στην παρούσα φάση παραμένουν ανενεργές ή υπό διαρκή απειλή. Η διασύνδεση με το LNG δεν είναι απλώς εμπόριο είναι η στρατηγική επιβίωσης ενός ολόκληρου κράτους.

Στο πιο αιχμηρό κομμάτι της ανάλυσής του, ο καθηγητής στρέφεται κατά της ρωσικής στρατηγικής, την οποία χαρακτηρίζει ως «πολιτική Ρασπούτιν». Κατηγορεί τη Μόσχα για έναν ακραίο ιστορικό αναθεωρητισμό που αγγίζει άμεσα τα ελληνικά συμφέροντα. «Η Ρωσία δεν έχει συμπεριφερθεί καθόλου καλά στην Ελλάδα. Προσπαθούν να σβήσουν τον ελληνισμό της Αζοφικής, ισχυριζόμενοι ότι δεν υπήρχε κανείς εκεί πριν τους Ρώσους».

Σημειώνει δε ότι το λάθος των Ευρωπαίων είναι πως διαβάζουν τη Ρωσία με δυτικά γυαλιά. «Η Ρωσία του Πούτιν είναι ένα ολιγαρχικό καθεστώς που δεν λειτουργεί με πρότυπα δημοκρατίας. Ακόμα και η στήριξη που παρείχαν ιστορικά στην Τουρκία, δίνοντας όπλα για τη δημιουργία της μοντέρνας Τουρκίας, δείχνει ότι οι συμμαχίες τους είναι καιροσκοπικές».

Παρά το βαρύ αυτό κατηγορητήριο, ο καθηγητής αφήνει μια χαραμάδα για την ελληνική διπλωματία. Υποστηρίζει ότι η Ελλάδα, λόγω των ιστορικών δεσμών με τις κοινότητες του Πόντου και της Αζοφικής, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πυλώνα διαλόγου και διαμεσολάβησης. «Είμαστε ο σταθερός σύμμαχος της Δύσης, η είσοδος της ΕΕ μαζί με την Κύπρο και τη Βουλγαρία. Αλλά ακριβώς αυτή η σταθερότητα μας δίνει το δικαίωμα να γίνουμε ο χώρος όπου θα διεξάγονται οι μελλοντικές μεγάλες διαπραγματεύσεις».

Η σκιά του Nord Stream 2 και το ρωσικό αέριο από την πίσω πόρτα

Η ασφάλεια των υποδομών είναι το μεγάλο «στοίχημα» για τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων που απαιτούνται. «Υπάρχει πλέον η εμπειρία της δολιοφθοράς και δεν είναι απαραίτητο να γίνει οργανωμένα από έναν στρατό μπορεί να την κάνει ένας μεμονωμένος δράστης», σημειώνει ο καθηγητής, φέρνοντας ως παράδειγμα την καταστροφή του Nord Stream 2 που κόστισε δισεκατομμύρια και ακύρωσε ολόκληρους ενεργειακούς σχεδιασμούς.

Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη βιωσιμότητα του έργου είναι η συνεχιζόμενη, «γκρίζα» εισαγωγή ρωσικού φυσικού αερίου, το οποίο συχνά «βαφτίζεται» τουρκικό ή αζέρικο για να παρακάμψει τις ευρωπαϊκές απαγορεύσεις. Ο καθηγητής είναι αφοπλιστικός στην προσέγγισή του: «Ισχύουν τα πρότυπα στην παρανομία; Δεν νομίζω. Η παρουσία της Ελλάδας, της Κύπρου, του Ισραήλ και των βαλκανικών χωρών σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική πρέπει να συνοδεύεται από αυστηρές ρήτρες, όρους και κανόνες. Οτιδήποτε δεν έχει πρότυπα πρέπει να καταπολεμηθεί. Η Ελλάδα οφείλει να επενδύσει στα πανεπιστήμια, στις γεωπολιτικές και τεχνικές μελέτες, δημιουργώντας μια βιομηχανία μεταφοράς έρευνας και τεχνολογίας. Έτσι θα αναχαιτιστεί η παρανομία, με τη δημιουργία ενός ανώτερου, διαφανούς και τεχνικά άρτιου συστήματος που θα καταστήσει το back door αέριο μη ελκυστικό».

Ίσως η πιο ρηξικέλευθη πρόταση του Δρ. Ευθυμιόπουλου αφορά τη διαχείριση των εσόδων που θα αρχίσουν να εισρέουν στα κρατικά ταμεία σε περίπου μια δεκαετία από σήμερα. Ο καθηγητής προτείνει τη δημιουργία ενός Εθνικού Επενδυτικού Ταμείου, στα πρότυπα του περίφημου νορβηγικού fund, το οποίο θα λειτουργεί ως παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. «Πρέπει να δούμε πού πάνε τα πράγματα. Όταν η Ελλάδα θα ξεπληρώσει το χρέος της το 2068, τα παιδιά μας θα είναι μεγάλα. Τι θα τους έχουμε αφήσει;» αναρωτιέται. Το όραμά του περιλαμβάνει τη χρήση των ενεργειακών πόρων για την πλήρη αναμόρφωση της χώρας:

Νέος οδικός και αεροπορικός σχεδιασμός, μοντέρνες πόλεις που δένουν την ιστορία με την τεχνολογία
Ενεργειακή και ψηφιακή αρτιότητα για κάθε νησί του Αιγαίου και του Ιονίου
Χρήση του κεφαλαίου για την κοινωνική συνοχή, καθώς χωρίς δημογραφική ανάκαμψη δεν μπορεί να υπάρξει παραγωγή κεφαλαίου στο μέλλον

Η ανάλυση του Δρ. Ευθυμιόπουλου καταλήγει σε μια έκκληση για πολιτική γενναιότητα. Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική ευκαιρία να μεγαλουργήσει, αρκεί να αποδεχθεί τον ρόλο του ενεργειακού και τεχνολογικού πρωταγωνιστή. «Η ενορχήστρωση αυτής της ιδέας είναι διαχρονική, αλλά η υλοποίησή της θέλει πολιτική αποφασιστικότητα. Ο ελληνικός λαός πρέπει να καταλάβει την σχέση κερδίζω-χάνω. Κερδίζουμε πολλά, αλλά υπάρχει και ένα πολιτικό κόστος. Η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να κλειστεί στο κουβούκλιο».