Ωστόσο, σε θεμελιώδες επίπεδο, η συμφωνία αυτή θα αποτελέσει περισσότερο μια παύση παρά ένα οριστικό τέλος. Θα παγιώσει, αντί να τερματίσει, την αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν. Παράλληλα, δεν θα ανατρέψει τις περιφερειακές και παγκόσμιες αλλαγές που πυροδότησε ο πόλεμος, πολλές από τις οποίες είναι ιδιαίτερα προβληματικές για τις ΗΠΑ.
Η συμφωνία που φαίνεται να πλησιάζουν Ουάσιγκτον και Τεχεράνη, βασισμένη σε ένα «μνημόνιο κατανόησης» που διαπραγματεύονταν επίπονα τους τελευταίους δύο μήνες, αντιπροσωπεύει μια μινιμαλιστική προσέγγιση για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Αρχικά, θα επιβάλει μια εύθραυστη κατάπαυση του πυρός σε όλα τα μέτωπα. Θα απαιτήσει από το Ιράν και τις ΗΠΑ να άρουν τους αμοιβαίους αποκλεισμούς στο Στενό του Ορμούζ και πιθανότατα θα προσφέρει κάποια περιορισμένη ελάφρυνση των κυρώσεων προς την Τεχεράνη.
Ωστόσο, πολλά κρίσιμα ζητήματα – όπως το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και η συνολική αρχιτεκτονική των αμερικανικών κυρώσεων – παραπέμπονται σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις. Η συμφωνία δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικά βασικές ιρανικές δυνατότητες που επί χρόνια θεωρούνται απειλή για την περιοχή, όπως το πυραυλικό οπλοστάσιο και τα δίκτυα πληρεξουσίων οργανώσεων, μεταξύ των οποίων και η Χεζμπολάχ. Προσφέρει τη βραχυπρόθεσμη ανάπαυλα που χρειάζονται και οι δύο πλευρές, χωρίς όμως να αμβλύνει τη βαθύτερη αντιπαράθεση ΗΠΑ – Ιράν που διαρκεί εδώ και δεκαετίες.
Ο πόλεμος έχει ταυτόχρονα αποδυναμώσει και ενδυναμώσει ένα ιρανικό καθεστώς που παραμένει προσηλωμένο στην απομάκρυνση της αμερικανικής επιρροής από τη Μέση Ανατολή. Αν μη τι άλλο, η κυβέρνηση φαίνεται να έχει ριζοσπαστικοποιηθεί περαιτέρω. Οι σκληροπυρηνικοί θα παρουσιάσουν την επιβίωση του καθεστώτος και την ικανότητά του να ανταποδώσει τα πλήγματα απέναντι στην αμερικανική επίθεση ως μια ιστορική νίκη στον μακρόχρονο αγώνα κατά της αμερικανικής ισχύος.
Βεβαίως, οι ηγέτες του Ιράν θα πρέπει τώρα να αντιμετωπίσουν τη συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της χώρας. Ωστόσο, στο παρελθόν έχουν δείξει ελάχιστους ενδοιασμούς στο να καταστείλουν βίαια τέτοιες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Παράλληλα, είναι πιθανό να επιδιώξουν την ενίσχυση του πυραυλικού τους οπλοστασίου και του δικτύου περιφερειακών συμμάχων και πληρεξουσίων οργανώσεων. Η Τεχεράνη ενδέχεται επίσης να παραμείνει αδιάλλακτη στις επόμενες πυρηνικές διαπραγματεύσεις: ένα καθεστώς που έχει δεχθεί επανειλημμένες επιθέσεις από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ μπορεί να θεωρήσει ακόμη πιο πολύτιμη την αποτρεπτική ισχύ που προσφέρει η απόκτηση πυρηνικών όπλων. Το αντίστροφο μέτρημα για την επόμενη σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν ίσως ξεκινήσει τη στιγμή που θα τελειώσει η παρούσα.
Η σύγκρουση αυτή θα αφήσει πίσω της και μια δεύτερη περίπλοκη κληρονομιά: μια κατάσταση στην οποία το Ορμούζ δεν θα είναι κλειστό, αλλά ούτε και πλήρως ανοιχτό. Η ναυσιπλοΐα θα αυξηθεί με το τέλος των εχθροπραξιών, καθώς η παγκόσμια ανάγκη για ενέργεια από τον Κόλπο παραμένει μεγάλη. Όμως το Ιράν έχει διαπιστώσει ότι η γεωγραφική του θέση του προσφέρει τεράστια διαπραγματευτική ισχύ. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επιχειρήσει και στο μέλλον να ασκήσει πίεση μέσω του Ορμούζ, ίσως ακόμη και κατά τη διάρκεια των επερχόμενων πυρηνικών συνομιλιών.
Το γεγονός αυτό προστίθεται σε μια σειρά πρόσφατων εξελίξεων που έχουν καταστήσει αβέβαιο το μέλλον της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας. Ένα ασταθές περιβάλλον γύρω από το Ορμούζ σημαίνει επίσης ότι τα κράτη του Κόλπου θα πρέπει να επιταχύνουν τις προσπάθειές τους να μειώσουν την εξάρτησή τους από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό, επενδύοντας σε νέους αγωγούς και εναλλακτικές υποδομές.
Παράλληλα, ο πόλεμος έχει αναδιαμορφώσει την Αραβική Χερσόνησο. Ακόμη και πριν από την έναρξή του, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανταγωνίζονταν για επιρροή και στις δύο πλευρές της Ερυθράς Θάλασσας, από την Υεμένη έως το Κέρας της Αφρικής. Ο πόλεμος κατά του Ιράν ενέτεινε ακόμη περισσότερο αυτή την αντιπαλότητα.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αισθάνθηκαν εγκαταλελειμμένα από τους γείτονές τους στον Κόλπο, καθώς επωμίστηκαν το μεγαλύτερο μέρος των ιρανικών αντιποίνων. Ουσιαστική στήριξη έλαβαν μόνο από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Η δυσαρέσκεια αυτή οδήγησε σε μια κίνηση που ωρίμαζε εδώ και καιρό: την αποχώρηση των Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ. Η απόφαση αυτή ενδέχεται να προκαλέσει μια εντονότερη σαουδαραβική εκστρατεία περιορισμού της επιρροής των Εμιράτων, μέσω συμμαχιών με χώρες όπως η Αίγυπτος και το Κατάρ. Η Αραβική Χερσόνησος εμφανίζει έτσι σημάδια γεωπολιτικού κατακερματισμού, τη στιγμή που τόσο η Σαουδική Αραβία όσο και τα Εμιράτα καλούνται να διαχειριστούν ένα ανθεκτικό και οργισμένο Ιράν.
Η πρόκληση αυτή συνδέεται με μια τέταρτη δυναμική: την επιτάχυνση της πολιτικής εξισορρόπησης και αντιστάθμισης κινδύνων, καθώς η αμερικανική ισχύς εμφανίζεται ταυτόχρονα αναντικατάστατη και αναξιόπιστη. Οι αρχικές αεροπορικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν ανέδειξαν τις εντυπωσιακές δυνατότητες του αμερικανοϊσραηλινού συνασπισμού. Η πορεία του πολέμου επιβεβαίωσε επίσης ότι η στενότερη συνεργασία με τη Διοίκηση Κεντρικών Δυνάμεων των ΗΠΑ αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο προστασίας των κρατών του Κόλπου από ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους και drones.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι συγκρούσεις αποκάλυψαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να ενεργούν απρόβλεπτα και ότι η γεωγραφία παραμένει αμείλικτη. Οι ηγέτες της Σαουδικής Αραβίας, των Εμιράτων, του Κατάρ και του Μπαχρέιν παρατήρησαν ότι οι ΗΠΑ εισήλθαν στον πόλεμο χωρίς επαρκή σχεδιασμό για την προστασία του Στενού του Ορμούζ, ή για την αποτροπή ιρανικών αντιποίνων. Οι αμερικανικές βάσεις στο έδαφός τους μετατράπηκαν σε στόχους ιρανικών επιθέσεων.
Η γεωγραφική εγγύτητα καθιστά την ιρανική ισχύ μόνιμο παράγοντα για τις χώρες του Κόλπου. Γι’ αυτό και ενδέχεται να επιδιώξουν τη δική τους διαδικασία αποκλιμάκωσης ή προσέγγισης με την Τεχεράνη. Ακόμη και στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ θα αναζητήσουν εναλλακτικές συνεργασίες – με το Ισραήλ στην περίπτωση των Εμιράτων, ή με το Πακιστάν στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας – ώστε να αντισταθμίσουν την αβεβαιότητα της αμερικανικής πολιτικής.
Η τελευταία κληρονομιά αυτού του πολέμου είναι η αποδυνάμωση της παγκόσμιας ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών. Στην αρχή υπήρχε η ελπίδα ότι μια επιτυχημένη εκστρατεία κατά του Ιράν θα ενίσχυε τη διεθνή θέση της Ουάσιγκτον: θα αποδυνάμωνε έναν στρατηγικό εταίρο της Ρωσίας και της Κίνας, θα αναδιαμόρφωνε τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές και θα πρόβαλλε τις μοναδικές δυνατότητες προβολής ισχύος του αμερικανικού στρατού. Ωστόσο, ένας παρατεταμένος και περίπλοκος πόλεμος είχε διαφορετικά αποτελέσματα.
Η σύγκρουση επιδείνωσε τη χρόνια υπερέκταση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, μειώνοντας την επιχειρησιακή ετοιμότητα και εξαντλώντας αποθέματα πυρομαχικών. Εμβάθυνε επίσης την κρίση στις διατλαντικές σχέσεις, προκαλώντας έντονες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ. Η αμφιλεγόμενη συμπεριφορά του Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) – από απειλές για εγκλήματα πολέμου έως την προβολή ειρηνευτικών πρωτοβουλιών – δημιούργησε την εντύπωση ότι οι ΗΠΑ χειρίζονταν με αδέξιο τρόπο μια σοβαρή γεωπολιτική κρίση.
Οι συνέπειες αυτής της δύσκολης μεταπολεμικής κατάστασης ενδέχεται να απορροφούν αμερικανική προσοχή και πόρους για πολλά ακόμη χρόνια. Υπό αυτή την έννοια, ο πόλεμος του Τραμπ αποτελεί άλλη μία υπενθύμιση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν διαρκώς να απεμπλακούν από τις δαπανηρές συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής, μόνο και μόνο για να διαπιστώνουν ξανά και ξανά ότι παραμένουν παγιδευμένες σε μια περιοχή ταυτόχρονα δύσκολη και ζωτικής σημασίας.
