Κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει με βεβαιότητα τον ακριβή λόγο που ένας «κανονικός» άνθρωπος αποφασίζει να δώσει τέλος στη ζωή του. Ads Όταν όμως δύο ανήλικα κορίτσια πέφτουν μαζί από μία ταράτσα στην Ηλιούπολη, τότε μάλλον δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με μια προσωπική τραγωδία. Αλλά με ένα βαθύτερο κοινωνικό σύμπτωμα. Ads «Φέτος είναι η χρονιά που θα δώσω Πανελλήνιες εξετάσεις, αλλά φοβάμαι ότι δεν θα πάω καλά. Το ξέρω ότι δεν θα πάω καλά και έτσι θα καταλήξω με μια δουλειά που δεν θα μου δίνει λεφτά. Πλέον δεν με ευχαριστεί τίποτα από τη ζωή. Δεν μπορώ να δω τίποτα θετικό. Μαμά και μπαμπά, δεν θέλω πια να ζω». Ads Η τραγική υπόθεση δεν μας αφήνει να κοιμηθούμε. Επαναφέρει με δραματικό τρόπο το ζήτημα της ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων, αλλά και την ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών πρόληψης της αυτοκτονίας. Ads Αλλά αυτό το τελευταίο σημείωμα δεν είναι απλώς μια κραυγή απόγνωσης. Είναι η ακτινογραφία μιας κοινωνίας που παράγει άγχος, ανασφάλεια και αδιέξοδο ήδη από την εφηβεία.
Κάθε τέτοια υπόθεση γεννά αυθόρμητα την ανάγκη για μία αιτία: οι εξετάσεις, το σχολείο, το σπίτι, τα social media, ο έρωτας, το bullying, η κατάθλιψη, η πίεση. Η αλήθεια όμως είναι σχεδόν πάντα πιο σύνθετη. Η αυτοκτονικότητα στους εφήβους σπάνια εξηγείται από έναν μόνο παράγοντα.

Συνήθως αποτελεί το τελικό σημείο μιας διαδρομής όπου συσσωρεύονται ψυχική οδύνη, αίσθημα αδιεξόδου, οικογενειακές και κοινωνικές πιέσεις, τραύματα, απομόνωση, σχολικό άγχος, ντροπή και η αίσθηση ότι «δεν υπάρχει έξοδος».
Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στους εφήβους. Η ίδια κοινωνική ασφυξία εκδηλώνεται παντού. Στους δρόμους της Αττικής, για παράδειγμα, η βία γίνεται καθημερινότητα. Τα επεισόδια «road rage» αυξάνονται διαρκώς: οδηγοί πλακώνονται για μια θέση πάρκινγκ, για ένα κορνάρισμα, για μια προσπέραση.
Μικρές αφορμές μετατρέπονται μέσα σε δευτερόλεπτα σε εκρήξεις τυφλής επιθετικότητας. Αλλοτε θα περνούσαν χωρίς συνέπειες. Το ότι τώρα προκαλούν εκρήξεις, σημαίνει ότι κάτι έχει αλλάξει δραματικά.
Τι συνδέει άραγε έναν έφηβο που δεν βλέπει μέλλον με έναν ενήλικα που τσακώνεται για μια θέση στάθμευσης; Η κοινή ρίζα μοιάζει να είναι η ίδια: μια κοινωνία εξαντλημένη, θυμωμένη, ανασφαλής και χωρίς συλλογική προοπτική.
Η Ελλάδα της κρίσης δεν έχει φτωχύνει μόνο οικονομικά. Φτώχυνε συναισθηματικά, κοινωνικά και ηθικά. Οι νέοι μεγαλώνουν με τη βεβαιότητα ότι, ακόμη κι αν προσπαθήσουν, δύσκολα θα ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους. Οι μεγαλύτεροι κουβαλούν διαρκή πίεση, εργασιακή εξουθένωση και οργή που ξεσπά παντού: στον δρόμο, στο σπίτι, στο διαδίκτυο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν χειρότερα, αλλά «τρελαίνονται» ακούγοντας μία κυνική κυβερνητική εξουσία να υποστηρίζει ότι όλα πάνε καλύτερα. Και βλέπουν μια αντιπολίτευση με τα μικρά μαγαζάκια, να μην φωτίζουν την άκρη του τούνελ.
Για μικρούς και μεγάλους, ζητείται ελπίδα.