Την ώρα που ο χώρος της Αριστεράς μοιάζει να βυθίζεται σε μια ατελείωτη κρίση διάσπασης, προσωπικών στρατηγικών και πολιτικής αδυναμίας και ενώ η κυβέρνηση κάνει ότι δεν ακούει τον Ντίλιαν της κατασκοπείας που χτυπάει την πόρτα της, η ακρίβεια είναι πλέον η μόνη σταθερά της χώρας.

Τα στοιχεία για τον πληθωρισμό του Μαΐου αποτελούν ένα ηχηρό καμπανάκι. Στην Ελλάδα ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 5%, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης ήταν μόλις 3,2%. Με άλλα λόγια, οι τιμές στη χώρα μας αυξάνονται με ρυθμό κατά 56% υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Πρόκειται για μία από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η Ελλάδα κατέγραψε τις τρίτες υψηλότερες ανατιμήσεις, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία και τη Λιθουανία.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα επιμέρους στοιχεία. Στην ενέργεια οι τιμές αυξήθηκαν κατά 20,2%, επίδοση που αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη στην Ευρωζώνη. Στα τρόφιμα, δηλαδή στα αγαθά που επηρεάζουν άμεσα το καθημερινό τραπέζι των νοικοκυριών, οι ανατιμήσεις έφτασαν το 7,9%, δεύτερη χειρότερη επίδοση μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ. Αλλά και στις υπόλοιπες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, η αύξηση του 3,2% είναι η τρίτη υψηλότερη στην Ευρωζώνη.

Τα στοιχεία αυτά καταρρίπτουν το γνωστό επιχείρημα ότι για όλα φταίνε οι διεθνείς κρίσεις ή οι συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία και στο Ιράν. Οι ίδιες εξωτερικές πιέσεις επηρεάζουν όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Γιατί λοιπόν η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στις πρώτες θέσεις της ακρίβειας;

Η απάντηση βρίσκεται στην δομή της οικονομίας και την κυβερνητική πολιτική.  Σε πολλές αγορές κυριαρχούν λίγοι ισχυροί παίκτες, δημιουργώντας συνθήκες ολιγοπωλίου ή ακόμη και καρτέλ. Η έλλειψη ουσιαστικού ανταγωνισμού επιτρέπει την υπερβολική μετακύλιση του κόστους στους καταναλωτές και, συχνά, την εκμετάλλευση κάθε κρίσης ως ευκαιρίας για αύξηση των κερδών.

Η κερδοσκοπία βρίσκει πρόσφορο έδαφος όταν ο έλεγχος είναι ανεπαρκής και η πολιτική βούληση ανύπαρκτη.

Κι όμως, αυτή η συζήτηση απουσιάζει από το πολιτικό προσκήνιο. Η κυβέρνηση αποφεύγει τις δύσκολες ερωτήσεις. Ο κ. Μητσοτάκης το παίζει συνταγματολόγος μήπως και στρέψει αλλού την κουβέντα. Η κατακερματισμένη αντιπολίτευση αδυνατεί να αναδείξει με πειστικό τρόπο το μεγαλύτερο πρόβλημα της καθημερινότητας.

Έτσι, μέσα στον θόρυβο των σκανδάλων και των διασπάσεων περνά σχεδόν απαρατήρητο το γεγονός ότι οι Έλληνες πληρώνουν ξανά ακριβότερα από τους περισσότερους Ευρωπαίους για να ζήσουν. Ελλάς, τι θα γίνει φίλε μου μ’ εμάς, που λέει και το τραγούδι.