Η εξαγγελία του Κυριάκου Μητσοτάκη για μια «γενναία» και «τολμηρή» συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι μια πρωτοβουλία για τους θεσμούς. Είναι μια καθαρά πολιτική κίνηση, σχεδιασμένη να αλλάξει την ατζέντα τη στιγμή που η κυβέρνηση πιέζεται από παντού: ΟΠΕΚΕΠΕ, κρίση αξιοπιστίας των θεσμών, εργατικά ατυχήματα και υποκλοπές.
Όταν το έδαφος τρίζει, o Μητσοτάκης δεν διστάζει να μετατρέψει το Σύνταγμα σε επικοινωνιακό καταφύγιο.
Ο πρωθυπουργός μιλά για το Σύνταγμα «του 20ού αιώνα» που δεν ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της εποχής. Αποσιωπά όμως το βασικό: το πρόβλημα της χώρας δεν είναι ότι το Σύνταγμα είναι παλιό, αλλά ότι παραβιάζεται συστηματικά.
Δεν χρειάζεται αναθεώρηση ένα Σύνταγμα που δεν εφαρμόζεται· χρειάζεται πάνω από όλα σεβασμό. Όπως το έθεσε ωμά ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του. Διαφορετικά, η συζήτηση είναι κενή περιεχομένου.
Η κυβέρνηση που ζητά σήμερα «ευρύτερες συναινέσεις» για τις συνταγματικές αλλαγές, είναι η ίδια που δεν μπορεί –ή δεν θέλει– να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες πλειοψηφίες για τον διορισμό των ανεξάρτητων αρχών. Είναι η κυβέρνηση των παρακολουθήσεων, της θεσμικής αδιαφάνειας και των εξεταστικών επιτροπών-παρωδία.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η εμμονή στο άρθρο 86, που προστατεύει τους υπουργούς. Εδώ απλώς χρειαζόταν να πει ότι θα σταματήσει η ατιμωρησία και θα υιοθετηθούν οι κανόνες ισοπολιτείας που ισχύουν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.
Ο κ. Μητσοτάκης δηλώνει εδώ και χρόνια υπέρ της αλλαγής του, όμως αποφεύγει να μπει στον πυρήνα του προβλήματος: όχι αν θα αλλάξει το άρθρο, αλλά ποιος θα ελέγχει τη διαδικασία δίωξης. Με μια κυβερνητική πλειοψηφία που διατηρεί τον έλεγχο, η «μεταρρύθμιση» κινδυνεύει να λειτουργήσει ως νέο φύλλο συκής για την ατιμωρησία.
Το ίδιο ισχύει και για την αναθεώρηση του άρθρου 16. Η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων παρουσιάζεται ως εκσυγχρονισμός, αλλά στην πράξη επιχειρείται η συνταγματική νομιμοποίηση ενός ήδη αμφισβητούμενου εγχειρήματος, με πρόχειρες δομές και αμφίβολη ποιότητα. Το «Σκόιλ Ελικίκου» σε συνταγματική έκδοση, όπως εύστοχα σημειώνει η Νέα Αριστερά.
Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι οι αναφορές στη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και στην περιβαλλοντική προστασία. Πίσω από τη ρητορική περί «βαθέος κράτους» και «αξιολόγησης» διαφαίνεται η πρόθεση κομματικού ελέγχου της δημόσιας διοίκησης, ενώ η αναθεώρηση του άρθρου 24 επαναφέρει έναν παλιό «οικογενειακό» στόχο: τη χαλάρωση κάθε σοβαρού φραγμού στην ανεξέλεγκτη «αξιοποίηση» φυσικών πόρων.
Είναι θετικό το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ δηλώνει πώς θα επιδιώξει συνεννόηση με ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά για την αλλαγή του άρθρου 86 σχετικά με την άρση ασυλίας των υπουργών.
Η αντιπολίτευση, με όλες τις επιμέρους διαφορές της, πρέπει να θέσει όρια: δεν μπορεί να υπάρξει λευκή επιταγή σε μια κυβέρνηση που έχει δείξει εμπράκτως ότι αντιμετωπίζει το Σύνταγμα ως εργαλείο και όχι ως κανόνα. Η συνταγματική αναθεώρηση, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι απόπειρα θεσμικού ξεπλύματος δια της επικοινωνίας.
Ο Μητσοτάκης θέλει τόσο να αποκαταστήσει το Σύνταγμα, όσο οι βιαστές τα θύματα τους.
