Η Αθήνα πνίγηκε ξανά. Όχι μεταφορικά, αλλά κυριολεκτικά. Ρέματα υπερχείλισαν, δρόμοι έγιναν ποτάμια, συγκοινωνίες κατέρρευσαν, άνθρωποι εγκλωβίστηκαν, μια γυναίκα έχασε τη ζωή της πάνω σε ένα μπαζωμένο ρέμα που βαφτίστηκε «οδός».
Κι όμως, τίποτα από αυτά δεν ήταν απρόβλεπτο. Το νερό, όπως σωστά ειπώθηκε σε μία πρόσφατη ημερίδα στο ΤΕΕ, «έχει μνήμη». Η πολιτεία όμως έχει αμνησία.
Έναν χρόνο πριν, επιστήμονες, μηχανικοί και υπηρεσιακοί παράγοντες περιέγραψαν με ακρίβεια τι θα συμβεί αν συνεχίσουμε έτσι. Όχι αν, αλλά πότε. Και τώρα που το «πότε» έγινε «χθες», ξαναζούμε το ίδιο έργο: εικόνες καταστροφής, δηλώσεις έκπληξης, επίκληση της κλιματικής κρίσης, και μετά σιωπή. Στο ίδιο έργο θεατές.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και καταδικαστικά. Από τα 158 έργα αντιπλημμυρικής προστασίας που προβλέπει το σχέδιο της Περιφέρειας Αττικής, συνολικού κόστους 1,2 δισ. ευρώ, μόλις 13 εκτελούνται. Χρηματοδότηση έχει εξασφαλιστεί μόνο για 165 εκατομμύρια, όλα από ευρωπαϊκούς πόρους. Τα υπόλοιπα βρίσκονται «στον αέρα»: χωρίς μελέτες, χωρίς χρονοδιάγραμμα, χωρίς πολιτική βούληση. Με άλλα λόγια, η Αττική είναι ανοχύρωτη όχι από άγνοια, αλλά από επιλογή.
Και ας σταματήσει επιτέλους αυτό το βολικό άλλοθι των «ακραίων καιρικών φαινομένων». Πράγματι αυτά υπάρχουν ,αλλά δεν έχει γίνει καμία προετοιμασία για την αντιμετώπιση τους.
Άλλωστε οι πλημμύρες στη Βουλιαγμένης, στην Πειραιώς, στην Ποσειδώνος ή στη Σπύρου Λούη δεν οφείλονται σε υπερχειλίσεις ρεμάτων. Οφείλονται στο γεγονός ότι το νερό δεν βρίσκει δρόμο να φτάσει σε αυτά. Ανεπαρκή δίκτυα ομβρίων, μπαζώματα, τσιμέντο παντού, αυθαίρετα που φράζουν τη ροή, έργα εγκιβωτισμού που ξεκίνησαν και εγκαταλείφθηκαν. Αυτό δεν είναι φυσική καταστροφή. Είναι πολιτική.
Τι θα έπρεπε να είχε γίνει; Τα αυτονόητα: απελευθέρωση ρεμάτων, κατεδάφιση αυθαιρέτων, κατασκευή λεκανών ανάσχεσης, αντιπλημμυρικές ζώνες, σύγχρονα δίκτυα ομβρίων, χρηματοδότηση με προτεραιότητα στην πρόληψη και όχι στην αποκατάσταση. Κυρίως, λογοδοσία. Όχι άλλοι ειδικοί στα πάνελ – αυτοί μίλησαν. Ώρα να μιλήσουν οι κυβερνητικοί αρμόδιοι και να απαντήσουν στο μόνο κρίσιμο ερώτημα: όχι τι θα πάθουμε, αλλά γιατί δεν κάναμε όσα ξέραμε ότι έπρεπε.
