Τη στιγμή που ο πόλεμος στο Ιράν δείχνει να βαδίζει σε οριστικό τέλος μετά τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν που ενισχύει τον ρόλο της Τεχεράνης στην αγορά,  επιχειρήσεις και πολίτες παίρνουν βαθιά ανάσα καθώς οι τιμές του πετρελαίου αναμένεται να μειωθούν σημαντικά μετά το σοκ που προκάλεσαν οι αυξήσεις τους τελευταίους μήνες.

AAP / Jay Kogler via REUTERS

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) εκτιμά ότι μετά τον πόλεμο στο Ιράν η ζήτηση για πετρέλαιο θα αυξηθεί και θα διαμορφωθεί σε 102 – 103 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2026 για να φτάσει τα 104 – 105 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2027. Εντωμεταξύ ο ΟΠΕΚ εκτιμά ότι η παγκόσμια ζήτηση παγκόσμια ζήτηση θα φτάσει τα 113,3 εκατομμύρια βαρέλια τη μέρα, σύμφωνα με το Reuters.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

H συμφωνία ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν θα ευνοήσει την Τεχεράνη που πλέον απαλλάσσεται των κυρώσεων και μπορεί να κινείται ελεύθερα στο εμπόριο πετρελαίου. Κερδισμένη από τον πόλεμο είναι επίσης η Ρωσία που σύμφωνα με πληροφορίες των Kpler και Reuters εξάγει περίπου 8,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως (αργό πετρέλαιο + πετρελαϊκά προϊόντα), ενώ πριν τον πόλεμο δεν ξεπερνούσε τα 7 εκατ. ημερησίως

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το Ιράν από την πλευρά του, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Bloomberg από εταιρείες παρακολούθησης δεξαμενόπλοιων (Kpler, Vortexa), πριν την κρίση του 2026 εξήγαγε περίπου 1,6 -1,9 εκατ. βαρέλια πετρελαίου τη μέρα. Κατά τη διάρκεια της κρίσης οι ροές υποχώρησαν δραματικά, αλλά η αγορά θεωρεί ότι η «κανονική» εξαγωγική ικανότητα του Ιράν παραμένει γύρω στα 1,5 – 2,0 εκατ. βαρέλια τη μέρα.

Από την πλευρά της η Κίνα χρησιμοποίησε μέρος των στρατηγικών της αποθεμάτων πετρελαίου αντί να αυξήσει τις εισαγωγές της. Ωστόσο, ο IEΑ ανέφερε ότι η ζήτηση αργού πετρελαίου της χώρας μειώθηκε κατά περίπου 1,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον Απρίλιο και κατά επιπλέον 820.000 βαρέλια ημερησίως τον Μάιο.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Επισημαίνεται ότι υπάρχουν ενδείξεις πως ο τεράστιος στόλος ηλεκτρικών οχημάτων της Κίνας συμβάλλει στη μείωση της εξάρτησής της από το πετρέλαιο. 

Η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν έχει οδηγήσει πτώση των τιμών. Μετά την ανακοίνωση της προσωρινής συμφωνίας, οι τιμές του Brent υποχώρησαν έντονα από τα υψηλά της κρίσης, καθώς οι επενδυτές άρχισαν να υπολογίζουν την επιστροφή ιρανικών, σαουδαραβικών, ιρακινών και εμιρατινών ποσοτήτων στην αγορά.

Αρκετές κυβερνήσεις και στην Ευρώπη πιθανότατα θα χρησιμοποιήσουν το φθηνότερο πετρέλαιο για να ξαναχτίσουν στρατηγικά αποθέματα, απορροφώντας μέρος της νέας προσφοράς. Η Γερμανία, για παράδειγμα, ήδη εξετάζει τη διαχείριση των αποθεμάτων που χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια της κρίσης. Ας σημειωθεί ότι η Γερμανία αντιμετωπίζει χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου με τη στάθμη των αποθηκών της να διαμορφώνεται σε 37,5% έναντι 45,6% που είναι ο μέσος όρος στην Ευρώπης

Ο ΙΕΑ θεωρεί ότι, εφόσον διατηρηθεί η ειρήνη και ανοίξουν πλήρως τα Στενά του Ορμούζ, οι πρόσθετες ποσότητες πετρελαίου θα είναι αρκετές όχι μόνο για να καλύψουν την αυξημένη ζήτηση αλλά και για να ξαναγεμίσουν τα στρατηγικά αποθέματα που εξαντλήθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Αν η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν επιβιώσει και επανέλθουν τα ιρανικά, σαουδαραβικά, ιρακινά και τα βαρέλια των ΗΑΕ στην αγορά, η πιθανότερη τάση για το 2027 είναι η τιμή του Brent να βρεθεί στην περιοχή των 55-65 δολαρίων ανά βαρέλι. 

Η Ευρώπη είναι ίσως ο μεγαλύτερος ωφελημένος, καθώς παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη στις ενεργειακές κρίσεις μετά την απώλεια μεγάλου μέρους των ρωσικών ενεργειακών ροών.

Φθηνότερο πετρέλαιο σημαίνει χαμηλότερο κόστος μεταφορών, μικρότερη πίεση στις τιμές των καυσίμων, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία και μικρότερες πληθωριστικές πιέσεις. Οι Βρυξέλλες αποζητούν ιδιαίτερα μια τέτοια εξέλιξη λόγω των πληθωριστικών πιέσεων που δέχονται τα κράτη – μέλη τους.

Αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ήδη εκτιμούν ότι ένα παγκόσμιο πλεόνασμα πετρελαίου το 2027 θα μπορούσε να οδηγήσει τις τιμές ακόμη και κάτω από τα προπολεμικά επίπεδα.

Ο IEA προειδοποιεί ότι η πλήρης αποκατάσταση των ροών δεν θα γίνει από τη μία μέρα στην άλλη. Οι θαλάσσιες μεταφορές, οι ασφαλιστικές καλύψεις, οι υποδομές, η επανεκκίνηση των κοιτασμάτων και όσα επηρέασε ο πόλεμος στο Ιράν απαιτούν χρόνο να επανέλθουν. Για αυτόν τον λόγο η αγορά ενδέχεται να παραμείνει σχετικά «σφιχτή» μέχρι τα τέλη του 2026, πριν εμφανιστεί το μεγάλο πλεόνασμα το 2027.

Επιπλέον, αρκετές κυβερνήσεις πιθανότατα θα χρησιμοποιήσουν το φθηνότερο πετρέλαιο για να ξαναχτίσουν στρατηγικά αποθέματα, απορροφώντας μέρος της νέας προσφοράς. Η Γερμανία, για παράδειγμα, ήδη εξετάζει τη διαχείριση των αποθεμάτων που χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια της κρίσης.