Μερικές φορές εύχεται κανείς να μπορούσε να πατήσει ένα κουμπί και να κάνει undo, όπως συμβαίνει στους υπολογιστές. Μία από αυτές τις φορές είναι και η τρέχουσα για τους Βρετανούς, οι οποίοι καθώς φαίνεται κάνουν… δεύτερες σκέψεις για το Brexit, ακριβώς δέκα χρόνια από τότε που ψήφισαν «Leave». Σήμερα, με τις συνέπειες της εξόδου από την Ε.Ε. να είναι αισθητές στο πετσί του μέσου Βρετανού και όχι μόνο, το κύριο θέμα συζήτησης στην πολιτική κρίση που έχει ξεσπάσει είναι το Brexit. «Ενα καταστροφικό λάθος», χαρακτήρισε την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση ο παραιτηθείς υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ, ζητώντας την αντικατάσταση του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ και ανοίγοντας τον εμφύλιο στους Εργατικούς με αλληλοκατηγορίες για πολιτική αυτοκτονία και επαναδιατυπώσεις αιτημάτων επανασύνδεσης με την ευρω-οικογένεια.
Ο -δημοφιλής- δήμαρχος του Μάντσεστερ Αντι Μπέρναμ βλέπει ότι η αμφισβήτηση του Brexit ανοίγει τον δρόμο προς το Κοινοβούλιο, καθώς ο Νάιτζελ Φαράζ και το Reform UK καταγράφουν εντυπωσιακή άνοδο σε πρώην προπύργια του Brexit. Και βλέπει παραπάνω από το 50% των Βρετανών, στη δημοσκόπηση της More in Common, να δηλώνει ότι σήμερα θα ψήφιζε υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Τι πήγε στραβά, λοιπόν;
Ολα! Αλλωστε και ο Στάρμερ είχε παραδεχθεί σε ανύποπτο χρόνο ότι «το Brexit έπληξε σημαντικά την οικονομία μας». Το κόστος του διαζυγίου εκτιμάται μεταξύ 180 και 240 δισ. στερλινών για τη βρετανική οικονομία. Σύμφωνα με έρευνες, κάθε Βρετανός έχασε τουλάχιστον 21.000 ευρώ από την ώρα του διαζυγίου και μετά, ή χάνει μεταξύ 2.000 και 3.400 λιρών τον χρόνο, με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ να είναι κατά 6% χαμηλότερο απ’ ό,τι θα ήταν εάν έμενε στην ευρω-οικογένεια. Οι επενδύσεις μειώθηκαν κατά 12% με 18%, δύο εκατομμύρια θέσεις εργασίας χάθηκαν, το εμπόριο μειώθηκε κατά 15%, οι φόροι αυξήθηκαν στο υψηλότερο επίπεδο μετά το 1945 και η παραγωγικότητα κατέρρευσε. Με αυτά να είναι μόνο ένα κομμάτι των συνεπειών του Brexit, το λέει κανείς και καταστροφή…
Αγορά ακινήτων
Τα κτίρια-φαντάσματα του Σίτι και το σιωπηλό crash στα οικιστικά
Στο πολύβουο Σίτι του Λονδίνου, η εικόνα δεν είναι ακριβώς όπως ήταν παλιά. Σε αντίθεση με τα μοντέρνα και τα νεόκτιστα, τα μεγαλύτερης ηλικίας επαγγελματικά ακίνητα δεν είναι τόσο δημοφιλή. Πολλά από αυτά στέκουν ερειπωμένα και σιωπηλά, σαν φαντάσματα της παλιάς τους αίγλης. Μετά το δημοψήφισμα, περισσότερες από 440 φίρμες σχετικές με τον χρηματοπιστωτικό τομέα και την οικονομία μετακόμισαν κάποιες από τις υπηρεσίες τους από το μέχρι τότε οικονομικό κέντρο της Γηραιάς Ηπείρου στην Ε.Ε. Μαζί τους, πήραν περισσότερα από 900 δισ. λίρες σε τραπεζικά assets, όπως επενδυτικά χαρτοφυλάκια, επιχειρηματικά δάνεια και cash reserves, που αποτιμώνται περίπου στο 10% του τραπεζικού συστήματος του Ηνωμένου Βασιλείου.Συνεπεία τούτου, η αγορά επαγγελματικών ακινήτων και κυρίως η αγορά των γραφείων στο οικονομικό κέντρο του Λονδίνου, το Σίτι, κατέρρευσε, αφού μειώνονταν οι εταιρείες ή οι υπηρεσίες που έδρευαν εκεί και φυσικά οι εργαζόμενοί τους.
Με τη γλώσσα των αριθμών, σύμφωνα με στοιχεία της Savills Plc, τον Μάρτιο του 2017 οι επενδύσεις σε κτίρια γραφείων και γραφεία στο Λονδίνο έπεσαν κατά 17% στα 15,9 δισ. λίρες. Για το έτος που πέρασε, ωστόσο, σύμφωνα με έρευνα της Colliers, οι επενδύσεις σε γραφεία στο Λονδίνο έφτασαν τα 9,47 δισ. λίρες και μάλιστα αυξημένες κατά 52% σε σχέση με τα 6,21 δισ. του 2024!
Στο μεταξύ στο «στραβό κλήμα» του Brexit και της φυγής εταιρειών του χρηματοπιστωτικού τομέα, προστέθηκε και ο «γάιδαρος» που έδωσε τη χαριστική βολή στο εμπορικό real estate του Σίτι: ο λόγος για την πανδημία του κορωνοϊού από την οποία η πόλη δεν έχει ακόμα επανέλθει, αφού τα γραφεία που είναι πιασμένα αποτελούν μόνο το 37% του αριθμού των προ-πανδημικών επιπέδων (55% στο Σίτι). Οι ιδιοκτήτες των ακινήτων που δεν πληρούν τα κριτήρια των πιο μοντέρνων κτιρίων τα οποία προτιμώνται για γραφεία (π.χ. βιοκλιματικά, χαμηλή κατανάλωση ενέργειας) βλέπουν τη ζήτηση γι’ αυτά να έχει μηδενίσει, μέχρι να αποφασίσουν ή να μπορέσουν να προβούν σε ανακαινίσεις που θα προσελκύσουν νέους ενδιαφερόμενους.
Υποθηκευμένα σπιτια
Διαφορετική είναι η κατάρρευση που έφερε στην αγορά των οικιστικών ακινήτων το Brexit. Εδώ συμβαίνει αυτό που οι Βρετανοί οικονομολόγοι ονομάζουν «silent crash», δηλαδή σιωπηλή κατάρρευση. Οπως εξηγούν, καθώς τα 2/3 των ενήλικων Βρετανών είναι ιδιοκτήτες κατοικιών και η συντριπτική πλειοψηφία (εικάζεται περί το 90%) αυτών των κατοικιών είναι υποθηκευμένα ακίνητα σε τράπεζες, η κυβέρνηση της χώρας θα κάνει το παν για να στηρίξει την αγορά, ή να την κάνει να φαίνεται υγιής. Και αυτό γιατί εάν καταρρεύσει η αγορά του οικιστικού real estate, θα συμπαρασύρει μαζί της και το τραπεζικό σύστημα.
Κλείσιμο
Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα; Η ζήτηση για οικιστικά ακίνητα και ειδικά διαμερίσματα στο Λονδίνο είναι τόσο χαμηλή που οι τιμές καταρρέουν, με τους ιδιοκτήτες να κάνουν προσφορές και εκπτώσεις μέχρι και 100.000 λιρών εν μια νυκτί, ενώ η οικοδομή στον τομέα των κατοικιών καταρρέει κατά 84% σε επίπεδο δεκαετίας, ακριβώς λόγω της σχεδόν μηδενικής ζήτησης!
Από την ημέρα του Brexit μέχρι σήμερα, η αγορά οικιστικών ακινήτων κλυδωνίζεται. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα του Λονδίνου, όπου κεντρικές, διάσημες γειτονιές του όπως το Κένσινγκτον, το Γουέστμινστερ και το Τσέλσι βλέπουν τις τιμές των κατοικιών σε ελεύθερη πτώση, ή έστω σε λιμνάζοντα νερά. Για παράδειγμα, στο Κένσινγκτον και το Τσέλσι, οι τιμές το 2025 έπεσαν στο χαμηλότερο επίπεδό τους από το 2013, μετά από μια πτώση 15% την αμέσως προηγούμενη χρονιά.
Σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο σήμερα, όπως σημειώνουν οικονομικοί αναλυτές (π.χ. ratio analytics), τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα, αφού οι πραγματικές τιμές των ακινήτων βρίσκονται ήδη στο χαμηλότερο σημείο της τελευταίας 20ετίας και έχουν πτωτική τάση. Ενα ακίνητο μέσης αξίας 370.000 λιρών το 2006, ενώ είχε περίπου την ίδια τιμή το 2016, όταν αποφασιζόταν το Brexit, σήμερα πωλείται λιγότερο από 270.000. Ή, για την ακρίβεια, δεν πωλείται, αφού η ζήτηση έχει σχεδόν μηδενιστεί, όπως σημειώνουν τοπικοί παράγοντες του real estate, με αποτέλεσμα να βλέπουμε αγοραπωλησίες ακινήτων αξίας άνω του εκατομμυρίου, προ δεκαετίας, με την τιμή τους μειωμένη κατά 60%!
Το βαρέλι δεν έχει πάτο, καθώς φαίνεται, αφού στο Λονδίνο οι τιμές των κατοικιών καταγράφουν διαρκή πτώση τους τελευταίους επτά μήνες, με τη μεγαλύτερη (τεράστια) ζημιά να υπόκεινται οι μέχρι πρότινος περιζήτητες πολυτελείς περιοχές. Ετσι, φέτος οι τιμές των κατοικιών μειώθηκαν περισσότερο από 12% στο Γουέστμινστερ, το οποίο περιλαμβάνει περιζήτητες περιοχές όπως το Μέιφερ και το Νάιτσμπριτζ, και κατά 11% στο Κένσινγκτον και το Τσέλσι. Σε ετήσια βάση, η μέση τιμή των κατοικιών στην πρωτεύουσα έπεσε κατά 3,3%, στις 542.000 λίρες το έτος, έως τον Φεβρουάριο, σε σύγκριση με ετήσια πτώση 1,9% τον προηγούμενο μήνα, σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (ONS).

Για να μην ξεχνιόμαστε με το δικό μας Grexit του 2015 – Η οικονομία αιμορραγεί από το «αυτογκόλ» του 2016 και το «διαζύγιο» με την ΕΕ – Οι φόροι αυξήθηκαν στο υψηλότερο επίπεδο μετά το 1945
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Η ζήτηση για οικιστικά ακίνητα στο Λονδίνο είναι τόσο χαμηλή που οι τιμές καταρρέουν, με τους ιδιοκτήτες να κάνουν εκπτώσεις μέχρι και 100.000 λιρών
Οι τιμές στην κορυφαία κατηγορία της αγοράς ακινήτων του Λονδίνου φαίνεται να έχουν πληγεί ιδιαίτερα, με περιοχές υψηλής ζήτησης όπως το Γουέστμινστερ, το Κένσινγκτον, το Κάμντεν και το Χάμερσμιθ να σημειώνουν τεράστιες πτώσεις στις αξίες. Περισσότερο από το ήμισυ (53%) των ατόμων με υψηλή καθαρή θέση ανησυχούν για το μέλλον της κύριας κατοικίας τους, σύμφωνα με τον τελευταίο Δείκτη Πλούτου Saltus.
Την περασμένη εβδομάδα, η City AM αποκάλυψε ότι η αγορά πολυτελών κατοικιών του Λονδίνου υπέστη τη μεγαλύτερη πτώση της τελευταίας δεκαετίας, καθώς οι πωλήσεις ακινήτων υψηλής κατηγορίας σημείωσαν τη μεγαλύτερη μείωση, 37% σε ετήσια βάση.
Για τον μέσο εργαζόμενο του Λονδίνου, οι τιμές των διαμερισμάτων βρίσκονται πλέον κάτω από το εννιαπλάσιο των ετήσιων αποδοχών του, το πιο προσιτό επίπεδο των τελευταίων 12 ετών, σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg. Σε πραγματικούς όρους, τα διαμερίσματα στην πρωτεύουσα είναι 22% φθηνότερα απ’ ό,τι πριν το Brexit.
To 2017, το κόστος ενός διαμερίσματος στο Λονδίνο ήταν πάνω από 12 φορές τα μέσα ετήσια εισοδήματα των εργαζομένων, παρόλο που οι εργαζόμενοι στην πρωτεύουσα λαμβάνουν σημαντικά υψηλότερους μισθούς σε σύγκριση με το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο. Για «τέλεια καταιγίδα» στην αγορά κατοικιών του Λονδίνου κάνει λόγο ο δήμαρχος της πόλης Σαντίκ Καν, περιγράφοντάς τη ως «τη συνέχεια των συνεπειών του Brexit», στο οποίο αποδίδει και την επιβράδυνση της οικοδομής, λόγω της έλλειψης εργατών, του disruption της εφοδιαστικής αλυσίδας και του κόστους των οικοδομικών υλικών.
Επενδυτές πουθενά
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι πραγματικές τιμές των στεγαστικών ακινήτων έχουν πέσει πάνω από 20% από την εποχή του peak τους. Από πέρυσι, μάλιστα, καθώς οι αγοραστές κατοικιών γίνονται όλο και πιο… σπάνιοι, την κτηματαγορά έχει καταλάβει ένα κύμα εκπτώσεων, με μειώσεις τιμών μέχρι και κατά 100.000 λίρες εν μια νυκτί! Αυτό για κάποιους είναι ένα σημάδι κατάρρευσης της αγοράς ή απελπισίας των πωλητών.
Παρά τις «εκπτώσεις», ωστόσο, οι επενδυτές δεν φαίνονται στον ορίζοντα. Οι Βρετανοί πιθανοί αγοραστές δεν αγοράζουν επειδή περιμένουν περαιτέρω διόρθωση των τιμών κατά 20%-30% σε ονομαστικές αξίες, αλλά κυρίως επειδή δεν βγαίνουν…
Το πρόβλημα είναι η έλλειψη των αγοραστών πρώτης κατοικίας -π.χ. των νεόνυμφων ζευγαριών- που αδυνατούν να καλύψουν το λεγόμενο deposit floor, δηλαδή τη μίνιμουμ προκαταβολή χρηματοδότησης, ύψους 27.000 λιρών για να αποκτήσουν πρόσβαση σε δανεισμό για την απόκτηση κατοικίας – ποσό στο οποίο πρέπει να προστεθούν περίπου 30.000 λίρες για τη μετακόμιση και άλλα έξοδα.
Και δεν είναι μόνο η προκαταβολή. Καθώς οι μισθοί παραμένουν τουλάχιστον στάσιμοι την τελευταία δεκαετία και η έγκριση των στεγαστικών δανείων βασίζεται στο εισόδημα που εμφανίζει ο αιτών, πολύ απλά αρκετοί δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, ακόμα κι αν τεχνικά θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις δόσεις. Και αφού τα έξοδα συντήρησης είναι δυσανάλογα μεγάλα και ο κόσμος φαίνεται εξαιρετικά ασταθής αυτή τη στιγμή, για πολλούς δεν φαίνεται να είναι η κατάλληλη στιγμή να αναλάβουν μια τεράστια, μακροπρόθεσμη οικονομική δέσμευση. Αυτό αφήνει τα ακίνητα στα αζήτητα και ωθεί την αγορά ενοικίασης, η οποία αναπτύσσεται με ρυθμό 4% ανά έτος, με το μέσο ενοίκιο στις 2.716 λίρες τον μήνα στο Λονδίνο και τις 1.370 μηνιαίως εκτός Λονδίνου σύμφωνα με την ONS.
Ιδιοκτήτες σε απόγνωση
Η κατάσταση είναι υπέρ το δέον δραματική στα διαμερίσματα – και δη στο κεντρικό Λονδίνο. Με τις τιμές να είναι ούτως ή άλλως σε περιοχή υπερτίμησης (μέση τιμή 449.000 λίρες για ένα διαμέρισμα το 2025, περίπου ίδια με το 2016) και με εξωφρενικές χρεώσεις κοινοτικών υπηρεσιών για «υπηρεσίες» όπως τα μπαλκόνια (!) ή η τηλεόραση (!), υπάρχουν διαμερίσματα που προκαλούν οικονομική αιμορραγία στους ιδιοκτήτες τους, αφού εμφανίζονται να χάνουν 85.000 λίρες στην τραπεζική τους αποτίμηση ανά διετία!
Φωνές για επιστροφή στην Ε.Ε. μετά τη νέα πολιτική κρίση
Πως κατέρρευσε το NHS
Εάν υπήρχε ένας τομέας για τον οποίο όλοι οι Βρετανοί είχαν πειστεί πως θα βγει κερδισμένος από το Brexit, αυτός ήταν της δημόσιας υγείας. Στην πράξη, όμως, το NHS, μετά την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ενωση έχει καταρρεύσει, με το κόστος να μην αποτιμάται, δυστυχώς, (μόνο) σε λίρες, αλλά σε χαμένες ανθρώπινες ζωές. Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου του Σάρεϊ, 1.485 ασθενείς που θα μπορούσαν να σωθούν χάνονται κάθε χρόνο μετά το Brexit, λόγω της έλλειψης νοσοκόμων στο NHS.
Μία από τις πιο διάσημες υποσχέσεις της καμπάνιας «Leave» υπέρ του Brexit ήθελε το «διαζύγιο» να απελευθερώνει επιπλέον 350 εκατ. λίρες την εβδομάδα σε κονδύλια που θα κατευθύνονταν προς το NHS. Στη θεωρία όλα έδειχναν πως αυτό ήταν αλήθεια, όμως στην πράξη η σκληρή οικονομική πραγματικότητα περιόρισε δραματικά αυτό το κονδύλι. Ταυτόχρονα, αυτό που δεν είχε προβλέψει η καμπάνια «Leave» ήταν ότι προέκυψαν νέα έξοδα για το εθνικό σύστημα υγείας της χώρας.
Eλλείψεις φαρμάκων
Συνεπεία του Brexit, αποχώρησε μεγάλο μέρος του εξ Ευρώπης ερχόμενου ιατρο-νοσηλευτικού προσωπικού του NHS, χάθηκε η πρόσβαση σε κοινά ευρωπαϊκά προγράμματα έρευνας και εξέλιξης (άρα το κόστος υπερδιπλασιάστηκε αφού δεν διαμοιραζόταν πια), διαταράχθηκαν οι εφοδιαστικές αλυσίδες και οι συνεργασίες με ευρωπαϊκά συστήματα υγείας, οδηγώντας σε ελλείψεις φαρμάκων και τα κόστη γιγαντώθηκαν.
Σύμφωνα με έρευνα, 1.485 ασθενείς «χάνονται» κάθε χρόνο λόγω έλλειψης προσωπικού στο βρετανικό ΕΣΥ
Μόνο την πρώτη τριετία αποχώρησαν 11.600 γιατροί και νοσηλευτές που προέρχονταν από την Ε.Ε. και επέστρεψαν σε αυτήν. Και σήμερα, δέκα χρόνια μετά, το NHS έχει έλλειμμα ύψους 1,1 δισ. λιρών, λόγω του οποίου θα περικοπούν -σε πρώτη φάση- 20.000 θέσεις εργασίας. Αυτό είναι τρομακτικό, μια και ο μεγαλύτερος εργοδότης της Αγγλίας ήδη αντιμετωπίζει τεράστιες ελλείψεις προσωπικού (συνολικά είναι 1,55 εκατομμύρια οι εργαζόμενοί του) λόγω της οποίας χιλιάδες εργαζόμενοι παραιτούνται.
Κάθε χρόνο περίπου 4.000 γιατροί του NHS παραιτούνται και πάνε να εργαστούν στο εξωτερικό, ενώ 1 στους 9 γιατρούς που δουλεύουν σήμερα στο βρετανικό σύστημα υγείας σκέφτεται να μεταναστεύσει.Καθώς η φυγή ιατρών άφησε τεράστια κενά σε αναισθησιολόγους, παιδιάτρους, καρδιοχειρουργούς και ψυχιάτρους (κυρίως), το NHS αναγκάστηκε να επιστρατεύσει με συνοπτικές διαδικασίες γιατρούς-μετανάστες που έχουν εκπαιδευθεί στις χώρες προέλευσής τους, κυρίως στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή.
Περίπου το 35% των γιατρών του NHS σήμερα είναι αλλοδαποί και το έχουν σώσει από την πλήρη κατάρρευση. Από την άλλη, μελέτη των πανεπιστημίων University College London, Cambridge και Durham διαπιστώνει ότι οι 80.000 από τους 260.000 αλλοδαπούς γιατρούς του NHS θα κόβονταν στις εξετάσεις του British standard που περνούν οι Βρετανοί γιατροί. Σε αυτά, προσθέστε και το γεγονός ότι μόνο πέρσι 1.938 εταιρείες στο Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετώπισαν έλλειψη ιατροφαρμακευτικού υλικού συνεπεία του Brexit.
Μετανάστευση
Αφρικανοί αντί Ευρωπαίων
«Ερχονται οι Ευρωπαίοι και μας παίρνουν τις δουλειές» ήταν το σκεπτικό των υποστηρικτών του Brexit, που θεωρούσαν ότι ο περιορισμός της ελεύθερης μετακίνησης Ευρωπαίων εργαζομένων προς το Ηνωμένο Βασίλειο θα απελευθέρωνε θέσεις εργασίας. Συνέβη όμως το εξής παράδοξο: ενώ μέχρι το 2024 μειώθηκαν κατά 785.000 οι γεννημένοι στην Ε.Ε. εργαζόμενοι στο Ηνωμένο Βασίλειο (2,3% του εργατικού δυναμικού), αυξήθηκαν κατά 200.000 (σύμφωνα με άλλες, πηγές κατά 992.000!) οι αλλοδαποί εργαζόμενοι.
Η μετανάστευση από χώρες εκτός Ε.Ε. προς το Ηνωμένο Βασίλειο αυξήθηκε σε ιστορικά υψηλά μετά το Brexit , ενώ η μετανάστευση Ευρωπαίων προς την ίδια χώρα μειώθηκε σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα. Ταυτόχρονα, η χώρα όχι μόνο δεν πήρε πίσω τον έλεγχο της μετανάστευσης από την Ε.Ε., αλλά λόγω της έλλειψης συνεργασίας με την Ευρώπη, η παράνομη μετανάστευση από χώρες κυρίως της Αφρικής προς το Ηνωμένο Βασίλειο αυξήθηκε κατά 37,5%, στις 224.000, αμέσως μετά το Brexit.
Σε μια ιστορική, μάλιστα, σύνδεση του Brexit με την αύξηση της μετανάστευσης, ο Κιρ Στάρμερ χαρακτήρισε τις μικρές βάρκες με τις οποίες οι παράνομοι μετανάστες περνούν στο βρετανικό έδαφος «βάρκες του Φαράζ».
Αγορά εργασίας
Θα χαθούν 3 εκατ. θέσεις
Στην αγορά εργασίας, αυτό που συμβαίνει μετά το Brexit είναι παράξενο: υπάρχουν κενές θέσεις εργασίας, ειδικά σε ειδικότητες όπου απασχολούνταν κατά κόρον εργαζόμενοι από την Ε.Ε., αλλά δεν υπάρχουν εξειδικευμένοι Βρετανοί για να τις καλύψουν. Η ανάλυση του δείκτη PMI (Purchasing Managers’ Index) της S&P Global έδειξε ότι η αγορά εργασίας εξασθένησε περαιτέρω στα τέλη του περασμένου έτους, υπονομεύοντας τις ελπίδες για ανάκαμψη στον αριθμό των κενών θέσεων και στις τάσεις πρόσληψης. Ερευνητές της KPMG και της Recruitment and Employment Confederation (REC) ανέφεραν ότι οι προσλήψεις προσωπικού μειώθηκαν εκ νέου τον Δεκέμβριο, σημειώνοντας τον 39ο συνεχή μήνα μείωσης στις μόνιμες προσλήψεις.
Ο δείκτης PMI για τις μόνιμες προσλήψεις ήταν 44,3, πολύ κάτω από το ουδέτερο όριο του 50 και η χαμηλότερη τιμή που έχει καταγραφεί από τον Αύγουστο. Τώρα, σύμφωνα με την τελευταία μελέτη του Cambridge Econometrics, το Brexit κόστισε 1,8 εκατ. θέσεις εργασίας έως και τον Ιανουάριο του 2024. Ταυτόχρονα, η Τράπεζα της Αγγλίας εκτιμά ότι η πτώση στην απασχόληση φέτος κυμαίνεται στο 4%, ενώ προβλέπει ότι μέχρι το 2035 θα χαθούν 3 εκατομμύρια θέσεις εργασίας!
Οικονομία
Η τέλεια καταιγίδα
Μετά το Brexit, η οικονομία έχει εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο καταστροφής. Η Μεγάλη Βρετανία μπορεί να κάνει απευθείας εμπορικές συμφωνίες με ξένα κράτη για να τονώσει το χαμηλό ΑΕΠ της μέσω των εξαγωγών. Ομως οι εξαγωγές δεν μπορούν να αυξηθούν επειδή η οικονομία είναι κολλημένη σε χαμηλή παραγωγικότητα, η οποία οφείλεται στη μείωση του εργατικού προσωπικού που έφερε το Brexit. Ετσι, δεν μπορεί να αυξήσει την παραγωγή αφού λείπουν εργαζόμενοι, τους οποίους δεν μπορεί να προσελκύσει λόγω χαμηλής ανταγωνιστικότητας που φέρνει το χαμηλό ΑΕΠ, το οποίο οφείλεται στη μειωμένη παραγωγικότητα. Για του λόγου το αληθές, η μείωση των επενδύσεων κατά 12%-18% από τη μέρα του Brexit ακολουθείται από ένα τρομακτικό 32% του 2025.
Η ζημιά που προκάλεσε το Brexit στις εμπορικές σχέσεις με την Ε.Ε. κόστισε στο Ηνωμένο Βασίλειο 27 δισ. λίρες τα δύο πρώτα χρόνια, σύμφωνα με ερευνητές του LSE, οι οποίοι διαπίστωσαν ότι τα εμπορικά εμπόδια ήταν «καταστροφικά» για τις μικρές επιχειρήσεις και ανάγκασαν χιλιάδες να σταματήσουν τις συναλλαγές με χώρες της Ε.Ε.
Οι ακαδημαϊκοί του Centre for Economic Performance διαπίστωσαν ότι μέχρι το τέλος του 2022, δύο χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας εμπορίου και συνεργασίας (TCA) μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των Βρυξελλών, οι συνολικές εξαγωγές βρετανικών προϊόντων είχαν μειωθεί κατά 6,4% και οι εισαγωγές κατά 3,1%.
Brain και… money drain
Φεύγουν οι επενδυτές, μεταναστεύουν οι νέοι
Μια μικρή «λεπτομέρεια» είναι ότι για να πουληθούν σπίτια, και μάλιστα ακριβά σπίτια, θα πρέπει να υπάρχουν και αγοραστές. Το κακό στην Αγγλία του Brexit είναι ότι οι έχοντες, ή αυτοί που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε «έχοντες», χτίζοντας καριέρες, φεύγουν γι’ άλλη γη, γι’ άλλα μέρη.
Από το δημοψήφισμα για το Brexit το 2016, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει μετατραπεί από καθαρό πόλο έλξης εκατομμυριούχων σε καθαρό εξαγωγέα. Ο αριθμός των ατόμων υψηλού καθαρού εισοδήματος (HNWIs) που, σύμφωνα με την έκθεση της Henley & Partners (Henley Private Wealth Migration Report), αναμένεται να αποχωρήσουν το τρέχον οικονομικό έτος φτάνει το ρεκόρ των 16.500, δηλαδή οι διπλάσιοι απ’ ό,τι αναμενόταν. Η τελευταία αυτή αύξηση οφείλεται εν μέρει στις ριζικές φορολογικές μεταρρυθμίσεις, καθώς ο προϋπολογισμός του Οκτωβρίου 2024 εισήγαγε απότομες αυξήσεις στους φόρους κεφαλαιουχικών κερδών και κληρονομιάς, ενώ νέοι κανόνες που στοχεύουν τους μη μόνιμους κατοίκους και τις δομές οικογενειακού πλούτου (οι οποίοι θεσπίστηκαν από την προηγούμενη συντηρητική κυβέρνηση) τέθηκαν σε ισχύ τον Απρίλιο, πυροδοτώντας αυτό που ορισμένοι αποκαλούν WEXIT (wealth exit, έξοδος πλούτου).
Οι εύποροι ιδιώτες μετακομίζουν σε φορολογικά ευνοϊκά γι’ αυτούς μέρη, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μονακό και η Μάλτα, καθώς και σε παραδείσους για τον τρόπο ζωής, όπως η Ιταλία, η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ελβετία. Πολλά υψηλόμισθα στελέχη εγκαθίστανται στα αναπτυσσόμενα κέντρα πλούτου του Ντουμπάι, της Φλόριντα, του Μιλάνου, του Σεντ Τζούλιανς, της Λισαβόνας, της Αθηναϊκής Ριβιέρας, του Ζουγκ και του Λουγκάνο. Αλλωστε, τώρα που το Σίτι χάνει σταδιακά την ισχύ του ως οικονομικό κέντρο, οι λόγοι πληθαίνουν.
Είναι και η έλλειψη εμπιστοσύνης στην ασταθή -όπως αποδεικνύεται στην πράξη- οικονομία, εκτός από τις φορολογικές αλλαγές, που κάνει τους ανθρώπους με οικονομική επιφάνεια, οι οποίοι και αποτελούν ζωντανά στηρίγματα της οικονομίας αλλά και τοπικών κοινωνιών με διαρκείς επενδύσεις και ώθηση στην απασχόληση, να μαζεύουν τις βαλίτσες τους. Προορισμός, χώρες όπου θεωρούν ότι αντιμετωπίζονται πιο δίκαια, έχουν μεγαλύτερες ευκαιρίες διατήρησης και γιγάντωσης του πλούτου τους, αλλά και καλύτερη ποιότητα ζωής για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.
257.000 μετανάστευσαν
Μαζί με τους πλούσιους, ωστόσο, μεταναστεύουν και αυτοί που μπορούν να δημιουργήσουν πλούτο στο μέλλον. Ο λόγος για τους νέους που, αντί να χτίσουν σπουδές και καριέρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ζουν σήμερα, αναπνέουν με το όνειρο της μετακόμισης σε άλλο τόπο. Αυτό αποδεικνύει και δημοσκόπηση για λογαριασμό του Βρετανικού Συμβουλίου, βάσει του οποίου το θεαματικό 72% των κατοίκων του Ηνωμένου Βασιλείου, ηλικίας 18 έως 30 ετών, θα εξέταζαν το ενδεχόμενο να ζήσουν και να εργαστούν σε άλλη χώρα βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, μετακομίζοντας κυρίως για καλύτερες ευκαιρίες εργασίας και ποιότητα ζωής.
Κάποιοι το σκέφτονται και κάποιοι το κάνουν: Μόνο το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία του ONS, συνολικά 257.000 Βρετανοί υπήκοοι μετανάστευσαν. Είναι 180.000 περισσότεροι από την αρχική εκτίμηση των 77.000. Προηγουμένως, από το 2021 μέχρι και το τέλος του 2024, πιστεύεται ότι 344.000 περισσότεροι Βρετανοί είχαν μεταναστεύσει.
Κόστος διαβίωσης
Απλησίαστα τρόφιμα για ένα στα δύο νοικοκυριά
«Οπου φτωχός κι η μοίρα του», λέει ο λαός μας και οι αδύναμοι της Μεγάλης Βρετανίας το έζησαν στο πετσί τους. Οι φτωχότεροι, τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, δέχτηκαν το μεγαλύτερο πλήγμα από το Brexit. Σύμφωνα με το NIESR, το Βρετανικό Εθνικό Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών, ενώ τα υψηλότερου εισοδήματος νοικοκυριά θα δουν το επίπεδο ζωής τους να βελτιώνεται, το τρέχον οικονομικό έτος, το επίπεδο ζωής του φτωχότερου 10% των νοικοκυριών του Ηνωμένου Βασιλείου θα είναι χαμηλότερο κατά 2% σε σχέση με το 2024-25.
Ηταν και οι πρώτοι, άλλωστε, που ένιωσαν τις συνέπειες του Brexit, όταν αυτό πρόσθεσε 1,7% στον πληθωρισμό τη χρονιά που ακολούθησε την έξοδο και την αύξηση του κόστους ζωής και κυρίως του φαγητού, ενώ ταυτόχρονα το κατά κεφαλήν ΑΕΠ χάνει 3.700 λίρες τον χρόνο. Δυσκολίες αντιμετωπίζουν, λέει το Ινστιτούτο, τουλάχιστον τα μισά από τα 28 εκατομμύρια περίπου νοικοκυριά του Ηνωμένου Βασιλείου. Γεγονός λογικό εάν σκεφτεί κανείς ότι οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά 30% την τελευταία πενταετία, δυσανάλογα με την ανάπτυξη των μισθών.
Στο συμπέρασμα ότι τη μεγαλύτερη πίεση από το Brexit νιώθουν τα φτωχότερα νοικοκυριά καταλήγει και έρευνα του London School of Economics, η οποία επικαλείται τα στοιχεία του Ιδρύματος Joseph Rowntree για τη φτώχεια, που αποδίδεται στα αποτελέσματα του Brexit. Δηλαδή στις αυξημένες τιμές τροφίμων, στην πιο αδύναμη αύξηση των μισθών, στην ανεργία και τις πιο αργά αναπτυσσόμενες τοπικές οικονομίες. Και η πίεση αυτή φαίνεται στο τραπέζι που είναι πιο άδειο, αφού τα πιο αδύναμα νοικοκυριά αναγκάζονται να ξοδεύουν όλο και μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους για το φαγητό (250 λίρες επιπλέον σε τρόφιμα που ακρίβυναν). Σύμφωνα με τη μελέτη, από τον Ιανουάριο του 2022 η τιμή των τροφίμων που ήταν περισσότερο εκτεθειμένα στο Brexit (λόγω της εξάρτησής τους από τις εισαγωγές από την Ε.Ε.) αυξήθηκε 3,5% περισσότερο από εκείνα που δεν ήταν.
Οτι το κόστος αυτό μεγαλώνει γίνεται εύκολα κατανοητό από την αντιπαραβολή των μελετών του Κέντρου Οικονομικής Απόδοσης (CEP) του LSE. Η προηγούμενη πρόβλεψη συμπέραινε ότι η βρετανική αποχώρηση από την Ε.Ε. πρόσθεσε 210 λίρες στα έξοδα διατροφής των νοικοκυριών κατά τη διάρκεια των δύο ετών έως το τέλος του 2021. Η αύξηση αυτή οφείλεται σε τρόφιμα που δεν συναντούν δασμολογικά εμπόδια, αφού τα τρόφιμα που εμπίπτουν στην άλλη κατηγορία, όπως το κρέας και το τυρί που εισάγονται από την Ε.Ε., έχουν σημειώσει ανατιμήσεις της τάξης του 10%.
Σε αυτά προσθέστε και τις συνέπειες της αδύναμης λίρας: μετά την έξοδο από την Ε.Ε., η λίρα Αγγλίας υποτιμήθηκε και από τότε δεν έχει επανακάμψει. Σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2016, στις αρχές του 2021 ήταν 15% ασθενέστερη από το ευρώ.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή