website analysis Γυναικοκτονίες / Μητέρα Γαρυφαλλιάς: Λένε στις γυναίκες: Αν δεν σωθείς φταις εσύ – Epikairo.gr

Η Αλεξάνδρα Μάκου, μητέρα της Γαρυφαλλιάς που δολοφονήθηκε στη Φολέγανδρο από τον σύντροφο της στα 26 της, μίλησε στο πλαίσιο της εκδήλωσης Γυναικοκτονίες: 8+1 ιστορίες που οργάνωσε ο Κώστας Αρβανίτης και η LEFT στο Ευρωκοινοβούλιο. Επισήμανε μεταξύ άλλων πως στην περίπτωση της κόρης της «…δεν υπήρχαν σημάδια που προειδοποιούσαν για το τι έρχεται» καθώς και για το πατριαρχικό πλαίσιο που υπαγορεύει σε κάποιους άνδρες πως η ζωή των γυναικών τούς ανήκει.

Αξιότιμε κύριε Αρβανίτη,
κυρίες και κύριοι ευρωβουλευτές,
Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση και για τη δυνατότητα να μιλήσω σήμερα εδώ.

Δεν στέκομαι μπροστά σας ως ειδικός.
Δεν στέκομαι ως πολιτικός ή ως νομικός.
Στέκομαι μπροστά σας ως η φωνή της κόρης μου.

Ονομάζομαι Αλεξάνδρα Μάκου.
Είμαι η μητέρα της Γαρυφαλλιάς Ψαρράκου.
Η Γαρυφαλλιά δεν μπορεί να μιλήσει πια.

Και κάθε φορά που μιλώ εγώ, μιλώ γιατί η δική της φωνή κόπηκε βίαια.
Γιατί της αφαιρέθηκε όχι μόνο η ζωή, αλλά και το δικαίωμα να πει τι της συνέβη.
Τον Ιούλιο του 2021, η κόρη μου βρισκόταν στη Φολέγανδρο για διακοπές με τον σύντροφό της.

Ήταν 26 ετών.
Ήταν το πρώτο τους ταξίδι μαζί.
Κατά τη διάρκεια μετακίνησής τους με αυτοκίνητο, ο σύντροφός της την τρομοκράτησε.
Η κατάσταση κλιμακώθηκε.
Το όχημα σταμάτησε και βγήκαν έξω.
Εκεί, η Γαρυφαλλιά δέχθηκε βίαιη επίθεση.
Την χτύπησε και την έσυρε μέχρι το πρώτο διάζωμα του γκρεμού.
Στη συνέχεια, την έριξε στη θάλασσα και την εγκατέλειψε, χωρίς να ζητήσει βοήθεια, χωρίς να προσπαθήσει να τη σώσει.

Η κόρη μου πέθανε μόνη.
Μετά, επιχείρησε να παρουσιάσει τη δολοφονία της ως ατύχημα.
Και από εκείνη τη στιγμή και μετά, ξεκίνησε κάτι ακόμη.
Μια δεύτερη δολοφονία.
Όχι του σώματός της.
Της μνήμης της.

Γιατί αντί να σταθούμε απέναντι στο έγκλημα, αρχίσαμε να ρωτάμε το θύμα.
«Γιατί δεν έφυγε;»
«Γιατί δεν κατήγγειλε;»
«Γιατί μπλέκουν με τέτοιους άντρες;»
Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι αθώες.
Μεταφέρουν την ευθύνη από τον δράστη στο θύμα.
Λένε στις γυναίκες: αν δεν σωθείς, φταις.

Στην περίπτωση της Γαρυφαλλιάς, δεν υπήρχαν σημάδια όπως τα φαντάζεται ο κόσμος.
Δεν υπήρχε προηγούμενο περιστατικό βίας.
Ήταν το πρώτο τους ταξίδι.
Ήταν μια νέα γυναίκα που επέλεξε να πάει διακοπές με τον σύντροφό της.
Έναν άνθρωπο που μέχρι τότε δεν είχε δείξει σημάδια επικινδυνότητας.
Δεν έκανε κάτι λάθος.
Δεν αγνόησε προειδοποιήσεις.
Εμπιστεύτηκε.
Και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε κίνδυνος.
Σημαίνει ότι η βία δεν είναι πάντα ορατή.

Όταν περιμένουμε από τις γυναίκες να φτάσουν στο σημείο της καταγγελίας για να τις πιστέψουμε, πολλές δεν προλαβαίνουν.
Η Γαρυφαλλιά δεν πρόλαβε.
Μετά τη δολοφονία της, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με κάτι ακόμη:
τη μάχη για τη λέξη.
Τη λέξη γυναικοκτονία.
Μας είπαν ότι ο όρος «διαχωρίζει».
Ότι «όλες οι ζωές έχουν την ίδια αξία».
Ότι «η δολοφονία είναι δολοφονία».
Και θέλω να το πω καθαρά, χωρίς θυμό αλλά με ευθύνη:

Ο όρος γυναικοκτονία δεν μειώνει την αξία καμίας ανθρώπινης ζωής.
Όπως ακριβώς και ο όρος ρατσιστική βία δεν μειώνει την αξία των θυμάτων άλλων εγκλημάτων.
Όταν ένα έγκλημα γίνεται λόγω φύλου, όπως όταν γίνεται λόγω φυλής, θρησκείας ή ταυτότητας, το ονομάζουμε.
Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να το δούμε, να το μετρήσουμε και να το προλάβουμε.
Η ρατσιστική βία δεν λέγεται απλώς «βία».
Αναγνωρίζεται ως ρατσιστική.
Καταγράφεται.
Και προβλέπεται στον Ποινικό Κώδικα.
Όχι γιατί κάποια θύματα αξίζουν περισσότερο.
Αλλά γιατί κάποια εγκλήματα έχουν συγκεκριμένο κίνητρο και συγκεκριμένο μοτίβο.

Αυτό ακριβώς ισχύει και με τη γυναικοκτονία.
Η Γαρυφαλλιά δεν δολοφονήθηκε τυχαία.
Δολοφονήθηκε επειδή ήταν γυναίκα,
σε μια σχέση που δεν είχε ακόμη προλάβει να δείξει τα σημάδια της βίας και του ελέγχου.
Αν δεν το ονομάσουμε αυτό, δεν θα το σταματήσουμε ποτέ.
Και εδώ θέλω να μιλήσω για κάτι ακόμη πιο δύσκολο:
πώς γεννιέται αυτή η βία.
Οι γυναικοκτονίες δεν είναι στιγμιαίες εκρήξεις.
Δεν είναι “ατομικές παρεκτροπές”.
Γεννιούνται μέσα σε έναν τρόπο ανατροφής.
Σε ένα πατριαρχικό πλαίσιο που μαθαίνει σε κάποια αγόρια ότι μπορούν να ελέγχουν, να κατέχουν, να ορίζουν.

Σήμερα, σε μια εποχή που η οικογένεια δοκιμάζεται από πολλά μέτωπα,
δεν υπάρχει επαρκής, συστηματική, ελεγχόμενη μέριμνα για το πώς μεγαλώνουν τα παιδιά.
Για το τι μαθαίνουν για τις γυναίκες.
Για τα όρια.
Για τη συναίνεση.
Για τη διαχείριση της απόρριψης.
Η Ευρώπη διαθέτει εργαλεία.
Διαθέτει κονδύλια για εκπαίδευση, κοινωνική ένταξη, ισότητα.
Όμως δεν υπάρχει ενιαίος έλεγχος για το αν και πώς αυτά τα κονδύλια φτάνουν στην πρόληψη της έμφυλης βίας.

Από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητώ κάτι συγκεκριμένο:
επένδυση στην πρόληψη από την παιδική ηλικία,
δεσμευτικά εκπαιδευτικά προγράμματα για την ισότητα,
αξιολόγηση των δράσεων που χρηματοδοτούνται,
και μηχανισμούς έγκαιρης παρέμβασης πριν η βία γίνει μη αναστρέψιμη.
Γιατί αν συνεχίσουμε να μιλάμε μόνο μετά τη δολοφονία,
έχουμε ήδη αποτύχει.

Μετά τη δολοφονία της κόρης μου, το κράτος ήταν απών.
Όχι μόνο σε επίπεδο στήριξης.
Αλλά σε επίπεδο κατανόησης.
Δεν υπήρξε ψυχολογική ή ψυχιατρική φροντίδα για την οικογένεια.
Δεν υπήρξε κοινωνικός λειτουργός.
Δεν υπήρξε θεσμική καθοδήγηση.
Δεν υπήρξε καμία οργανωμένη κρατική απάντηση.

Μέσα σε αυτή την απραξία, γεννήθηκε κάτι που δεν είχαμε σχεδιάσει.
Η Γαρυφαλλιά έγινε η αφορμή να συναντηθούν οικογένειες που μέχρι τότε ήταν μόνες.
Έτσι γεννήθηκε ο οργανισμός «Γίνε Άνθρωπος».
Όχι ως οργάνωση.
Ως ανάγκη επιβίωσης.
Θέλω να σταθώ και σε κάτι που αφορά άμεσα τη δικαιοσύνη.
Στην υπόθεση της κόρης μου, ο δράστης επικαλέστηκε μειωμένο καταλογισμό λόγω ψυχιατρικών προβλημάτων.
Ο ισχυρισμός αυτός εξετάστηκε και απορρίφθηκε,
τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στο Εφετείο.
Όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο αν απορρίφθηκε.

Το ζήτημα είναι πόσο εύκολα επιστρατεύεται η ψυχιατρική για να θολώσει η ευθύνη.
Ποιος ελέγχει αυτές τις αξιολογήσεις;
Υπάρχει κοινή μεθοδολογία;
Υπάρχει επαναξιολόγηση;
Υπάρχουν ευρωπαϊκά κριτήρια;
Δεν μιλώ ενάντια στην ψυχιατρική επιστήμη.
Μιλώ ενάντια στη χρήση της ως άλλοθι.

Από την Ευρώπη ζητώ σαφή όρια και κοινά πρότυπα,
ώστε η επιστήμη να προστατεύει και να θεραπεύει — όχι να συγκαλύπτει.
Σήμερα βρίσκομαι εδώ για να ζητήσω κάτι απλό, αλλά βαθιά πολιτικό:
Να αναγνωριστεί θεσμικά η γυναικοκτονία.
Να σταματήσει η ενοχοποίηση των θυμάτων.
Να υπάρξει κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο καταγραφής, πρόληψης και ευθύνης.
Γιατί όσο συνεχίζουμε να ρωτάμε «γιατί δεν έφυγε;»,
θα αποφεύγουμε τη μόνη ερώτηση που έχει σημασία:
πώς φτιάχνουμε κοινωνίες όπου οι γυναίκες δεν δολοφονούνται επειδή είναι γυναίκες;

Η Γαρυφαλλιά δεν είναι σύμβολο.
Ήταν άνθρωπος.
Και αν σήμερα ακούγεται η φωνή μου εδώ,
είναι για να ακουστεί η δική της.
Σας ευχαριστώ.