website analysis Γυναικοκτονίες / Γονείς Τοπαλούδη: Η δολοφονία της κόρης μας ξεκίνησε πιο νωρίς με την ανοχή – Epikairo.gr

Οι γονείς της Ελένης Τοπαλούδη της οποίας η άγρια δολοφονία αποτελεί άλλο ένα τραύμα στο σώμα της κοινωνίας μας μίλησαν στο ευρωκοινοβούλιο στην εκδήλωση «Γυναικοκτονίες: 8+1 ιστορίες», που διοργάνωσε ο Κώστας Αρβανίτης και η LEFT.

O Γιάννης Τοπαλούδης υποστήριξε πως η αναγνώριση του όρου γυναικοκτονία έχει αξία ηθική πρωτίστως και η μητέρα του θύματος Κούλα Αρμουτίδου υπογράμμισε την αιτία των γυναικοκτονιών που δεν είναι άλλη από την ανοχή στις έμφυλες διακρίσεις.

Αξιότιμοι Κύριε Πρόεδρε του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου,
Αξιότιμε διοργανωτή κύριε Αρβανίτη,
Αξιότιμοι βουλευτές του ευρωπαϊκού μας κοινοβουλίου,
Αγαπητέ στελέχη του φορέα γίνε άνθρωπος,

Ο χρόνος είναι πολύτιμος της συγκεκριμένη εκδήλωση είναι και χρήσιμος ουσιαστικός εποικοδομητικός και ελπίζω όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικός.

Όμως είναι και αμείλικτος κάθε 10 λεπτά να τον κόσμο δολοφονείται μία γυναίκα για αυτό πρέπει να δράσουμε άμεσα από τη θέση και την ιδιότητά του εμείς ως γονείς θυμάτων γυναικοκτονιών που πρέπει να ευαισθητοποιούμε όσο και όπως μπορούμε την ελληνική και ευρωπαϊκή κοινωνία και εσείς ως ευρωβουλευτές αλλά και οι βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων που πρέπει να νομοθετήσετε και να πάρετε τις καταλληλότερες αποφάσεις για το μέγιστο κοινωνικό θέμα των γυναικοκτονιών και της αυξανόμενες βίας γενικότερα τόσο στα θέματα των υπουργείων δικαιοσύνης όσο και στην ενίσχυση στήριξη των οικογενειών των θυμάτων κυρίως όμως στα μέτρα δράσης πρόληψης η καθιέρωση του όρου γυναικοκτονία όχι σε διαφορετική επιβολή ποινών με τις υπόλοιπες δολοφονίες όσο κυρίως ως ζήτημα ηθικό για τις διαρκώς αυξανόμενες ενέργειες κατά των γυναικών εξαιτίας του φύλου τους

Επιπλέον η καθιέρωση του όρου οικογενειοκτονία όπου εδώ να προβλέπεται και ανάλογη ξεχωριστή από τη δολοφονία- ποινή. Από το σπιτικό μας στο ακριτικό Διδυμότειχο δίπλα στα βόρεια σύνορα με την Τουρκία πέρασαν αρκετοί πολιτικοί αρχηγοί κομμάτων, η πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας καθώς και ο πρωθυπουργός όλοι τους βέβαια για ευνόητους και αναποτελεσματικούς λόγους, Εκτός από τα άδεια δωμάτια πιθανόν να αντιλήφθηκαν και τις άδειες ψυχές μας κάθε δωμάτιο και ένας ψυχικός τάφος. Τα σπίτια μας ένα απέραντο νεκροταφείο ψυχών.

Και μετά η ψυχική δολοφονία των οικογενειών των θυμάτων μέσα στις δικαστικές αίθουσες από τους δικηγόρους των δολοφόνων χωρίς κανέναν περιορισμό από τους δικαστές χωρίς καμία επιβολή ποινής για προσβολή μνήμης νεκρού. Συνεχείς αναβολές από τη μεριά των δικηγόρων των δολοφόνων με προφασισμένες δικαιολογίες ώστε να εξοντώσουν την οικογένεια του θύματος και ψυχικά και οικονομικά στην περίπτωση της ελένης μας 45 δίκες μέχρι τον άρειο πάγο 45 * 20 χιλιόμετρα Διδυμότειχο έως Αθήνα και πάλι πίσω Διδυμότειχο = 90.000 χιλιόμετρα σαν να κάναμε δύο φορές το γύρο της γης χωρίς κανένας υπουργείο δικαιοσύνης κράτος να ενδιαφέρεται ούτε για τα έξοδα των συνεχών αυτών μετακινήσεων και διαμονής ούτε όμως και για τα υπόλοιπα δικαστικά έξοδα και παράβολα.

Χρειαζόμαστε μία πραγματικά ανεξάρτητη δικαιοσύνη όχι δικαιοσύνη της πολιτικής και των πολιτικών μία δικαιοσύνη ακηδεμόνευτη όχι να λειτουργεί κάθε φορά κατά το δοκούν και να εκτροχιάζεται. Η δικαιοσύνη δεν έχει πόδια όλοι εμείς πρέπει να τη σηκώσουμε στους ώμους μας όπως έγραψε και ο μεγάλος συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης.

Όσο για το σωφρονιστικό σύστημα για τέτοια ειδεχθή εγκλήματα το σύστημα πρέπει να είναι και να λέγεται τιμωρητικό και να μην πιστεύει κανένας ότι αυτά τα τέρατα όταν θα εκτίσουν την ποινή τους και βγούνε έξω θα έχουν σωφρονιστεί.

Θα ήθελε κάποιος από εσάς όπως είχαμε όλοι οι γονείς ρωτήσει και τον πρωθυπουργό και φυσικά δεν πήραμε απάντηση να έχει αυτούς τους σωφρονισθέντες για γείτονες τα παιδιά σας ή τα εγγόνια σας θα θέλατε να κάνουν με αυτούς ; Iσόβια πραγματικά για αυτές τις δολοφονίες.

Επιπλέον χρειάζεται μηχανισμός στήριξης στον οικογενεών των θυμάτων και ανάπτυξης προληπτικών δράσεων αντιμετώπισης της εμφυλης βίας και της βίας γενικότερο τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε ξεχωριστό εθνικό επίπεδο. Η Ελένη μας θα ήταν ακόμα άταφη αν δεν μας έδινε χρήματα η γιαγιά Ελένη που τα μάζευε για το γάμο της εγγονής της και τα έδωσε για την κηδεία της.

Τα τελευταία λόγια του παιδιού μας, της Ελένης μας, πριν την πετάξουν στη θάλασσα ήταν «θα σας βρει ο πατέρας μου». Ποιος γονιός θα μπορούσε να ζήσει αν κάθε μέρα κάθε ώρα κάθε στιγμή είχε τη σκέψεις του τα τελευταία αυτά λόγια του παιδιού του;

Προσπαθήστε έστω και για λίγο να μπείτε στη θέση μου. Ας προσπαθήσει κάθε γονιός ή και μελλοντικός γονιός να μπει για λίγες στιγμές στη θέση ενός χαροκαμένου πατέρα. Ας προσπαθήσουμε να μάθουμε στα παιδιά μας να μπαίνουν πρώτα στη θέση του άλλου πριν πουν ή κάνουν κάτι εις βάρος του. Ας βάλουμε όλοι μας παιδιά, γονείς, πολιτικοί, μέσα μαζικής ενημέρωσης στον τρόπο σκέψης και λειτουργίας μας στην ενσυναίσθηση.

Όπως είπε ο μεγάλος έλληνας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης «της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ» όμως … «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή».

Σε αυτό τον κοινωνικό αγώνα ενάντια στις γυναικοκτονίες στην εμφυλη αλλά και κάθε είδους βία είμαστε και θα είμαστε όλοι παρόντες. Τα μόνα απόντα θα είναι τα δολοφονημένα μας παιδιά. Και αυτά όμως θα ζουν πάντα μέσα από τέτοιες εκδηλώσεις και δράσεις ενημέρωσης ευαισθητοποίησης πρόληψης και λήψης τέτοιου είδους μέτρων και αποφάσεων.

Ας δημιουργήσουμε όλοι μαζί ένα ασφαλέστερο περιβάλλον για τα παιδιά μας ας βάλει ο καθένας μας ένα λιθαράκι για να χτίσουμε αυτό το προστατευτικό τοίχος για τις μελλοντικές γενιές.

Ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας στον Κωνσταντίνο Αρβανίτη, τον φορέα Γίνε Άνθρωπος, όλους εσάς αγαπητές και αγαπητοί Ευρωβουλευτές,

Σας αισθανόμαστε όλους συνοδοιπόρους σε αυτό το μακρύ ταξίδι για μία καλύτερη κοινωνία και ένα ασφαλέστερο περιβάλλον που αξίζουν τα παιδιά μας.

Αξιότιμε κύριε Αρβανίτη,
κυρίες και κύριοι ευρωβουλευτές,

Σας ευχαριστούμε για την πρόσκληση και για τον χώρο που μας δίνετε σήμερα εδώ, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Για εμάς, αυτή η στιγμή δεν είναι ούτε τιμητική ούτε συμβολική. Είναι στιγμή βαριάς ευθύνης. Και είναι αναγκαία.

Είμαστε οι γονείς της Ελένης Τοπαλούδη.

Η Ελένη ήταν η κόρη μας.

Ήταν μια νέα γυναίκα. Φοιτήτρια. Ένα παιδί που έφυγε από το σπίτι του για να σπουδάσει, να ζήσει, να ονειρευτεί.

Ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε με αξίες, με ευαισθησία, με εμπιστοσύνη στη ζωή και στους ανθρώπους.

Αυτή η εμπιστοσύνη ήταν το πρώτο πράγμα που της στέρησαν.

Στις 28 Νοεμβρίου του 2018, η Ελένη δεν δολοφονήθηκε απλώς.

Η Ελένη βασανίστηκε.
Υπέστη σεξουαλική βία.
Υπέστη σωματική κακοποίηση.
Υπέστη ψυχολογικό εξευτελισμό.
Και στο τέλος, της αφαίρεσαν τη ζωή.

Η κόρη μας υπέστη όλες τις μορφές βίας.
Και αυτό δεν το λέμε για να σοκάρουμε.
Το λέμε γιατί αυτή η αλήθεια συχνά κόβεται σε κομμάτια για να αντέχεται.
Όταν όμως κόβεις την αλήθεια, χάνεις την ουσία.

Η υπόθεση της Ελένης δεν ήταν ένα «ακραίο περιστατικό».
Ήταν η κατάληξη μιας βίας που η κοινωνία μας δεν ξέρει να βλέπει ως ενιαία, ως κλιμακούμενη, ως θανάσιμη.
Καμία μορφή βίας κατά των γυναικών δεν αντιμετωπίζεται ως άμεσος κίνδυνος για τη ζωή τους.
Ούτε η σεξουαλική.
Ούτε η σωματική.
Ούτε η ψυχολογική.
Αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, σαν μεμονωμένα περιστατικά.
Και έτσι η βία κλιμακώνεται μέχρι να είναι πια αργά. Αυτή η νοοτροπία σκοτώνει.

Γιατί η γυναικοκτονία δεν ξεκινά τη στιγμή του θανάτου.
Ξεκινά πολύ νωρίτερα – στη σιωπή, στην ανοχή.

Μετά τη δολοφονία της Ελένης, για εμάς ξεκίνησε μια άλλη, αθέατη τραγωδία.
Αυτό που έχουμε ονομάσει οικογενειοκτονία.
Γιατί όταν δολοφονείται μια γυναίκα, δεν πεθαίνει μόνο εκείνη.
Πεθαίνει η οικογένειά της λίγο-λίγο.
Κάθε μέρα.
Χωρίς τέλος.
Χωρίς δικαίωμα ανάπαυσης.

Και εδώ αρχίζει η δεύτερη, τεράστια αποτυχία του κράτους.
Μετά το έγκλημα, δεν υπήρξε τίποτα.
Ούτε ψυχολόγος.
Ούτε ψυχίατρος.
Ούτε κοινωνικός λειτουργός.
Ούτε κρατική μέριμνα.
Κανείς δεν μας καθοδήγησε.
Κανείς δεν μας στήριξε.
Κανείς δεν μας είπε: «δεν είστε μόνοι».
Η ζωή μας κατέρρευσε και το κράτος απουσίαζε.
Δεν υπήρξε καμία οικονομική στήριξη.
Καμία πρόβλεψη για το πώς ζει μια οικογένεια που δεν μπορεί πια να λειτουργήσει.
Καμία αναγνώριση ότι αυτό που ζούμε δεν είναι “πένθος”, αλλά διάλυση.
Αυτό δεν είναι αμέλεια.
Είναι εγκατάλειψη.

Μιλάμε συχνά δημόσια και για κάτι που πολλοί δυσκολεύονται να ακούσουν:
τα ισόβια να είναι ισόβια.
Δεν το λέμε από εκδίκηση.
Το λέμε γιατί γνωρίζουμε τι σημαίνει σήμερα “ισόβια”.
Σημαίνει ότι σε οκτώ ή δέκα χρόνια αρχίζει η συζήτηση για αποφυλάκιση.
Σημαίνει ότι το σύστημα αφήνει χώρο στη λήθη.
Σημαίνει ότι το πιο ακραίο έγκλημα μπορεί, με τον χρόνο, να ξεθωριάσει.
Και το λέμε γιατί γνωρίζουμε επίσης ότι δεν υπάρχει σωφρονισμός.
Δεν υπάρχει ουσιαστική μεταμέλεια.
Δεν υπάρχει επανεκπαίδευση.
Δεν υπάρχει κοινωνική επανένταξη.

Υπάρχει μόνο η ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος θεραπεύει τα πάντα.
Ο χρόνος δεν θεραπεύει τη βία.
Την κανονικοποιεί.

Η υπόθεση της Ελένης δείχνει με οδυνηρή καθαρότητα ότι το κράτος απέτυχε πριν – γιατί δεν έμαθε να βλέπει τη βία ως προειδοποίηση.
Απέτυχε μετά – γιατί δεν στάθηκε καθαρά απέναντι στο έγκλημα.
Και απέτυχε ξανά – γιατί εγκατέλειψε τις οικογένειες.
Στεκόμαστε σήμερα εδώ, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όχι για να ζητήσουμε συμπόνια.
Στεκόμαστε για να καταθέσουμε ευθύνη.

Σας ρωτάμε:
πώς είναι δυνατόν, σε ευρωπαϊκές κοινωνίες, μια γυναίκα να υποστεί όλες τις μορφές βίας και το σύστημα να μην έχει καμία ολοκληρωμένη απάντηση;

Πώς είναι δυνατόν η οικογένεια να βιώνει έναν αργό, ψυχικό θάνατο χωρίς καμία κρατική φροντίδα;
Και πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για ανθρώπινα δικαιώματα, όταν η γυναικοκτονία αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση και όχι ως αποτυχία προστασίας;
Η Ελένη δεν ήταν εξαίρεση.
Ήταν προειδοποίηση.
Και αν δεν αλλάξει ριζικά ο τρόπος που το κράτος και η Ευρώπη αντιμετωπίζουν τη βία κατά των γυναικών – πριν, κατά τη διάρκεια και μετά – τότε θα συνεχίσουμε να μετράμε όχι μόνο δολοφονημένες γυναίκες, αλλά και οικογένειες που δεν έμαθαν ποτέ πώς να ξαναζούν.

Αυτό είναι το βάρος που κουβαλάμε.
Και αυτό είναι το βάρος που αφήνουμε σήμερα εδώ.
Σας ευχαριστούμε.