Το σκεπτικό με το οποίο ο Άρειος Πάγος ανέτρεψε την απόφαση αποφυλάκισης του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου και τον οδήγησε εκ νέου στη φυλακή αποτυπώνεται σε βούλευμα 26 σελίδων. Οι αρεοπαγίτες διαφώνησαν ομόφωνα τόσο ως προς τη νομική προσέγγιση όσο και ως προς την ουσία της κρίσης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, το οποίο είχε κάνει δεκτή την πέμπτη αίτηση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου.

Καθοριστικό ρόλο στην απόφαση διαδραμάτισε η ερμηνεία των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που αφορούν τους πολυισοβίτες. Ο Γιωτόπουλος έχει καταδικαστεί από το Πενταμελές Εφετείο σε 17 φορές ισόβια κάθειρξη και επιπλέον ποινή 25 ετών.

Στο βούλευμα επισημαίνεται ότι το ζήτημα της πραγματικής έκτισης της ποινής «ρυθμίστηκε για πρώτη φορά ρητά» με σκοπό να καλυφθεί νομοθετικό κενό που υπήρχε στο παρελθόν. Με βάση αυτή την ερμηνεία, απαιτείται πραγματική έκτιση 25 ετών ακόμη και για αδικήματα που τελέστηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 2019.

Οι ανώτατοι δικαστές υπογραμμίζουν επίσης ότι η αρχή της εφαρμογής του ευμενέστερου νόμου προϋποθέτει σύγκριση μεταξύ διαφορετικών νομοθετικών διατάξεων και όχι μεταξύ μιας διάταξης και μιας παλαιότερης δικαστικής ερμηνείας που είχε καλύψει σχετικό νομοθετικό κενό.

Στο σκεπτικό του, το ανώτατο δικαστήριο επισημαίνει ότι με τον νέο Ποινικό Κώδικα «ρυθμίστηκε για πρώτη φορά, ρητά, προς κάλυψη του νομοθετικού κενού, η περίπτωση της υφ’ όρον απόλυσης καταδικασθέντος, που εκτίει περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης», καλύπτοντας ένα νομοθετικό κενό που υπήρχε στο προηγούμενο καθεστώς. Μέχρι τότε, η αντιμετώπιση του ζητήματος είχε διαμορφωθεί μέσα από τη νομολογία, η οποία είχε καταλήξει στην άποψη ότι απαιτούνταν πραγματική έκτιση 19 ετών.

Πέραν της νομικής διάστασης, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών παρουσίαζε ελλείψεις και ως προς την αιτιολόγησή του.

Σύμφωνα με το σκεπτικό, η συνεπής τήρηση των όρων των αδειών του κρατουμένου, η ολοκλήρωση πανεπιστημιακών σπουδών και η απουσία πρόσφατων πειθαρχικών παραπτωμάτων δεν αρκούν από μόνες τους για να αποδείξουν την απαιτούμενη ηθική μεταστροφή. Όπως σημειώνεται, τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν «εξωτερικά καλή συμπεριφορά» και όχι κατ’ ανάγκη ουσιαστική καλή διαγωγή.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην ακαδημαϊκή πορεία του Γιωτόπουλου. Το δικαστήριο αναγνωρίζει ότι οι σπουδές του αποδεικνύουν την προσπάθειά του να παραμείνει ενεργός και λειτουργικός κατά τη μακρόχρονη κράτησή του, ωστόσο εκτιμά ότι το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να τεκμηριώσει σωφρονισμό ή ηθική βελτίωση.

Παράλληλα, οι δικαστές έκριναν ανεπαρκή την αιτιολόγηση σχετικά με τις δημόσιες παρεμβάσεις και τις επιστολές του κρατουμένου, καθώς δεν εξηγείται με ποιον τρόπο οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις συνδέονται με αλλαγή στάσης απέναντι στην έννομη τάξη ή συνιστούν ένδειξη πραγματικού σωφρονισμού.

Αντίθετα, ο Άρειος Πάγος σημειώνει ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει «ειλικρινής μεταμέλεια για τα εγκλήματα που διέπραξε ούτε αποκοπή από το εγκληματικό του παρελθόν». Μάλιστα, επισημαίνεται ότι το ίδιο το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών αναγνώριζε πως ο καταδικασμένος δεν αποδέχθηκε ποτέ τις πράξεις του και δεν εξέφρασε μεταμέλεια. Κατά τους ανώτατους δικαστές, το στοιχείο αυτό μπορεί να αξιολογηθεί ως ένδειξη ότι δεν έχει επέλθει η απαιτούμενη ηθική μεταστροφή που προβλέπει ο νόμος για τη χορήγηση υφ’ όρον απόλυσης.