Από την Αλεξάνδρεια του Καΐρου στην Αλάσκα και την τηλεόραση: Η δύσκολη προσωπική διαδρομή του γκαλερίστα μέσα από καταγγελίες και δοκιμασίες – Ερευνούν το «δρόμο» του χρήματος μετά τη σύλληψη του γνωστού γκαλερίστα για το Ευαγγέλιο και τους 300 πλαστούς πίνακες

Το πάλαι ποτέ παιδί που μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια του Καΐρου, έφτασε μέχρι την Αλάσκα για να βγάλει χρήματα και έγινε γνωστός μέσα από την τηλεόραση βιώνει σύμφωνα με το φιλικό περιβάλλον του την πιο δύσκολη στιγμή της προσωπικής του διαδρομής.
Μια διαδρομή που άρχισε στους δρόμους και τα στενά της Αλεξάνδρειας η οποία από πολύ νωρίς έμελλε να είναι αρκετά δύσκολη μέχρι να φτάσουμε στις καταγγελίες των τελευταίων ημερών για τα πεπραγμένα του γκαλερίστα.
Η απώλεια, οι αδερφές και το οικοτροφείο
Παρότι πολλοί νομίζουν ότι ο πατέρας του Γιώργου Τσαγκαράκη ήταν επιχειρηματίας, αυτοί που τον ξέρουν πολύ καλά γνωρίζουν ότι ο μπαμπάς του σπούδασε οικονομικά στο Παρίσι την δεκαετία του ‘30.
Ακολούθως ανελίχθηκε επαγγελματικά ως στέλεχος σε εταιρίες και μεγάλες επιχειρήσεις στην Αίγυπτο, κινούμενος μεταξύ Καΐρου και Αλεξάνδρειας.
Ο μικρός Γιώργος είναι το μικρότερο παιδί της οικογένειας, αφού οι δύο μεγαλύτερες αδερφές του είναι 26 ετών όταν αυτός κλείνει τα 11 χρόνια του.
Χρόνια μετά θα πει ότι «εγώ μάλλον κατά λάθος ήρθα σε αυτόν τον κόσμο», την περίοδο που είναι ίσως ο πιο αναγνωρίσιμος γκαλερίστας στην Ελλάδα με ένα ευρύ πελατολόγιο.
Πριν συμβεί αυτό όμως, βίωσε στην ηλικία των δώδεκα ετών την απώλεια αρχικά της μητέρας του, η οποία έσβησε μετά από ένα εγκεφαλικό και ακολούθως του πατέρα του, μέσα σε ενάμιση μήνα.
Τότε ήταν εσώκλειστος σε οικοτροφείο και μετά το σχολείο πήγαινε στο νοσοκομείο για να τον δει και εκεί ο πατέρας του τον προετοίμασε λέγοντας του ένα μεσημέρι: «Εγώ αύριο το πρωί θα φύγω και θα πάω να βρω την μαμά».
Πράγματι την άλλη μέρα πέθανε και όταν οι αδερφές του, οι οποίες είχαν κάνει τις δικές τους οικογένειες τον ρώτησαν αν ήθελε να τον πάρουν μαζί τους, αυτός επέλεξε να μείνει στο οικοτροφείο.
Η μοναχική του διαδρομή μόλις ξεκίναγε…
Οι σπουδές, η μοιραία γνωριμία και η Αλάσκα
Στα παζάρια της Αλεξάνδρειας όπου πηγαίνει για βόλτα ο Τσαγκαράκης έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με αντίκες, παλιά κοσμήματα και πίνακες ζωγραφικής.
Εκεί θα πουλήσει σταδιακά αντίκες και έπιπλα απο το πατρικό του σπίτι, το μόνο που είχε απομείνει αφού τα όποια χρήματα είχαν οι γονείς του στην άκρη ξοδεύτηκαν σε υποχρεώσεις.
Όταν τελειώνει το σχολείο σπουδάζει ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και πολύ συχνά πηγαίνει στο σπίτι ενός συμφοιτητή και φίλου του για να μελετήσουν μαζί.
Έτσι βλέπει καθημερινά την μικρή αδερφή του τελευταίου που είναι τότε δέκα ετών και οι γονείς της κάνουν πλάκα στον Τσαγκαράκη ότι μια μέρα θα την παντρευτεί.
Αυτός γελάει όπως και η 12χρονη τότε Μαίρη, αλλά τελικά μετά από χρόνια οι δυο τους θα ανέβουν τα σκαλιά της εκκλησίας επιβεβαιώνοντας στον μέγιστο βαθμό την «πλάκα» που τους έκαναν.
Παράλληλα με τις σπουδές του δουλεύει για να βγάλει τα προς το ζην, εντρυφώντας σε διάφορα επαγγέλματα, όπως εργάτης στην «ΦΙΞ», ενώ η χάρη του έφτασε μέχρι την Αλάσκα.
Ζητούσαν προσωπικό για την κατασκευή δημοσίων έργων πληρώνοντας πολύ καλά λεφτά και ο νεαρός Γιώργος αφήνει το ζεστό κλίμα της Αιγύπτου για την πιο παγωμένη πολιτεία των ΗΠΑ.
Από τις κρέπες στα κοσμήματα
Δεν θα μείνει πολύ εκεί, αφού ο οργανισμός του αποδεικνύεται ασθενικός στο πολικό ψύχος, αρρωσταίνει και έτσι επιστρέφει σε πιο θερμά κλίματα όπως αυτό της Ελλάδας.
Θα δουλέψει στην Ρόδο ως στέλεχος στο ξενοδοχείο Miramare και το πρώτο δικό του επαγγελματικό εγχείρημα στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 δεν θα έχει να κάνει με γκαλερί, αλλά με κρέπες!
Έχοντας δει κρεπερί στο Παρίσι, ανοίγει την πρώτη στο νησί των ιπποτών, σε μια περίοδο που το συγκεκριμένο έδεσμα ήταν σχεδόν άγνωστο στην ελληνική επικράτεια.
Θα επεκτείνει την επιχείρηση στην Αθήνα ενώ ταυτόχρονα ταξιδεύει πολύ σε Ιταλία και ΗΠΑ όπου βλέπει τηλεοπτικές δημοπρασίες και έτσι παίρνει την ιδέα.
Έχοντας σπουδάσει και γεμολογία στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 παθιάζεται με τα κοσμήματα και ειδικά με τα διαμάντια ενώ πέρασε ατέλειωτες ώρες σε παζάρια και μαγαζιά με αντίκες ψάχνοντας αυτό το κάτι που θα του κάνει κλικ.
Οι εκπομπές, τα ανοίγματα και η κρίση
Στις πρώτες εκπομπές ο Γιώργος Τσαγκαράκης δεν πουλάει ούτε ένα αντικείμενο, αφού ο Έλληνας δεν είναι εξοικειωμένος με τις τηλεοπτικές δημοπρασίες κοσμημάτων, κάτι όμως που δεν τον πτοεί.
Όταν η κατάσταση αρχίζει να ρολάρει «έφερα δύο 40άρια κοντέινερ γεμάτα με αντίκες από το εξωτερικό» είπε χρόνια μετά σε συνέντευξή του και τα αντικείμενα αρχίζουν να φεύγουν.
Σταδιακά αρχίζει η επέκταση των γκαλερί του και σε άλλες χώρες όπως η Ισπανία, η Βουλγαρία και η Κύπρος ενώ η επιχείρησή του φτάνει να απασχολεί 180 εργαζόμενους σε 22 καταστήματα.
Οι δουλειές πάνε πολύ καλά, ο Γιώργος Τσαγκαράκης αποκτά την φήμη του γκαλερίστα των επωνύμων και η χάρη του φτάνει μέχρι το νησί των ανέμων.
Εκεί όπου εμφανίζεται από τις αρχές ακόμη του καλοκαιριού μαυρισμένος, αφού κάνει σολάριουμ όλο το χειμώνα ώστε να είναι πάντα ηλιοκαμένος, ειδικά τα τελευταία χρόνια.
Η κρίση και τα μνημόνια όμως θα παρασύρουν την συντριπτική πλειοψηφία των γκαλερί του, ενώ σταδιακά τα χρέη και οι διάφορες υποχρεώσεις αρχίζουν να συσσωρεύονται.
Ειδικά τα τελευταία τέσσερα χρόνια ο γκαλερίστας είδε το όνομά του να φιγουράρει δύο τουλάχιστον φορές σε ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς για τρία ακίνητα που του ανήκουν.
Η πιο δύσκολη ώρα
Τον Μάρτιο του 2022 το κατάστημα της Galerie Tsangarakis στο Κολωνάκι και άλλα δύο ακίνητα στα Νότια Προάστια, το πρώτο στην Βάρη και το δεύτερο στην Βούλα βγαίνουν στο σφυρί.
Η πρώτη κατοικία επι της οδού Ονείρων βγήκε τελευταία φορά σε ηλεκτρονικό πλειστηριασμό τον Ιούλιο του 2024, με τιμή εκκίνησης 4.700.000 ευρώ.
Όσο για την δεύτερη, που βρίσκεται στη θέση «Πηγαδάκια» η τιμή εκκίνησης ήταν 562.000 ευρώ ενώ το ακίνητο στο οποίο στεγάζεται η γκαλερί του Κολωνακίου, εκτιμήθηκε το 2022 στα 882.000 ευρώ.
Τελικά όλοι οι πλειστηριασμοί ανεστάλησαν-το χρέος του Γιώργου Τσαγκαράκη ανερχόταν τότε σε 200.000 ευρώ-και η ζωή του τηλεδημοπράτη συνεχίστηκε μεταξύ εκπομπών και Μυκόνου.
Στις δύσκολες στιγμές η σύζυγός του Μαίρη είναι πάντα δίπλα του, όπως και τα τρία τους παιδιά, ένα αγόρι το οποίο δουλεύει μαζί με τον πατέρα του και δύο κόρες που ασχολούνται με το ηλεκτρονικό εμπόριο.
«Η δημιουργία είναι αφροδισιακή, όπως και η εξουσία» έχει δηλώσει ο γκαλερίστας και μόνιμος εκτιμητής στο «Cash or Thrash» που την πάτησε τελικά παρουσιάζοντας ένα ευαγγέλιο-κειμήλιο του 17ου αιώνα.
Στις αποθήκες του γκαλερίστα ανακαλύφθηκαν εκατοντάδες πλαστοί πίνακες γνωστών Ελλήνων δημιουργών, τους οποίους ο ίδιος χαρακτήρισε οικογενειακά κειμήλια.
Μετά ακολούθησε η σύλληψη και μια πρωτόγνωρη δημοσιότητα για τα πεπραγμένα του καθώς και νέες καταγγελίες από πελάτες που λένε ότι εξαπατήθηκαν ή ότι δεν έχουν πάρει τα λεφτά τους από τον άνθρωπο που «κάηκε» από ένα Ευαγγέλιο.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή