website analysis Γιατί οι λύκοι επιστρέφουν στην Πάρνηθα / Ντοκιμαντέρ για τους «επικηρυγμένους» του ζωϊκού βασιλείου – Epikairo.gr

Οι λύκοι επιστρέφουν στην Αττική μετά από 60 χρόνια. Μαζί τους έρχονται στην επιφάνεια τα διαχρονικά προβλήματα διαχείρισης της άγριας πανίδας.

Δύο νέοι κινηματογραφιστές και πεζοπόροι, ο σκηνοθέτης Ίων Ευθυμίου και ο εικονολήπτης Παραγιώτης Κυριακάκης δεν εξηγούν μόνο γιατί επιστρέφουν οι λύκοι στο ντοκιμαντέρ «Οι επικηρυγμένοι». Αναδεικνύουν τα μεγάλα προβλήματα που έχουν δημιουργήσει οι πολιτικές διαχωρισμού μας από την άγρια πανίδα με σκοπό το κέρδος.

Σήμερα βιώνουμε τα αποτελέσματα αυτών των πολιτικών αφού οι συγκρούσεις με τον άνθρωπο είναι αναπόφευκτες και δημιουργούν μεγάλες αντιδράσεις, ειδικά όταν το πιο δαιμονοποιημένο ζώο όλων των εποχών έχει εγκατασταθεί στο κακοποιημένο βουνό της Πάρνηθας.

Η ταινία απέσπασε το βραβείο «Καλύτερης ελληνικής ταινίας μικρού μήκους» στο 11ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου.

Γιατί ασχοληθήκατε με τον λύκο;

Η αφορμή για το ντοκιμαντέρ ήταν ένα περιστατικό που συνέβη πριν από τέσσερα χρόνια στο καταφύγιο Μπάφι, όταν ένας λύκος επιτέθηκε σε δεσποζόμενο σκυλί που συνοδευόταν από τους ιδιοκτήτες του. Το γεγονός πήρε μεγάλη δημοσιότητα και άνοιξε μια συζήτηση γεμάτη φόβο, υπερβολές και αντικρουόμενες πληροφορίες. Παρότι υπήρχαν προειδοποιήσεις από αρμόδιους φορείς, η ενημέρωση του κόσμου αποδείχθηκε ανεπαρκής.

Ασχολούμαστε χρόνια με την ορειβασία και έχουμε επαφή με αγροτικές και κτηνοτροφικές περιοχές. Εκεί ακούς συχνά για τον λύκο: για ζημιές στο ζωικό κεφάλαιο χωρίς αποζημιώσεις, για εγκατάλειψη από το κράτος, αλλά και για το πώς ο λύκος γίνεται εύκολα ο «ένοχος» για προβλήματα που έχουν βαθύτερες αιτίες. Όλα αυτά μας οδήγησαν να δούμε το ζήτημα πιο σοβαρά και όχι μέσα από τα στερεότυπα.

Το 2023 ξεκινήσαμε μια έρευνα γύρω από τη διαχείριση της άγριας πανίδας στην Ελλάδα και ειδικά του λύκου στην Πάρνηθα, σε σύνδεση με τη συνολική υποβάθμιση και εμπορευματοποίηση του βουνού, που σήμερα κορυφώνεται με διάφορα επενδυτικά σχέδια. Παράλληλα, έχει ενδιαφέρον ότι τα τελευταία χρόνια κατευθύνονται σημαντικά κονδύλια στην άγρια πανίδα, γεγονός που γεννά εύλογα ερωτήματα.

Αποφασίσαμε να οπτικοποιήσουμε αυτή την έρευνα μέσα από ένα ντοκιμαντέρ που να εξετάζει όλες τις πλευρές: τη φύση, τον άνθρωπο και τις πολιτικές επιλογές.

Μαθαίνουμε από το ντοκιμαντέρ ότι  ο λύκος επικηρύχθηκε το ’50 και επανεμφανίστηκε πρόσφατα. Γιατί;

Σύμφωνα με την έρευνά μας, η επανεμφάνιση του λύκου δεν οφείλεται σε έναν μόνο λόγο. Για δεκαετίες, το ελληνικό κράτος ακολούθησε την πολιτική της επικήρυξης, βασισμένη στον φόβο και στη δαιμονοποίηση του ζώου. Μια πολιτική που όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα, αλλά άφησε τη χώρα χωρίς κανέναν μηχανισμό διαχείρισης όταν το είδος επανήλθε. Το ζήτημα απλώς «κρύφτηκε κάτω από το χαλάκι».

Από τη δεκαετία του ’90, με τη διακοπή της επικήρυξης, ξεκίνησε σταδιακά η επανάκαμψη του λύκου. Την ίδια περίοδο όμως είχαμε και εγκατάλειψη της υπαίθρου, ερημοποίηση ορεινών περιοχών και αποχώρηση ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με την έρευνά μας, αυτά δεν είναι τυχαία φαινόμενα, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που αντιμετωπίζουν το περιβάλλον και την ύπαιθρο με κριτήριο το κέρδος και τους ανταγωνισμούς.

Παρότι σήμερα υπάρχουν τεχνολογίες και δυνατότητες για την πρόληψη ζημιών και τη διαχείριση των συγκρούσεων με την άγρια ζωή, δεν εφαρμόζονται οργανωμένα. Το κράτος αποσύρεται και μεταφέρει το βάρος στην ατομική ευθύνη των κτηνοτρόφων και των κατοίκων, χωρίς ουσιαστική στήριξη.

Θέλουμε να είμαστε ξεκάθαροι: δεν είμαστε επιστήμονες. Το ντοκιμαντέρ βασίζεται σε έρευνα που κάναμε, σε αξιολόγηση όλων των υφιστάμενων επιστημονικά τεκμηριωμένων πηγών, σε συζητήσεις και παρατηρήσεις. Και μέσα από αυτήν την έρευνα προκύπτει ένα βασικό ερώτημα: ποιος είναι τελικά ο πραγματικός «λύκος» που υποβαθμίζει τις ζωές μας;

Πού επανεμφανίζεται ο λύκος και τι σημαίνει αυτό για την πανίδα και τον άνθρωπο;

Η επανεμφάνιση του λύκου στην Αττική και ειδικά στην Πάρνηθα δεν είναι αφύσικη.

Πρόκειται για έναν μηχανισμό αυτορρύθμισης της ίδιας της φύσης, που «ενεργοποιείται» όταν έχουν διαταραχθεί οι οικολογικές ισορροπίες. Ο λύκος σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα εμφανίζεται κυρίως σε ορεινές και δασικές περιοχές με διαθέσιμη τροφή ή προς αναζήτηση συντρόφου για αναπαραγωγή.

Στην Πάρνηθα, σύμφωνα με τις διαθέσιμες επιστημονικές μελέτες, η παρουσία του συνέβαλε στη ρύθμιση του πληθυσμού του κόκκινου ελαφιού και στον περιορισμό της υπερβόσκησης. Μετά την πυρκαγιά του 2007, που κατέκαψε τα δύο τρίτα του
ελατοδάσους, αυξήθηκαν τα ελάφια και δημιουργήθηκαν πιέσεις στη φυσική αναγέννηση του δάσους. Ο λύκος λειτούργησε ως φυσικός ρυθμιστής. Παρόλα αυτά σήμερα, σύμφωνα πάντα με τα πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα, παρατηρείται μείωση του πληθυσμού του ελαφιού και συζητιούνται προτάσεις για μέτρα.

Να αναφέρουμε πως το πρόβλημα χρησιμοποιείται και ως άλλοθι καθώς με πρόσχημα αυτή την μείωση, προωθούνται σενάρια εμπορικής και τουριστικής αξιοποίησης του Εθνικού Δρυμού (μέχρι και πρόταση για εκτροφείο – ζωολογικό κήπου έχουμε ακούσει!), ενώ διάφοροι φορείς και αρχές (εισαγγελείς – δήμαρχοι- στελέχη της αστυνομίας!) παρεμβαίνουν αντιεπιστημονικά, ζητώντας λύσεις του παρελθόντος – μετακινήσεις ή θανατώσεις – που έχουν αποδειχθεί αποτυχημένες.

Για τον άνθρωπο, το πρόβλημα είναι κοινωνικό. Η απουσία κρατικού και επιστημονικού σχεδιασμού μετατρέπει τη συνύπαρξη με την άγρια ζωή σε ατομική υπόθεση. Κτηνοτρόφοι, και μικροπαραγωγοί καλούνται να πληρώσουν μόνοι τους τις συνέπειες, χωρίς πρόληψη και χωρίς ουσιαστικές αποζημιώσεις. Έτσι στήνεται ένα κλίμα φόβου και ο λύκος παρουσιάζεται ως ο ένοχος, για να μένουν στο σκοτάδι οι πραγματικές αιτίες εξόντωσης της αγροκτηνοτροφικής παραγωγής: η πολιτική της ΕΕ, η ΚΑΠ και η συνολικότερη εμπορευματοποίηση του περιβάλλοντος.

Να σημειωθεί επίσης ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται περιστατικά και σε κατοικημένες περιοχές, γεγονός που –εύλογα– αυξάνει τον φόβο και την ανησυχία των κατοίκων. Στην Πάρνηθα, η συχνότερη παρουσία του λύκου σε κατοικημένες περιοχές, όπως η Φυλή και οι Αχαρνές, αυξάνει τη σύγκρουση ανθρώπου – κατοίκων και άγριας ζωής.

Όπως και στην περίπτωση των απωλειών στο ζωικό κεφάλαιο, έτσι και στο ζήτημα της απώθησης από κατοικημένες περιοχές δεν αξιοποιείται η επιστημονική γνώση και η σύγχρονη τεχνολογία στο πλαίσιο ενός ενιαίου και ολοκληρωμένου σχεδιασμού. Συνεπώς και σε αυτό το επίπεδο, το ζήτημα μετατρέπεται ξανά σε υπόθεση ατομικής ευθύνης των κατοίκων, ενώ πρόκειται για ξεκάθαρη κρατική ευθύνη που θα έπρεπε να έχει ήδη αντιμετωπιστεί.

Εμείς αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε μέσα από την δουλειά μας είναι πως η συνύπαρξη ανθρώπου και άγριας ζωής δεν είναι ουτοπία. Μπορεί να υπάρξει μόνο αν το περιβάλλον αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό αγαθό και όχι ως εμπόρευμα, με κεντρικό επιστημονικό σχεδιασμό και προστασία τόσο της φύσης όσο και των ανθρώπων.

Ποιες ήταν οι δυσκολίες που συναντήσατε κατά τα γυρίσματα;

Η δημιουργία του ντοκιμαντέρ είχε δυσκολίες από το πρώτο στάδιο του σχεδιασμού μέχρι την ολοκλήρωση της παραγωγής. Το βασικό πρόβλημα ήταν η έλλειψη χρηματοδότησης. Το εγχείρημα στηρίχθηκε αποκλειστικά στις δικές μας οικονομικές δυνάμεις και στους περιορισμένους πόρους που μπορούσαμε να διαθέσουμε, γι’ αυτό και τα γυρίσματα συνδυάστηκαν με τις πεζοπορικές μας επισκέψεις στο βουνό.

Επίσης, πολλές φορές ο καιρός δεν υπήρξε σύμμαχος μας και δεν ήταν εύκολο να κινηματογραφήσουμε κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες.
Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις ήταν η ίδια η καταγραφή του λύκου, ενός ζώου ιδιαίτερα δύσκολου στην παρατήρηση. Είχαμε μεν καταφέρει να συναντήσουμε λύκους σε διάφορα σημεία του βουνού, κυρίως νυχτερινές ώρες αλλά ήταν αδύνατον να τους καταγράψουμε.

Για τον λόγο αυτό, σε συνεργασία με την περιβαλλοντική οργάνωση «Καλλιστώ» και τον ΔΡ Γιώργο Ηλιόπουλο – επιστημονικό συνεργάτη της ταινίας και επιστημονικό υπεύθυνο του προγράμματος LIFE Wild Wolf για την Πάρνηθα – τοποθετήθηκαν κάμερες σε σημεία που είχαν επιλεγεί με επιστημονικά κριτήρια. Το υλικό αυτό αποτέλεσε βασικό μέρος του ντοκιμαντέρ.

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία – Κείμενα – Παραγωγή: Ίων Ευθυμίου

Διεύθυνση φωτογραφίας – Μοντάζ: Παναγιώτης Κυριακάκης

Πρωτότυπη Μουσική: Ορφέας Παρούσης – Παρασκευάς

Αφήγηση: Κωνσταντίνος Σωτηριάδης

Επιστημονικός Συνεργάτης: ΔΡ. Γιώργος Ηλιόπουλος

Αφίσα: Κώστας Κυριακάκης