Η χώρα έχει κυβέρνηση. Κυβέρνηση που έχει υποστεί φθορά, που έχει μέτριες επιδόσεις σε αρκετά πεδία, που διανύει τον έβδομο χρόνο διακυβέρνησης και που σταθερά προηγείται σε όλες τις δημοσκοπήσεις από χαμηλές δημοσκοπικές θέσεις. Η χώρα δεν έχει αντιπολίτευση – ή μάλλον έχει τόσες αντιπολιτεύσεις που δεν μπορεί να μεταβολίσει. Μία όμως που να μπορεί να σταθεί ανταγωνιστικά προς τη Νέα Δημοκρατία, με πολιτική επιρροή, με όγκο και δυναμική δεν έχει. Ο αντιπολιτευτικός κατακερματισμός που παρατηρείται είναι απότοκος της εγγενούς αδυναμίας και όχι αίτιό της. Όταν σταθερά οι έρευνες κοινής γνώμης δείχνουν ένα 75% των ερωτώμενων να δυσφορεί ή να απορρίπτει την κυβερνητική διαχείριση και ταυτόχρονα κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης να μην μπορεί να προσεγγίσει σε πρόθεση ψήφου το 20%, τότε τα πράγματα είναι απλά και ξεκάθαρα. Υπάρχει κενό – υπάρχει πολιτικός χώρος. Όλη η προσπάθεια επανάκαμψής του στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό τροφοδοτείται από αυτήν την αδυναμία των υπολοίπων. Αυτό είναι το καύσιμο της προσπάθειας Τσίπρα και αυτό το καύσιμο είναι -σε πρώτη φάση- αρκετό. Σε δεύτερη φάση, θα το συζητήσουμε όταν φτάσουμε στη δεύτερη φάση. 

Το πρόσωπο Αλέξης Τσίπρας ήταν «το νέο» το 2006, στις τότε αυτοδιοικητικές εκλογές. Σήμερα, 2026, είναι ένας πρώην πρωθυπουργός που κατήγαγε σειρά δύσκολων νικών στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας και σειρά μεγάλων ηττών στις αρχές αυτής. Ανέδειξε σε κυβερνητική δύναμη ένα μικρό κόμμα με αναφορές όμως σε υπαρκτά πολιτικά ρεύματα, κυβέρνησε σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο τη χώρα με συγκεκριμένα αποτελέσματα και διακριτό όμως στίγμα και απέτυχε να μετεξελίξει το κόμμα του για δεύτερη φορά το 2019. Επανακάμπτει σήμερα όχι ως «το νέο» αλλά ως «το δυνητικά πλειοψηφικό». Δεν λέει «ψηφίστε με – είμαι κάτι νέο». Λέει «ψηφίστε με για να έχετε εναλλακτική επιλογή διακυβέρνησης». Είναι αρκετό; Για να κερδίσει σήμερα και σε 6 μήνες τις εκλογές ίσως όχι. Για να τον φέρει στη δεύτερη θέση του διεκδικητή της, ίσως ναι. 

Πριν αναλύσουμε τις δυναμικές συσπείρωσης και αντισυσπείρωσης – γιατί από τη σύγκριση αυτών θα προκύψει το τελικό αποτέλεσμα, πρέπει να παραδεχθούμε κάτι. Το πρόσωπο Τσίπρας κάπως επιδρά – κάτι πετυχαίνει – συζητείται και μάλιστα άμα τη εμφανίσει. Μπορεί ένα ποσοστό να μην θέλει να τον δει ούτε ζωγραφιστό, να του ξυπνά δυσάρεστες μνήμες, να τον απεχθάνεται πολιτικά, υφολογικά, πολιτικά κ.ο.κ. Από την άλλη πάλι κάποιοι να τον θεωρούν τη μόνη λύση στο αδιέξοδο, τον πρωθυπουργό που ήταν τίμιος και προσπάθησε, που ήταν και παραμένει η ελπίδα του λαού ή αυτόν που μπορεί -ως ελάχιστο κοινό στόχο- να κερδίσει τον Μητσοτάκη σε δεύτερο χρόνο. Τι σημαίνει όμως αυτό; Ότι δεν είναι αδιάφορος – βάζει σε κίνηση τον τροχό της ιστορίας, ανακατεύει την τράπουλα. 

Όμως αντισυσπειρώνει. Ναι – και αυτό καθιστά δύσκολη την προσπάθειά του για νίκη σε εθνικές εκλογές. Φέρει φορτία – το παραδέχονται όλοι. Αυτή όμως η επίδρασή του ταυτόχρονα σχηματοποιεί τη ρευστότητα. Δυνητικά δημιουργεί ένα κεντρικό δίλλημα. Βάζει τέλος στη χύμα κατάσταση ( αν τα καταφέρει). Δημιουργεί με δυο λόγια συνθήκες σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος (αν τα καταφέρει). 

Διαβάζοντας τη διακήρυξη του νέου κομματικού εγχειρήματος δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα – από την άλλη όμως δεν θα μπορούσα να ενθουσιαστώ εύκολα. Είναι ένα καλό πολιτικό κείμενο, αρκούντως ευρύχωρο, με σημαντικές παραλείψεις (Ευρώπη, εκσυγχρονισμός, διεθνής καταμερισμός εργασίας κλπ) αλλά συνεκτικό και ταυτοτικό. Στον ευρύτερο όμως χώρο της κεντροαριστεράς έχουν γραφτεί από το 2011 εξαιρετικά πολιτικά, προγραμματικά και κομματικά κείμενα. Δυσανάλογα πολλά της εκλογικής της επιρροής και εξόχως ποιοτικά, δυσανάλογα της πολιτικής της πρακτικής. 
Τι σημαίνει αυτό στις παρούσες συνθήκες; Σημαίνει ότι το κενό που περιγράψαμε πιο πάνω δεν είναι προγραμματικό, δεν μεταφράζεται σε έλλειμμα κειμένων και επεξεργασιών, δεν είναι έλλειμμα κυβερνητικών προτάσεων. Είναι πρωτίστως έλλειμμα πολιτικό. Λίγοι και με κόπο ταυτίζονται πολιτικά με τα προοδευτικά κόμματα γιατί κυρίως έχουν πειστεί ότι τα τελευταία έπαψαν να είναι «δικά τους», έπαψαν να νοιάζονται για αυτούς. Ο λόγος τους έγινε άνευρος, γραφειοκρατικός, πολλές φορές στείρα καταγγελτικός. Δεν δημιουργεί προσδοκία, δεν θέλγει, δεν «περπατάει», δεν αγγίζει, δεν ξεσηκώνει. 

Για αυτό ο Τσίπρας – και μετά το ιστορικό κάζο της περιόδου 2019 – 2023, έρχεται με λόγο πιο απλό. Δεν αναφέρει τη λέξη «Δεξιά», δεν αναφέρει το όνομα του πρωθυπουργού, δεν μιλά ως αριστερός. Βάζει στο όνομα του κόμματος την Αριστερά για να κατοχυρώσει – όσο μπορεί – έναν χώρο ως βάση, ως σημείο εκκίνησης, αλλά η όλη του παρουσία είναι μια προσπάθεια ταυτόχρονα να τον υπερβεί. Η μάχη στον προοδευτικό χώρο θα κριθεί στο πολιτικό πεδίο. Θα κριθεί υφολογικά, θα κριθεί και από τα πρόσωπα, θα κριθεί και από τα logistics – από τους πόρους κάθε στρατοπέδου αλλά και από την προσδοκία. 

Ο Τσίπρας άλλωστε ιστορικά αν σε κάτι ήταν καλός – ο καλύτερος στη γενιά του – ήταν σε αυτό που θα ονοματίζαμε καταχρηστικά διαισθητική αντίληψη των πραγμάτων. Και ας του καταλόγιζαν ότι δεν μιλούσε καλά αγγλικά ή ότι δεν είχε τη θεωρητική σκεύη των παλαιών αριστερών ή των του μεταπολιτευτικού ΠΑ.ΣΟ.Κ, είχε κάτι άλλο. Τη διαίσθηση, την κοινωνική αντίληψη, τη μικρή απόσταση από τον μέσο όρο του ανθρώπου που διεκδικεί την ψήφο του. Μην κακολογείτε τα αμφιθέατρα, σου δίνουν δεξιότητες που δεν αγοράζονται ντε φάκτο με πτυχίο από καλό πανεπιστήμιο του εξωτερικού. 
Δείτε και κάτι άλλο. Η στρατηγική Τσίπρα από τον Σεπτέμβριο μέχρι σήμερα μετατοπίστηκε. Τον Σεπτέμβριο στη Θεσσαλονίκη, στο συνέδριο του Economist προσπάθησε να εμφανιστεί ως ένας Ευρωπαίος σοσιαλδημοκράτης, ενώ τις προάλλες από το Θησείο, έβαλε το «Αριστερά» στο όνομα και προσπάθησε να επανασυνδεθεί με τις φωτεινές στιγμές του προοδευτισμού στην Ελλάδα – όπως άλλωστε έκανε και ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1974. Μας προτείνει μια δική του επιλεκτική χρονοσειρά με κληρονόμο τον ίδιο. Αυτό σημαίνει ότι πιθανά κάποιοι στο επιτελείο του «μετρούν», αναλύουν, σκέπτονται και σχεδιάζουν και αν χρειαστεί αλλάζουν. Λειτουργίες μάλλον σε σπάνη τα τελευταία αρκετά χρόνια στον πέραν της κυβέρνησης χώρο.

Άλλο ένα προσωποπαγές κόμμα ιδρύεται, προηγήθηκε εκείνο της κ. Καρυστιανού, της κ. Λατινοπούλου, της κ. Κωνσταντοπούλου, του κ. Κασσελακη και πιθανά να ακολουθεί του κ. Σαμαρά. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι το συλλογικό υποχωρεί. Η έννοια του κόμματος αμφισβητείται, τουλάχιστον στην ιδεοτυπική της έκφανση. Μπορεί η ΕΛΑΣ να αποκτήσει δομές και υποδομές και λειτουργίες κόμματος, αλλά είναι εμφανές ότι αυτό δε συνιστά προτεραιότητα. Ίσως πάλι να έχουμε μια επιστροφή προς τα πίσω. Η σειρά που γνωρίζαμε ήταν «κόμματα στελεχών» => «κόμματα μαζών» => «πολυσυλλεκτικά κόμματα» και μια εκδοχή των τελευταίων ως «κόμματα του κράτους». Φαίνεται ότι επιστρέφουμε μάλλον σε «κόμματα στελεχών» ή προχωράμε σε κάτι νέο «κόμματα προσώπων» με κάποια δίκτυα μαζί. 

Είναι αυτό πρόοδος; Κατά την προσωπική μου άποψη όχι αλλά ας μη βιαστούμε να κρίνουμε την ιστορία. Πάντως αυτή η τάση αποκαλύπτει και φωτίζει την αδυναμία των θεσμικών κομμάτων να μετεξελιχθούν, τη δυναμική υποχώρησης των συλλογικών υποκειμένων, την αποχή του λαού, τη μετατροπή της πολιτικής διαδικασίας σε τηλεοπτικό ή σοσιαλμιντιακό προϊόν και την τροπή της νέας ατομικότητας που μετατρέπει ακόμη και τις εγγενώς συλλογικές υποθέσεις σε ατομική επιλογή. 

Η μάχη στην κεντροαριστερά δεν έχει κριθεί. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ ακόμα και την ύστατη στιγμή μπορεί και να πατήσει τα σωστά πλήκτρα και να συνθέσει μία έστω μικρής κλίμακας Carmina Burana για να γίνει αυτό ο δυνητικός δεύτερος – προοδευτικός πόλος. Η ορχήστρα μπορεί υπό προϋποθέσεις, έχει θύμισες από μεγάλες συναυλίες, έχει πανελλαδική διάρθρωση – ο μαέστρος πρέπει να αποφασίσει. Από την άλλη ο Τσίπρας είναι ένας μαέστρος που φτιάχνει τώρα τη δική του ορχήστρα. Η μάχη είναι και μάχη χρόνου. Ο χρόνος δεν είναι άπειρος, ούτε σε περιμένει. 

Ο Τσίπρας δεν επιστρέφει σε άδειο γήπεδο. Επιστρέφει σε ένα γήπεδο γεμάτο κούραση, δυσπιστία και πολιτική ρευστότητα. Δεν είναι το νέο. Δεν είναι άφθαρτος. Δεν είναι χωρίς βαρίδια. Είναι όμως, αυτή τη στιγμή, ένα πρόσωπο που μπορεί να μετατρέψει το διάχυτο κενό σε πολιτικό σχήμα. Και αυτό, στην παρούσα φάση, αρκεί για να τον ξαναβάλει στο κέντρο του παιχνιδιού.