«Στην Ισπανία αυτή τη στιγμή υπάρχει μια αξιοσημείωτη συσπείρωση γύρω από τον Σάντσεθ, ιδιαίτερα στον προοδευτικό χώρο» λέει στο tvxs ο Κωστής Κορνέτης, επίκουρος καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης και σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

Ο ίδιος αποδίδει την συσπείρωση στο ότι «η στάση αυτή ενεργοποιεί μια ευρύτερη αίσθηση εθνικής αξιοπρέπειας καθώς και την πεποίθηση πως η Ισπανία μπορεί να είναι αξιόπιστος σύμμαχος χωρίς να λειτουργεί ως εκτελεστής γεωπολιτικών επιλογών άλλων».

Ο ιστορικός μιλά στο tvxs για το φαινόμενο Σάντσεθ και γενικά της ισπανικής κυβέρνησης, που αποτελεί έναν φάρο σε μια Ευρώπη που διολισθαίνει όλο και περισσότερο προς την ακροδεξιά, τους όψιμους επικριτές του στην Ελλάδα που του επιτίθενται με fake news, τα ρίσκα και τα οφέλη που αποκομίζει η Ισπανία και τον ρόλο της Ελλάδας που βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της στάσης με ενεργή εμπλοκή στον πόλεμο.

Με ανάρτησή σας διαψεύσατε δημοσιεύματα του ελληνικού τύπου που ισχυρίζονται ότι ο Σάντσεθ λέει ψέματα όταν αρνείται κάθε συμμετοχή στον πόλεμο στο Ιράν. Από που πηγάζουν αυτά τα fake δημοσιεύματα και τι στόχο έχουν; Έχετε δει αντίστοιχα δημοσιεύματα για τον ισπανό πρωθυπουργό στον τύπο άλλων ευρωπαϊκών χωρών;

Δεν μπορώ να γνωρίζω με ακρίβεια από πού ξεκινούν τέτοιου είδους δημοσιεύματα. Μου προκαλεί όμως αλγεινή εντύπωση ότι κατά τα άλλα έμπειροι δημοσιογράφοι φωνασκούν εναντίον του Σάντσεθ, τον χαρακτηρίζουν ακόμη και «απατεώνα» και φτάνουν μέχρι το σημείο να χρησιμοποιούν fake news ή και να επικαλούνται τον ακροδεξιό ηγέτη του Vox, Σαντιάγκο Αμπασκάλ, για να στηρίξουν τα επιχειρήματά τους. Αν αυτό δεν είναι διολίσθηση σε έναν τραμπικό τρόπο σκέψης και λόγου, τότε τι είναι;

Είναι γνωστό ότι σε περιόδους διεθνών κρίσεων δημιουργούνται συχνά επικοινωνιακά μέτωπα που επιχειρούν να απονομιμοποιήσουν συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές. Η στάση της ισπανικής κυβέρνησης -η άρνηση να χρησιμοποιηθούν οι βάσεις της Ρότα και της Μορόν για επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν- ήταν μια συνειδητή πολιτική απόφαση με σαφές σκεπτικό: σεβασμός στο διεθνές δίκαιο και αποφυγή εμπλοκής σε έναν πόλεμο με απρόβλεπτες συνέπειες.

Η ισοπεδωτική κριτική πάντως δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Στη Μεγάλη Βρετανία, για παράδειγμα, η Telegraph έφτασε να δημοσιεύσει τίτλο που χαρακτήριζε τον Σάντσεθ «απαράδεκτο σύμμαχο που αξίζει την οργή του Τραμπ», ενώ κάτι παρόμοιο έκανε και η γαλλική Figaro. Την ίδια στιγμή, όμως, διεθνή μέσα όπως οι New York Times ή ακόμη και μεγάλα ευρωπαϊκά δίκτυα όπως το Euronews αντιμετωπίζουν την ισπανική στάση πολύ πιο ψύχραιμα: ως μια πολιτική επιλογή κυρίαρχου κράτους που εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή συζήτηση για τα όρια της στρατιωτικής εμπλοκής στη Μέση Ανατολή.

Πώς υποδέχεται η κοινή γνώμη την αταλάντευτη στάση Σάντσεθ απέναντι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Μια με την στάση απέναντι στο Παλαιστινιακό, μια με την άρνηση του 3% των εξοπλιστικών και μια τώρα στην περίπτωση του Ιράν;

Στην Ισπανία αυτή τη στιγμή υπάρχει μια αξιοσημείωτη συσπείρωση γύρω από τον Σάντσεθ, ιδιαίτερα στον προοδευτικό χώρο. Ένας βασικός λόγος είναι ότι η άρθρωση ενός συνεπούς δημόσιου λόγου από πλευράς του φαίνεται πως κινητοποιεί και εμπνέει.

Αυτό το είδαμε και στην γενναία στάση του σε σχέση με τη Γάζα, αλλά και στη σθεναρή αντίσταση του απέναντι στην ασφυκτική αμερικανική πίεση για αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών της χώρας στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.

Η στάση αυτή ενεργοποιεί μια ευρύτερη αίσθηση εθνικής αξιοπρέπειας καθώς και την πεποίθηση πως η Ισπανία μπορεί να είναι αξιόπιστος σύμμαχος χωρίς να λειτουργεί ως εκτελεστής γεωπολιτικών επιλογών άλλων.

Η στάση του Τύπου ποια είναι;

Ο ισπανικός τύπος είναι βαθιά πολωμένος και αυτό αντανακλάται και στη συζήτηση για την κρίση με τις ΗΠΑ. Μέσα όπως η El País ή το eldiario.es αντιμετωπίζουν τη στάση της κυβέρνησης ως μια συνεπή υπεράσπιση της ισπανικής κυριαρχίας και του διεθνούς δικαίου. Σε αυτή την ανάγνωση, η άρνηση χρήσης ισπανικών βάσεων για επιθετικές επιχειρήσεις δεν είναι στείρος ή καιροσκοπικός αντιαμερικανισμός αλλά μια υπενθύμιση ότι η συμμαχία δεν σημαίνει αυτόματη συμμόρφωση.

Από την άλλη πλευρά, συντηρητικά μέσα —όπως η ABC ή η El Mundo— επιλέγουν μια σχεδόν μόνιμη ad hominem επίθεση στον Σάντσεθ. Τον παρουσιάζουν ως πολιτικό οπορτουνιστή που χρησιμοποιεί τη διεθνή σκηνή για να ενισχύσει τη θέση του στο εσωτερικό και να αποπροσανατολίσει από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση μειοψηφίας που ηγείται.

Αυτή η πόλωση δεν είναι καινούργια· αποτελεί χαρακτηριστικό της ισπανικής δημόσιας σφαίρας εδώ και αρκετά χρόνια.

Από πού αντλεί ο Σάντσεθ το θάρρος κατά τη γνώμη σας; Αρκεί το αυτονόητο επιχείρημα που έχει σχέση με το ότι είναι μεγάλη χώρα η Ισπανία;

Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι η Ισπανία είναι μια μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα, που σίγουρα παίζει το ρόλο του. Ο Σάντσεθ είναι ένας θαρραλέος πολιτικός που έχει χτίσει την καριέρα του μέσα από συγκρούσεις. Από την αρχή της ηγεσίας του στο PSOE βρέθηκε αντιμέτωπος με την παλιά κομματική φρουρά, η οποία αφού απέτυχε να τον εκπαραθυρώσει, ποτέ δεν τον αποδέχθηκε πλήρως.

Η σύγκρουση εντάθηκε, ειδικά μετά την συνεργασία του με τους αριστερούς Podemos αρχικά και το Sumar αργότερα, αλλά και πολλά καταλανικά και βασκικά κόμματα που βρίσκονται στο λεγόμενο αυτονομιστικό τόξο. Είναι χαρακτηριστικό ότι προσωπικότητες, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Φελίπε Γκονθάλεθ, έχουν φτάσει να δηλώσουν δημόσια πως, αν ο Σάντσεθ παραμείνει στην ηγεσία του κόμματος, θα προτιμούσαν να ψηφίσουν δεξιά.

Πρόκειται γενικά για έναν πολιτικό που συχνά επιλέγει στρατηγικές υψηλού ρίσκου, αλλά και υψηλής πολιτικής απόδοσης – άλλωστε θεωρείται «εφτάψυχος» πολιτικά.

Βρισκόμαστε όμως και σε μια συγκυρία όπου η Ισπανία βρίσκεται στην κορυφή της Ευρωζώνης με όρους ανάπτυξης και με ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης που υπερβαίνουν σταθερά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με την ανεργία να έχει πέσει στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 15 ετών και με την αύξηση του κατώτατου μισθού να έχει βελτιώσει τα εισοδήματα εκατομμυρίων εργαζομένων, ο Σάντσεθ νιώθει πως νομιμοποιείται να είναι ρηξικέλευθος και στην εξωτερική του πολιτική.

Τέλος, η σημερινή του στάση αντλεί σε μεγάλο βαθμό από την συλλογική εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών. Στην Ισπανία υπάρχει μια ισχυρή ιστορική επίγνωση ότι οι στρατιωτικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή είχαν απρόβλεπτες και συχνά τραγικές συνέπειες.

Είναι μόνο αυτά τα οφέλη στα οποία προσβλέπει;

Στο εσωτερικό επίπεδο η στάση αυτή λειτουργεί σαφώς συσπειρωτικά. Το PSOE είχε δεχτεί σοβαρά πλήγματα από σκάνδαλα διαφθοράς που αφορούσαν το κόμμα –όχι την ίδια την κυβέρνηση– και η διεθνής κρίση προσφέρει μια ευκαιρία επανασυσπείρωσης του εκλογικού του ακροατηρίου. Παράλληλα ενεργοποιεί και τους αριστερούς ψηφοφόρους του κυβερνητικού συνασπισμού, ιδιαίτερα του Sumar, που το τελευταίο διάστημα βρίσκονταν σε πολιτική αμηχανία.

Υπάρχει όμως και μια διεθνής διάσταση. Από τη στάση του απέναντι στη Γάζα μέχρι τη σημερινή κρίση με το Ιράν, ο Σάντσεθ επιχειρεί να διαμορφώσει το προφίλ ενός ευρωπαίου ηγέτη που υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο σε έναν κόσμο που μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο προς τον αυταρχισμό και την ακροδεξιά.

Είδαμε πως αρχικά ο Τραμπ δεν έκανε πράξη τις απειλές του για τα αντίποινα ωστόσο τώρα επανέρχεται. Τι θα κοστίσουν στην Ισπανία αν πραγματοποιηθούν;

Είναι δύσκολο να γίνει ακριβής εκτίμηση του τι θα κοστίσουν. Οι οικονομικές σχέσεις όμως είναι αμφίδρομες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επίσης σημαντικά εμπορικά συμφέροντα στην Ισπανία και γενικότερα στην ευρωπαϊκή αγορά.

Όπως όμως έχουν επισημάνει οικονομικοί αναλυτές, τέτοιου είδους απειλές συχνά έχουν περισσότερο διαπραγματευτικό χαρακτήρα. Επιπλέον, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιβληθούν μονομερείς κυρώσεις σε μία μόνο χώρα χωρίς να ανοίξει ένα ευρύτερο εμπορικό μέτωπο με την ΕΕ.

Η Ισπανία αυτή τη στιγμή συμβολοποιείται στη συνείδηση του προοδευτικού κόσμου της Ευρώπης διχάζει τους κεντρώους και στριμώχνει τους σοσιαλιστές. Ποιο είναι το ιδεολογικό αποτύπωμα της στάσης Σάντσεθ σε έναν κόσμο που γέρνει όλο και περισσότερο προς την Ακροδεξιά;

Σε έναν βαθμό ο Σάντσεθ λειτουργεί αυτή τη στιγμή ως ένας πολιτικός που «σώζει τα προσχήματα» για τον ευρωπαϊκό προοδευτικό χώρο. Σε μια περίοδο όπου η ακροδεξιά ενισχύεται σχεδόν παντού στην Ευρώπη, η ισπανική στάση λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι υπάρχει ακόμη χώρος για μια διαφορετική πολιτική: μια πολιτική που δίνει προτεραιότητα στη διπλωματία και στο διεθνές δίκαιο.

Σε επίπεδο συμβολισμού, ωστόσο, η Ισπανία εμφανίζεται σε αρκετά ευρωπαϊκά μέσα ως μία από τις λίγες χώρες που επιχειρούν να αρθρώσουν έναν διαφορετικό λόγο μέσα σε ένα ολοένα και πιο συγκρουσιακό διεθνές περιβάλλον. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιλογή αυτή δεν ενέχει ρίσκο. Άλλωστε, όπως φάνηκε και από την αμήχανη και σχεδόν υποτελή στάση του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μέρτς, όταν ο Τραμπ επέπληξε δημόσια τον Σάντσεθ και απείλησε την Ισπανία με εμπορικά αντίποινα, το πολιτικό θάρρος δεν περισσεύει αυτή την περίοδο στην ευρωπαϊκή σκηνή.

Στη στάση αυτή της Ισπανίας έχει συμβάλλει το τραύμα της τρομοκρατικής επίθεσης του 2004; Μήπως ο Σάντσες δεν θέλει να χρεωθεί μια ανάμειξη που στο παρελθόν έκανε στόχο τη χώρα του;

Το μαζικό κίνημα «No a la guerra» κινητοποίησε τότε εκατομμύρια ανθρώπους και το τραύμα του πολέμου στο Ιράκ εξακολουθεί να παραμένει βαθιά χαραγμένο στη συλλογική μνήμη και να αποτελεί σημείο αναφοράς. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο Σάντσεθ αναφέρθηκε ανοιχτά στο 2003/4 όταν δήλωσε ότι «δεν μπορούμε να επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος» – φωτογραφίζοντας τη μοιραία απόφαση του τότε πρωθυπουργού Χοσέ Μαρία Αθνάρ να εμπλέξει τη χώρα στον πόλεμο.

Τον τελευταίο αποθεώνει σήμερα ο ηγέτης του δεξιού Partido Popular, Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχό – παρότι η κυβέρνηση του Αθνάρ είχε επιχειρήσει τότε να αποδώσει την τρομοκρατική επίθεση της Αλ Κάιντα στον σταθμό της Ατότσα τον Μάρτιο του 2004 στην βασκική αυτονομιστική οργάνωση ΕΤΑ, σε μια προσπάθεια πολιτικής διαχείρισης μιας τραγωδίας που συγκλόνισε τη χώρα.

Το ψευδές αφήγημα της κυβέρνησης Αθνάρ κατέρρευσε μέσα σε λίγες ημέρες και συνέβαλε στην πολιτική ανατροπή, φέρνοντας τον σοσιαλιστή Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεθ Θαπατέρο στην εξουσία και στην απόσυρση των ισπανικών στρατευμάτων από το Ιράκ.

Οι μνήμες εκείνης της περιόδου -η τεράστια κοινωνική αντίδραση στον πόλεμο, η τραγωδία των τρομοκρατικών επιθέσεων και η πολιτική ανατροπή που ακολούθησε- παραμένουν πολύ ζωντανές στην ισπανική κοινωνία.

Πώς βλέπετε τη στάση της Ελλάδας η οποία βρίσκεται στον αντίποδα από εκείνη της Ισπανίας; Η κυβέρνηση δέχεται την κριτική πως βάζει την χώρα σε κίνδυνο και πως παίζει όλο και περισσότερο το χαρτί του πολέμου για εσωτερικούς λόγους. Ποια είναι η άποψη σου για την αποστολή στρατιωτικής δύναμης στην Κύπρο και που πρέπει να σταθεί η Ελλάδα;

Η Ελλάδα βρίσκεται σαφώς στον αντίποδα της ισπανικής στάσης. Η ελληνική κυβέρνηση, που βρίσκεται και πολύ πιο κοντά γεωγραφικά στην περιοχή της κρίσης, φαίνεται να επενδύει σε μια λογική στενής ευθυγράμμισης με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Η Ελλάδα ασφαλώς οφείλει να συνδράμει την Κύπρο σε περίπτωση επίθεσης, αλλά αυτό δε μπορεί να εμφανίζεται ως διμερής στρατιωτική εμπλοκή που θα μπορούσε να εμπλέξει τη χώρα μας στον πόλεμο.

Θα έπρεπε να έχει σαφή ευρωπαϊκό και θεσμικό χαρακτήρα – για παράδειγμα μέσω της ενεργοποίησης της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής του άρθρου 42.7 της Συνθήκης της Λισαβόνας, όπως έχει επισημάνει και ο καθηγητής Παναγιώτης Ιωακειμίδης, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία θεωρεί ότι απειλείται το έδαφός της.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί μια αντίφαση στον ελληνικό δημόσιο λόγο. Τις τελευταίες ημέρες ακούσαμε πολλούς να κατηγορούν τον Σάντσεθ ως «τουρκόφιλο» που δήθεν δεν στηρίζει την Κύπρο. Την ίδια στιγμή, όμως, σήμερα, όταν η Ισπανία απέστειλε τη φρεγάτα Cristóbal Colón στην Ανατολική Μεσόγειο, σε αποστολή επιτήρησης και προστασίας που συνδέεται και με την ασφάλεια της Κύπρου, φωνασκούν πως πρόκειται για διγλωσσία Σάντσεθ.

Θα πρέπει να αποφασίσουν τι θέλουν. Η γραμμή της Μαδρίτης πάντως δεν άλλαξε: πρόκειται για κίνηση αμυντικού και ευρωπαϊκού χαρακτήρα, μια πράξη αλληλεγγύης προς ένα κράτος-μέλος της ΕΕ· όχι για συμμετοχή στους βομβαρδισμούς στο Ιράν.