Για τους περισσότερους από εμάς, η πρώτη γουλιά καφέ το πρωί είναι απλώς μια απαραίτητη ιεροτελεστία για να ανοίξει το μάτι. Είναι το «καύσιμο» που μας βγάζει από το λήθαργο του ύπνου και μας προετοιμάζει για τις απαιτήσεις της ημέρας. Ωστόσο, μια νέα, βαρυσήμαντη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό JAMA έρχεται να προσθέσει μια εντελώς νέα διάσταση σε αυτή την καθημερινή συνήθεια: ο καφές δεν ξυπνά απλώς το μυαλό, αλλά ενδέχεται να λειτουργεί και ως μακροπρόθεσμη «ασπίδα» προστασίας του.
Σύμφωνα με τα ευρήματα που αναλύονται στην ιατρική κοινότητα και παρουσιάζονται ως κομβικής σημασίας, η κατανάλωση καφεΐνης φαίνεται να συνδέεται άμεσα με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας και Αλτσχάιμερ.
Η μελέτη, η οποία βασίστηκε σε ανάλυση δεδομένων από μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες, εστίασε στη συσχέτιση μεταξύ της πρόσληψης καφεΐνης και της γνωστικής υγείας σε βάθος χρόνου. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι τα άτομα με υψηλότερη κατανάλωση καφεϊνούχου καφέ παρουσίαζαν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά εμφάνισης άνοιας σε σύγκριση με εκείνους που κατανάλωναν ελάχιστο ή καθόλου.
Συγκεκριμένα, τα δεδομένα δείχνουν ότι η πιο ευεργετική ποσότητα φαίνεται να κυμαίνεται στα 2 με 3 φλιτζάνια καφέ την ημέρα (ή 1-2 φλιτζάνια τσάι). Σε αυτές τις ποσότητες, ο κίνδυνος εμφάνισης άνοιας εμφανίζεται μειωμένος, με τους δείκτες να καταγράφουν λιγότερα περιστατικά ανά 100.000 άτομα-έτη στις ομάδες υψηλής κατανάλωσης συγκριτικά με τις ομάδες χαμηλής κατανάλωσης.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι η μελέτη διαχωρίζει τη θέση της όσον αφορά τον ντεκαφεϊνέ (decaf). Η κατανάλωση καφέ χωρίς καφεΐνη δεν έδειξε αντίστοιχη συσχέτιση με τη μείωση του κινδύνου, γεγονός που υποδεικνύει ότι το «κλειδί» της προστασίας βρίσκεται πιθανότατα στην ίδια την καφεΐνη και στις βιοχημικές της επιδράσεις στον εγκέφαλο, και όχι απλώς στα αντιοξειδωτικά του κόκκου.
Πώς όμως εξηγείται αυτή η προστατευτική δράση; Η επιστήμη έχει στρέψει το ενδιαφέρον της στον τρόπο με τον οποίο η καφεΐνη αλληλεπιδρά με τους υποδοχείς του εγκεφάλου.
Η βασική λειτουργία της καφεΐνης, που μας κρατά ξύπνιους, είναι ο αποκλεισμός των υποδοχέων της αδενοσίνης. Η αδενοσίνη είναι μια ουσία που συσσωρεύεται στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια της ημέρας και μας προκαλεί νύστα. Μπλοκάροντας αυτούς τους υποδοχείς, η καφεΐνη αποτρέπει το αίσθημα της κόπωσης. Ωστόσο, οι ερευνητές εκτιμούν ότι αυτή η διαδικασία έχει βαθύτερες προεκτάσεις. Η χρόνια ενεργοποίηση αυτών των μονοπατιών φαίνεται να μειώνει τη νευροφλεγμονή και να προστατεύει τους νευρώνες από εκφυλιστικές διαδικασίες που οδηγούν σε γνωστική έκπτωση.
Επιπλέον, η έρευνα έδειξε ότι όσοι κατανάλωναν καφεΐνη είχαν καλύτερες επιδόσεις σε τεστ γνωστικής λειτουργίας, διατηρώντας την πνευματική τους διαύγεια σε υψηλότερα επίπεδα καθώς γερνούσαν.
Τα ευρήματα αυτά έρχονται να ανατρέψουν παλαιότερες αντιλήψεις που ήθελαν τον καφέ να είναι απλώς μια διεγερτική ουσία με πιθανές αρνητικές παρενέργειες (όπως η νευρικότητα ή η αϋπνία). Πλέον, η κατανάλωση καφέ εντάσσεται όλο και περισσότερο στη συζήτηση για την προληπτική ιατρική και την υγεία του εγκεφάλου.
Φυσικά, οι επιστήμονες τονίζουν ότι η κατανάλωση πρέπει να γίνεται με μέτρο. Η υπερβολή μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετα αποτελέσματα, όπως καρδιαγγειακά ζητήματα ή διαταραχές ύπνου, οι οποίες με τη σειρά τους επιβαρύνουν τον εγκέφαλο. Το «μέτρο» των 2-3 φλιτζανιών φαίνεται να είναι η χρυσή τομή που μεγιστοποιεί τα οφέλη ελαχιστοποιώντας τους κινδύνους.
Δεν πρόκειται για θεραπεία, αλλά για ένα ισχυρό στοιχείο πρόληψης. Η άνοια και το Αλτσχάιμερ είναι πολυπαραγοντικές νόσοι και κανένας μεμονωμένος παράγοντας δεν μπορεί να εγγυηθεί την πλήρη ανοσία. Ωστόσο, η ενσωμάτωση του καφέ σε έναν υγιεινό τρόπο ζωής, που περιλαμβάνει σωστή διατροφή και άσκηση, φαίνεται να αποτελεί μια απλή αλλά αποτελεσματική στρατηγική.
