Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο μίλησε για το παρελθόν, για το παρόν και για το μέλλον σε συνέντευξη που παραχώρησε στην ιταλική Gazzetta.
Στην Ευρώπη βρίσκεται αυτό το διάστημα ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, που ολοκλήρωσε πρόωρα τη σεζόν με τους Μπακς και ξεκουράζεται ενόψει της επόμενης. Πρόσφατα έδωσε το «παρών» στο T-Center για τον τελικό του Euroleague Final Four, ενώ το Σάββατο ήταν στη Βουδαπέστη για τον τελικό του Champions League.
Ο Έλληνας σούπερ σταρ παραχώρησε μια συνέντευξη στην ιταλική Gazzetta και είπε πολλά ενδιαφέροντα, καθώς αναφέρθηκε στην καριέρα του, στην οικογένεια, στο παρελθόν και στο μέλλον.
Γιάννης Αντετοκούνμπο: «Πουλούσα ρολόγια, πλέον ρολόι έχει το όνομά μου»
«Αν σκεφτεί κανείς ότι κάποτε πουλούσα ρολόγια στους δρόμους της Αθήνας και τώρα υπάρχει ένα ρολόι με το όνομά μου…»
Ο Έλληνας σούπερ σταρ είναι εδώ και χρόνια πρεσβευτής της Breitling και για εκείνον ο χρόνος είναι το πολυτιμότερο αγαθό στον κόσμο:
«Εκτιμώ κάθε στιγμή που περνώ με τους ανθρώπους που αγαπώ και απολαμβάνω να συνεργάζομαι. Προσπαθώ πάντα να σέβομαι τον χρόνο και την ενέργεια των άλλων και να χτίζω κάτι που διαρκεί. Υπάρχουν πράγματα που, όταν χαθούν, δεν επιστρέφουν ποτέ».
«Είμαι καλά, είμαι υγιής. Πιστεύω ότι μέσα σε κάθε κακό υπάρχει και μια ευλογία. Προφανώς δεν ήθελα να τελειώσει έτσι η σεζόν, χωρίς να μπούμε στα playoffs και με αρκετούς τραυματισμούς μέσα στη χρονιά. Όμως είχα την ευκαιρία να περάσω χρόνο με την οικογένειά μου και τα παιδιά μου. Θυσιάζουμε πολύ χρόνο μακριά τους: χάνουμε γενέθλια, σχολικές εκδηλώσεις, σημαντικές στιγμές».
Και φέτος θα έχεις ένα καλοκαίρι χωρίς υποχρεώσεις με την Εθνική ομάδα. Πόσο καιρό είχε να συμβεί αυτό;
«Θα είναι η πρώτη φορά. Έχω την ευκαιρία να βελτιώσω το παιχνίδι μου, την υγεία μου και να φροντίσω το σώμα μου. Θέλω να αποδείξω ότι παραμένω ένας από τους καλύτερους παίκτες στο ΝΒΑ. Πάνω σε τι δουλεύω; Ξέρω ότι φαίνομαι νέος (γέλια), αλλά αυτή είναι η 14η χρονιά μου στο ΝΒΑ, πράγμα που σημαίνει πολλά χιλιόμετρα στα πόδια μου και πρέπει να είμαι έξυπνος. Ένα πράγμα που θα βοηθήσει το σώμα μου είναι να βελτιώσω το σουτ μου. Θέλω να εστιάσω στο jumper, στα hook shots κοντά στο καλάθι και στο παιχνίδι μου με πλάτη. Νομίζω ότι ο συνδυασμός όλων αυτών θα με βοηθήσει να παραμείνω ανταγωνιστικός για πολλά χρόνια ακόμη».
Η ιστορία σου πριν από το ΝΒΑ είναι απίστευτη και έγινε μέχρι και ταινία της Disney. Τι λες στα παιδιά σου γι’ αυτή την ιστορία;
«Τα παιδιά μου δεν την έχουν δει ακόμη».
Αλήθεια;
«Όταν κυκλοφόρησε ήταν πολύ μικρά, αλλά μετά δεν έτυχε ξανά! Είναι ένα πολύ δυνατό μήνυμα για τη ζωή, που ξεκινά από τους γονείς μου: τη θυσία να αφήσουν την οικογένειά τους, τα αδέλφια τους, τον Φράνσις, τον μεγαλύτερο αδελφό μου, και την ασφάλεια της ζωής τους στη Νιγηρία για να πάνε στην Ελλάδα αναζητώντας καλύτερες ευκαιρίες. Όλα αυτά για να μου δώσουν τη δυνατότητα να βρίσκομαι σήμερα εδώ που είμαι. Εκείνοι είναι οι πραγματικοί ήρωες. Ξέρεις κάτι; Ήρθε η ώρα να δείξω την ταινία στα παιδιά μου. Τώρα που μεγάλωσαν μπορούν να την καταλάβουν».
Μιλώντας για οικογένεια, πόσο άλλαξε η οπτική σου από τότε που έγινες πατέρας;
«Πριν από εννέα χρόνια έχασα τον πατέρα μου και ξέρω πόσο πονάει αυτό. Ήταν ο προστάτης, ο άνθρωπος που φρόντιζε για όλους, ο οραματιστής. Ήρθε από τη Νιγηρία στην Ελλάδα και δούλευε στους δρόμους. Έκανε τα πάντα για να υπάρχει φαγητό στο τραπέζι. Υπήρχαν μέρες που δεν έτρωγε για να φάμε εμείς. Ήμασταν όλοι ενωμένοι και αυτό μας το δίδαξε εκείνος. Ελπίζω λοιπόν να γίνω εξίσου καλός πατέρας για τα παιδιά μου. Θέλω να κάνουν αυτό που αγαπούν και εγώ θα είμαι πάντα στο πλευρό τους».
Ο Γιάννης ως πατέρας και σύζυγος διαφέρει από τον Γιάννη ως σούπερ σταρ του ΝΒΑ;
«Είναι εντελώς διαφορετικός. Η γυναίκα μου λέει πάντα ότι έχω δύο προσωπικότητες. Όταν με βλέπει να παίζω, μερικές φορές νιώθει ότι δεν βλέπει καν τον σύζυγό της. Στο γήπεδο είμαι ο Greek Freak, ο All-Star, ο MVP, ο πρωταθλητής του ΝΒΑ. Στο σπίτι αλλάζω πάνες, ετοιμάζω φαγητό, βάζω τα παιδιά για ύπνο και συζητάω με τη γυναίκα μου. Είμαι χαλαρός και ήρεμος. Οι άνθρωποι μου λένε να σταματήσω να περπατάω μόνος μου στον δρόμο, αλλά δεν με ενοχλεί όταν κάποιος έρχεται να μου πει ένα γεια».
Πρέπει να φοράς μια «μάσκα» στο γήπεδο;
«Στον αθλητισμό, όταν δείχνεις συναίσθημα, συχνά σε χαρακτηρίζουν αδύναμο. Περιμένουν από εμάς να είμαστε ρομπότ. Όμως ένας αθλητής μού είπε κάποτε: “Παίξε ελεύθερα. Παίξε με χαρά. Αν θέλεις να φωνάξεις, φώναξε. Αν θέλεις να γελάσεις, γέλα. Αν είσαι νευρικός, να είσαι ο εαυτός σου. Τελειότητα σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου”. Προσπαθώ λοιπόν να το κάνω και στο παρκέ. Αλλά στο τέλος της ημέρας είναι ένας ανταγωνισμός. Πρέπει να κυνηγάς την αριστεία».
Ποιοι άνθρωποι σε ενέπνευσαν μεγαλώνοντας;
«Πρώτα απ’ όλα οι γονείς μου. Είναι το απόλυτο παράδειγμα οικογένειας, σκληρής δουλειάς, πειθαρχίας και ανιδιοτέλειας. Μετά οι αθλητές. Ο Μάικλ Τζόρνταν, φυσικά. Πάντα λάτρευα τον Κέβιν Ντουράντ. Στο ποδόσφαιρο θαύμαζα τον Τιερί Ανρί. Και πρόσφατα είδα το ντοκιμαντέρ του Ροναλντίνιο στο Netflix. Θαύμαζα τον τρόπο που έπαιζε με χαρά. Ήταν πάντα χαμογελαστός. Κανείς δεν μπορούσε να του πάρει αυτό το χαμόγελο».
Εκτός μπάσκετ, είσαι πρεσβευτής της Breitling και έχεις ένα ρολόι με το όνομά σου. Τι σημαίνει αυτό για σένα;
«Συνεργάζομαι με τη Breitling εδώ και πέντε χρόνια και μοιραζόμαστε τις ίδιες αξίες και το ίδιο όραμα. Είναι τιμή μου. Αλλά αυτό που το κάνει ακόμη πιο απίστευτο είναι το από πού ξεκίνησα. Ως παιδί πουλούσα γυαλιά ηλίου και ρολόγια στους δρόμους της Αθήνας. Όλα όσα μου δίδαξαν οι γονείς μου -η πειθαρχία, η σκληρή δουλειά, το να δίνεις τα πάντα- έχουν μείνει μαζί μου σε όλη μου τη ζωή. Και τώρα, χρόνια αργότερα, έχω το δικό μου ρολόι και εκπροσωπώ μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου παγκοσμίως, με τεράστια παράδοση. Είναι τρελό όταν το σκέφτομαι. Ήμουν 16 ετών όταν σταμάτησα να το κάνω αυτό. Το θυμάμαι σαν να ήταν χθες».
Επιστρέφοντας στο μπάσκετ, τι σου άφησε η τελευταία σεζόν;
«Δεν ήταν καλή χρονιά. Είχαμε να χάσουμε τα playoffs δέκα χρόνια. Συνεργάζομαι με αθλητικό ψυχολόγο και πάντα μου λέει ότι ο μόνος τρόπος να βελτιωθείς είναι να αναλαμβάνεις την ευθύνη, είτε για το καλό είτε για το κακό. Και εγώ δεν ήμουν αρκετά υγιής για να βοηθήσω την ομάδα. Οι συμπαίκτες μου είναι εξαιρετικοί, αλλά όταν λείπει ένας παίκτης του δικού μου επιπέδου, επηρεάζονται όχι μόνο όσα συμβαίνουν στο παρκέ, αλλά και η παρουσία του μέσα στην ομάδα. Όταν κάνεις αποθεραπεία και δεν ταξιδεύεις με το γκρουπ, οι άλλοι χάνουν τη φωνή, την αυτοπεποίθηση και την ηρεμία τους. Είναι σχεδόν σαν να μην έχουν δίπλα τους τον μεγάλο αδελφό τους».
Παρακολουθείς την ανάπτυξη του γυναικείου μπάσκετ και του WNBA;
«Ναι και πιστεύω ότι οι αθλήτριες αρχίζουν επιτέλους να παίρνουν αυτά που αξίζουν. Ενώθηκαν και αξιοποίησαν τη φωνή τους για να πετύχουν αυτό που δικαιούνται. Χαίρομαι πραγματικά γι’ αυτό. Πάντα σκέφτομαι: τι θα γινόταν αν ήταν η κόρη μου; Θα ήθελα να παίρνει όσα της αξίζουν, και ακόμη περισσότερα. Η μεγαλύτερη κόρη μου, η Εύα, αγαπά ήδη το μπάσκετ. Δεν υπάρχει ομάδα στο Μιλγουόκι, αλλά υπάρχει στο Σικάγο. Κάποια μέρα θα την πάω, χωρίς όμως να της ασκήσω ποτέ πίεση».
Πώς άλλαξε η οπτική σου όταν κατάλαβες ότι οι άνθρωποι σε βλέπουν ως πρότυπο;
«Είναι σίγουρα μια ευθύνη. Για μένα δεν είναι βάρος, γιατί πάντα ήμουν ο εαυτός μου. Όταν είμαι χαρούμενος, είμαι χαρούμενος. Όταν θέλω να είμαι ήσυχος, μένω ήσυχος. Όταν θέλω να κάνω πλάκα, κάνω πλάκα. Οι άνθρωποι καταλαβαίνουν την αυθεντικότητα και μπορούν να ταυτιστούν μαζί της. Στο τέλος, ο κόσμος δεν θα θυμάται πόσους πόντους έβαλα εγώ ή πόσα γκολ πέτυχε ο Ροναλντίνιο, αλλά το πώς τους έκανες να νιώσουν. Θέλω να εμπνέω τους ανθρώπους και να τους κάνω να θέλουν να προσφέρουν κάτι καλό σε κάποιον άλλον. Είμαι πολύ δεμένος με την οικογένειά μου, είμαι πιστός, δουλεύω σκληρά και νοιάζομαι για τους ανθρώπους. Και για κάποιο λόγο ο κόσμος με αγαπά. Δεν ξέρω γιατί».
Κατέκτησες τον τίτλο το 2021. Κοιτάζοντας τα επόμενα πέντε χρόνια, πόσα ακόμη πρωταθλήματα θέλεις να κερδίσεις;
«Είπα στη γυναίκα μου ότι κουράστηκα από τα κομπλιμέντα. Δεν θέλω άλλα κομπλιμέντα. Θέλω να ξαναπεινάσω πραγματικά. Θέλω ακόμη ένα δαχτυλίδι. Το θέλω πάρα πολύ. Και δεν νομίζω ότι ο κόσμος καταλαβαίνει πόσο πολύ. Θα ήθελα πέντε στα επόμενα πέντε χρόνια, αλλά ακόμη και ένα θα ήταν αρκετό. Αν ήταν δύο, θα ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο».
