Σφοδρές αντιδράσεις έχει προκαλέσει στη Γερμανία το σχέδιο της κυβέρνησης του Φρίντριχ Μερτς για ριζική αλλαγή του πλαισίου εργασίας, με επίκεντρο την ουσιαστική χαλάρωση του ιστορικού ορίου του οκτάωρου και τη μετάβαση σε ένα πιο «ευέλικτο» μοντέλο απασχόλησης, το οποίο – σύμφωνα με επικριτές – θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο ακόμη και για εβδομάδες εργασίας που θα φτάνουν θεωρητικά τις 72 ή και 73 ώρες.
Η μεταρρύθμιση που ετοιμάζει η γερμανική κυβέρνηση αφορά τον νόμο περί ωραρίου εργασίας και αναμένεται να παρουσιαστεί επισήμως τον Ιούνιο από την υπουργό Εργασίας Μπέρμπελ Μπας.
Ο βασικός άξονας του σχεδίου προβλέπει ότι το ανώτατο όριο εργασίας δεν θα υπολογίζεται πλέον σε ημερήσια βάση, αλλά σε εβδομαδιαία, δίνοντας στις επιχειρήσεις πολύ μεγαλύτερη ευχέρεια να κατανέμουν τις ώρες απασχόλησης ανάλογα με τις ανάγκες τους.
Σήμερα, το γερμανικό εργατικό δίκαιο – που βασίζεται σε ρυθμίσεις οι οποίες θεσπίστηκαν ήδη από το 1918 – προβλέπει ότι η ημερήσια εργασία δεν μπορεί να ξεπερνά τις οκτώ ώρες, ενώ μόνο κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επέκτασή της στις δέκα ώρες. Παράλληλα, το ισχύον πλαίσιο θέτει ως ανώτατο εβδομαδιαίο όριο τις 48 ώρες.
Η κυβέρνηση Μερτς, ωστόσο, επιδιώκει να μεταφέρει το βάρος από το ημερήσιο στο εβδομαδιαίο όριο, υποστηρίζοντας ότι έτσι θα ενισχυθεί η ευελιξία στην εποχική εργασία, στις βάρδιες, στη νυχτερινή απασχόληση και στην εργασία τα Σαββατοκύριακα, ενώ παράλληλα θα μειωθεί η πίεση στις επιχειρήσεις.
Στο πακέτο των αλλαγών περιλαμβάνονται επίσης φορολογικά κίνητρα για υπερωρίες, καθώς και ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση για εργαζόμενους μερικής απασχόλησης που θα επιλέγουν να δουλεύουν περισσότερες ώρες.
Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις, τα συνδικάτα, οι ειδικοί στην υγεία και στελέχη ακόμη και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος προειδοποιούν ότι η μεταρρύθμιση μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή επιβάρυνση των εργαζομένων.
Ο επικεφαλής της νεολαίας του SPD, Φίλιπ Τίρμερ, κατηγόρησε ανοιχτά τον καγκελάριο Μερτς ότι αγνοεί τη σωματική και ψυχική εξάντληση των εργαζομένων.
«Η κατάργηση του οκτάωρου δεν είναι μήνυμα εκσυγχρονισμού αλλά πρόκληση», δήλωσε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι το υφιστάμενο σύστημα προστατεύει τους εργαζόμενους από το να φτάνουν στα 50 τους χρόνια εξαντλημένοι ή σωματικά κατεστραμμένοι.
Έντονες είναι οι αντιδράσεις και από τη Γερμανική Συνομοσπονδία Συνδικάτων (DGB), η οποία προειδοποιεί ότι η αποδυνάμωση των υφιστάμενων προστατευτικών διατάξεων θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για τη δημόσια υγεία αλλά και για την οικονομία συνολικά.
Η επικεφαλής της DGB, Γιασμίν Φαχίμι, σημείωσε ότι ο σημερινός νόμος για το ωράριο εργασίας λειτουργεί ως κρίσιμος μηχανισμός προστασίας της υγείας των εργαζομένων, ενώ υπογράμμισε ότι οι υπερβολικές ώρες απασχόλησης και η έλλειψη σταθερού προγράμματος συνδέονται άμεσα με αύξηση ασθενειών, ψυχικής εξουθένωσης και μακροχρόνιων αναρρωτικών αδειών.
Σύμφωνα με τα συνδικάτα, το νέο μοντέλο θα μπορούσε να επιτρέψει σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και εργασία 12 ή 13 ωρών ημερησίως. Το Ίδρυμα Χανς Μπέκλερ υπολόγισε ότι, θεωρητικά, με εξαήμερη εργασία θα μπορούσαν να καταγραφούν εβδομάδες έως και 73,5 ωρών.
Βέβαια, η ευρωπαϊκή νομοθεσία εξακολουθεί να θέτει ως μέσο ανώτατο εβδομαδιαίο όριο τις 48 ώρες εργασίας, γεγονός που σημαίνει ότι εξαιρετικά μεγάλες εργάσιμες ημέρες θα έπρεπε να αντισταθμίζονται από σημαντικά μικρότερη απασχόληση τις υπόλοιπες ημέρες.
Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ακόμη και έτσι, η παρατεταμένη εργασία εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους.
Μελέτες στη Γερμανία δείχνουν ότι μετά από 12 ώρες εργασίας, ο κίνδυνος ατυχημάτων – τόσο στον χώρο εργασίας όσο και κατά την επιστροφή στο σπίτι – διπλασιάζεται.
Παράλληλα, η συνεχής υπερεργασία συνδέεται με αυξημένα περιστατικά επαγγελματικής εξουθένωσης, διαταραχές ύπνου, καρδιαγγειακά προβλήματα αλλά και ψυχικές ασθένειες.
Το Ίδρυμα Χανς Μπέκλερ προειδοποιεί ότι η επιβάρυνση αυτή δεν πλήττει μόνο τους εργαζόμενους αλλά και το ίδιο το σύστημα υγείας, καθώς και τις επιχειρήσεις, εξαιτίας της αύξησης των απουσιών λόγω ασθενείας.
Σύμφωνα με στοιχεία της ασφαλιστικής DAK για το 2023, οι εργαζόμενοι που απουσιάζουν λόγω ψυχικών παθήσεων μένουν κατά μέσο όρο εκτός εργασίας για 33 ημέρες.
Την ίδια ώρα, η πλειονότητα των εργαζομένων εμφανίζεται αντίθετη στην προοπτική μεγαλύτερων ημερήσιων ωραρίων.
Έρευνα του Ινστιτούτου Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών (WSI) έδειξε ότι σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζόμενους φοβούνται τις συνέπειες της εργασίας άνω των δέκα ωρών ημερησίως, ενώ σύμφωνα με δημοσκοπήσεις της DGB, το 72% δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να εργάζεται περισσότερο από οκτώ ώρες την ημέρα.
Και όλα αυτά σε μια περίοδο όπου, όπως επισημαίνουν τα συνδικάτα, πολλοί εργαζόμενοι στη Γερμανία ήδη ξεπερνούν συστηματικά το προβλεπόμενο ωράριό τους.
