Γεραπετρίτης: Βούληση Ελλάδας και Τουρκίας είναι ότι τα όποια θέματά μας θα τα λύνουμε μόνοι μας
Κατά της διαμεσολάβησης των ΗΠΑ ο υπουργός Εξωτερικών
Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2026, 12:28 μμ
“Η βούληση των δύο κρατών, Ελλάδας και Τουρκίας, όπως διατυπώθηκε κι εχθές, είναι ότι τα όποια θέματά μας θα τα λύνουμε μόνοι μας” ανέφερε ο υπουργός Εξωτερικών σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ και συμπλήρωσε, “Δεν αισθάνομαι ότι υπάρχει ούτε ανάγκη ούτε πρόθεση να έχουμε οποιαδήποτε διαμεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών”.
Αναλυτικά η συνέντευξη του Γ.Γεραπετρίτη στην εκπομπή “Συνδέσεις” ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Καλωσορίζουμε τον Υπουργό Εξωτερικών, τον κύριο Γιώργο Γεραπετρίτη. Καλημέρα, καλώς ήρθατε. Ούτε δώδεκα ώρες δεν έχετε συμπληρώσει στην Ελλάδα.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Δεν έχω συμπληρώσει ούτε οκτώ ώρες στην Ελλάδα και θα με συγχωρέσετε για το γεγονός ότι δεν θα είμαι πάντοτε πάρα πολύ οξύς ή σε κατάσταση απόλυτης νηφαλιότητας, λόγω της εξάντλησης και της υπερέντασης.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Λοιπόν, πάμε να πιάσουμε το νήμα εκεί που το άφησαν χθες οι δύο ηγέτες από τις δηλώσεις τους – είναι το τελευταίο που έχουμε σε δημόσιο – Είμαστε τρία χρόνια, κ. Υπουργέ, στα ήρεμα νερά. Αναγνωρίζουμε μία και μοναδική διαφορά, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, αλλά από ότι έχω καταλάβει από όσα έχουμε ακούσει τα τελευταία τρία χρόνια, δεν έχουμε κάνει βήματα για να το λύσουμε αυτό το θέμα.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Να επισημάνω κατ’ αρχάς, – αφού σας ευχαριστήσω πολύ, για την πρόσκληση,- πάντοτε μετά από τις μεγάλες συναντήσεις, προσέρχομαι στη δημόσια τηλεόραση, έτσι ώστε να ενημερώνονται οι Έλληνες πολίτες για τα όσα έχουν γίνει. Θα ενημερώσω και την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή τη Δευτέρα. Ήθελα να πω ότι η χθεσινή συνάντηση εντάσσεται σε ένα κύκλο στρατηγικής της ελληνικής διπλωματίας, του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, έτσι ώστε να υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι, να υπάρχουν κανόνες, να υπάρχει ένας δομημένος διάλογος με την Τουρκία.
Είναι αυτό το οποίο καθιερώσαμε, όπως σωστά είπατε πριν από τρία χρόνια, έτσι ώστε να μπορέσουμε να αναπτύξουμε μια γνήσια λειτουργική σχέση. Εδώ είναι δύο τα επίπεδα, είναι το επίπεδο της ήπιας πολιτικής, της πιο χαμηλής πολιτικής και το επίπεδο της υψηλής πολιτικής. Στο επίπεδο της χαμηλής πολιτικής, νομίζω είναι πολύ προφανές ότι εχθές, οι δύο ηγέτες έκαναν μια συνολική αποτίμηση του πώς έχει πάει ο ελληνοτουρκικός διάλογος στο επίπεδο του πολιτικού διαλόγου, της θετικής ατζέντας και των Mέτρων Oικοδόμησης Eμπιστοσύνης. Τα αποτελέσματα, είναι σημαντικά σε πολλά επίπεδα. Έχουν καταστήσει τη σχέση μεταξύ των δύο χωρών, μία σχέση λειτουργική, μία σχέση καλής γειτονίας. Από την άλλη πλευρά, είναι προφανές ότι παραμένουν τα μεγάλα και ακανθώδη ζητήματα στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Άλλωστε, για να σας είμαι εντελώς ειλικρινής, δεν περιμέναμε ότι ως δια μαγείας θα εξαφανίζονταν τα ζητήματα αυτά. Γίνεται μία, αρκετά ειλικρινής προσπάθεια να θέτουμε τα ζητήματα αυτά. Ξέρετε, μερικές φορές το να συζητάς διαφωνώντας και να συζητάς σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο είναι και αυτό μια κατάκτηση. Και θέλω να πω ότι για εμάς και για τον Πρωθυπουργό είναι εξαιρετικά σημαντικό να τίθενται τα ζητήματα αυτά χωρίς να προκαλούνται κρίσεις.
Θέλουμε μια κανονική σχέση με την Τουρκία. Η γεωγραφία είναι δεδομένη. Θα συνεχίσουμε αυτή την προσπάθεια.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μπορούμε να πούμε δηλαδή ότι διασφαλίστηκαν τα ήρεμα νερά και για το επόμενο χρονικό διάστημα, μην πω επ΄ αόριστον, για το επόμενο χρονικό διάστημα.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Νομίζω ότι υπό τις παρούσες συνθήκες εξαιρετικά σύνθετης και ρευστής γεωπολιτικής κατάστασης, είναι σημαντικό να υπάρχει μία σχέση, η οποία να αποσυμπιέζει τις εντάσεις. Αυτό θα συνεχιστεί. Εκείνο το οποίο αποφάσισαν οι ηγέτες και το Ανώτατο Συμβούλιο εχθές ήταν να διατηρηθούν οι δίαυλοι επικοινωνίας και να επεκταθούν αυτοί σε περισσότερα επίπεδα. Εχθές, είχαμε την ευκαιρία με μία πολύ αναβαθμισμένη διυπουργική αποστολή να συζητήσουμε με τους Τούρκους ομολόγους μας όλα τα θέματα, τα οποία βρίσκονται στην ατζέντα και αφορούν το εμπόριο, τη μετανάστευση, την πολιτική προστασία, τον πολιτισμό. Νομίζω ότι μέσα από αυτή την επικοινωνία, μέσα από τους διαύλους, μπορούμε να έχουμε μία συγκρατημένη αισιοδοξία ότι δεν θα παραχθούν κρίσεις. Εξάλλου, όλοι αντιλαμβανόμαστε, ότι το προηγούμενο διάστημα, ακόμη και την προηγούμενη τριετία, παρά τη σχετική ηρεμία, η οποία επικράτησε, αφορμές για εντάσεις και κρίσεις υπήρξαν. Εκείνο, όμως, το οποίο λειτούργησε ως ουσιαστικό αντίσωμα ήταν ότι υπήρχαν οι δίαυλοι εκείνοι, έτσι ώστε άμεσα να αποσυμπιεστεί η κατάσταση. Και νομίζω ότι στο τέλος της ημέρας το να προσέρχεσαι με μια καλή πίστη, να προσέρχεσαι με μία καλή προδιάθεση και να έχεις τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να επικοινωνήσεις στο υψηλότερο επίπεδο με το γείτονά σου, είναι η συνθήκη εκείνη για να μπορούμε να έχουμε την ηρεμία.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Να γυρίσω σε αυτό που σας ρώτησα στην αρχή. Έχουμε το ένα και μοναδικό θέμα, λέμε εμείς. Ο κύριος Erdoğan είπε χθες “αλληλένδετα προβλήματα στο Αιγαίο”. Θέλετε να μας πείτε τι εννοούσε με αυτό; Εμείς λέμε ένα, αλλά αυτά τα τρία χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της χθεσινής ημέρας, δεν έχουμε βρει, από ό,τι έχω καταλάβει εγώ, σημεία σύγκλισης για να πάμε να λύσουμε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα ή έχουμε βρει κάποια;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Όπως γνωρίζετε, η ελληνική διπλωματία αναγνωρίζει ένα και μόνο θέμα, το οποίο μπορεί να αχθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοσίας και το οποίο είναι η οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και υφαλοκρηπίδας. Για να μπορέσουμε να φτάσουμε στο επίπεδο να συζητούμε για το θέμα αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο καθορισμός του εύρους της συζήτησης. Οτιδήποτε πέρα και έξω από αυτό που μόλις σας ανέφερα είναι μη αποδεκτό από την ελληνική πλευρά, διότι άπτεται θεμάτων κυριαρχίας και, όπως επανειλημμένως είχα την ευκαιρία να τοποθετηθώ, θέματα κυριαρχίας είναι εκτός διαλόγου. Από την άλλη πλευρά, εκείνο το οποίο ισχύει είναι ότι εχθές ακούσαμε τον Τούρκο Πρόεδρο να αναφέρεται στο ότι άλυτα ζητήματα δεν υπάρχουν και ότι παρά το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες, τα θέματα μπορεί να επιλυθούν.
Και νομίζω η πιο σημαντική από τις δηλώσεις του ήταν ότι η επίλυση των θεμάτων αυτών θα πρέπει να γίνεται επί τη βάσει του Διεθνούς Δικαίου. Θέλω να επισημάνω ότι με αφετηρία τη Διακήρυξη των Αθηνών το Δεκέμβριο του 2023, υπήρξε μια κοινή παραδοχή, η οποία έχει πολύ μεγαλύτερη αξία όταν προέρχεται και από την τουρκική πλευρά, ότι τα θέματά μας θα πρέπει να λυθούν βάσει Διεθνούς Δικαίου. Είναι η πάγια ελληνική θέση. Εμείς έχουμε μια πολύ συστηματική προσέγγιση στο ζήτημα αυτό, η οποία ερείδεται στο ότι το Διεθνές Δίκαιο, και ιδίως το Δίκαιο της Θάλασσας, είναι ο μόνος πυρήνας πάνω στον οποίο μπορούμε να βασιστούμε για να επιλύσουμε τα θέματά μας. Σε αυτή τη θέση έχει εισέλθει και η Τουρκία. Άρα, νομίζω ότι έχει ήδη υπάρξει ένα πάρα πολύ σημαντικό βήμα. Εάν με ρωτάτε αν σήμερα υπάρχει το επίπεδο ωριμότητας για να πάμε ένα βήμα μπροστά, εγώ θα σας έλεγα ότι ακόμη δεν έχει υπάρξει αυτή η συνθήκη, διότι δεν έχουμε καταλήξει στο εύρος της συζήτησης. Όμως, θα επιμείνω στις θέσεις των δύο ηγετών, οι οποίες είχαν ένα κοινό σημείο. Και το κοινό σημείο είναι ότι αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε ένα ικανοποιητικό και λειτουργικό επίπεδο σχέσεων, το οποίο μας επιτρέπει αφενός να διαχειριζόμαστε τις εντάσεις και να αυξάνουμε τους διαύλους μας και από την άλλη πλευρά δημιουργεί μια συνθήκη έτσι ώστε να προχωρήσουμε και στα πιο δύσκολα.
Ο Πρωθυπουργός ανέφερε χθες κάτι εξαιρετικά σημαντικό, ότι είναι η ώρα να σταματήσουν οι απειλές. Το είπε με ευθύτητα και ειλικρίνεια. Η τελευταία τριετία μας έχει ανοίξει το δρόμο για μια πιο ειλικρινή στάση. Να τοποθετούμαστε και στα ζητήματα που διαφωνούμε με ευπρέπεια, αλλά και με αυτοπεποίθηση και σθένος. Και το ερώτημα «εάν όχι τώρα, τότε πότε» νομίζω ότι είναι ειλικρινές και δεν είναι ρητορικό.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Για την άρση του casus belli λέτε.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Για την απειλή πολέμου υπό οποιαδήποτε μορφή.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Με συγχωρείτε, η αναφορά του κ. Μητσοτάκη αφορούσε και το casus belli και τις γκρίζες ζώνες ή μόνο το casus belli;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Οτιδήποτε συνιστά απειλή για την κυριαρχία της χώρας. Άρα αυτό καταλαμβάνει τα πάντα, όσα βρίσκονται μέσα στη διαχρονική ατζέντα της Τουρκίας. Ξέρετε, πολλές φορές ακούω το επιχείρημα μα γιατί να συζητούμε από τη στιγμή που η Τουρκία δεν έχει αποστεί από τις βασικές της θέσεις. Η απάντηση νομίζω είναι πάρα πολύ απλή. Δεν περιμέναμε ότι η Τουρκία θα αποστεί από τις βασικές της θέσεις, όπως κι εμείς δεν πρόκειται να αποστούμε από τις βασικές μας θέσεις. Εκείνο όμως το οποίο μπορούμε να κάνουμε είναι να έχουμε την κατανόηση εκείνη, η οποία θα μας επιτρέψει να μπορούμε να τρέψουμε τη σχέση μας σε μία σχέση λειτουργική και αν μπορούμε να κάνουμε το ένα βήμα παραπάνω.
Η χθεσινή ημέρα, επαναλαμβάνω, είχε τεράστια υπεραξία για τις σχέσεις των δύο χωρών. Η αναφορά του Προέδρου Erdoğan στο Διεθνές Δίκαιο ως βάση για την επίλυση των προβλημάτων μας ήταν πολύ καθοριστική και νομίζω ότι επί τη βάσει αυτή θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Έχει συμφωνηθεί ένας νέος γύρος επαφών;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Θα υπάρξει ούτως ή άλλως νέος γύρος και στον Πολιτικό Διάλογο και στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και στη Θετική Ατζέντα. Νομίζω ότι η βασική πρόσθετη αξία της τωρινής εποχής σε ό,τι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι ότι ο διάλογος γίνεται με έναν τρόπο απολύτως δομημένο. Πριν από λίγες εβδομάδες είχαμε την τελευταία συνεδρίαση Πολιτικού Διαλόγου και Θετικής Ατζέντας. Ξέρετε, αυτό το οποίο είδατε εχθές ήταν καλλιεργημένο και προετοιμασμένο από το Υπουργείο Εξωτερικών στην απόλυτη λεπτομέρειά του. Είχαμε δουλέψει πάρα πολύ σκληρά, είχαμε δουλέψει σε όλα τα σενάρια, σε όλα τα ενδεχόμενα, έτσι ώστε να κυλήσουν τα πράγματα ομαλά και να έχουμε σήμερα μια μέρα, η οποία να μας δίνει τη βάση για να πούμε ότι έχει υπάρξει πια μια κοινή βάση κατανόησης. Θέλω να σας πω με απόλυτη ειλικρίνεια το εξής: άκουσα τις τελευταίες ημέρες, τις τελευταίες εβδομάδες ότι η Ελλάδα δεν έπρεπε καν να προσέλθει στο τραπέζι της συζήτησης με την τουρκική πλευρά.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Το είπε ο πρώην Πρωθυπουργός, ο κύριος Σαμαράς, και η κυρία Καρυστιανού.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Θέλω να σας πω το ακόλουθο. Ιδιαίτερα στη σημερινή σύνθετη και ρευστή γεωπολιτική κατάσταση, όπου τα πάντα μπορούν να ανατραπούν, το να έχεις τη δυνατότητα να συνομιλείς με τον γείτονά σου δεν είναι απλά μια στρατηγική επιλογή. Είναι μια συνθήκη αναγκαία. Και θέλω να πω το εξής, γιατί πολλές φορές παραβλέπουμε και τα αυτονόητα. Το να μπορείς να συζητάς με έναν τρόπο, ο οποίος να αναδεικνύει τις διαφορές σου, έχει και αυτό μια πάρα πολύ μεγάλη αξία. Ακούω, μα τι έχει προκύψει τα τελευταία τρία χρόνια, έτσι ώστε να μπορούμε να μιλάμε για μια βελτίωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Θέλω να σας πω ότι πρόκειται για μια ρήση πολιτικού μηδενισμού, γιατί έχουμε ξεχάσει πώς ήταν τα πράγματα στο παρελθόν. Να πούμε τα πολύ βασικά, τα οποία αναφέρθηκαν εχθές στο Ανώτατο Συμβούλιο. Ξέρετε πόσους μετανάστες και πρόσφυγες είχε η Ελλάδα από την Τουρκία την περασμένη δεκαετία;
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τον συνολικό αριθμό όχι, δεν τον ξέρω.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Το 2015 είχαμε 860.000 μετανάστες και πρόσφυγες που ήρθαν από την Τουρκία. Επαναλαμβάνω, είχαμε 860.000. Σταδιακώς έφτασαν τις 200.000, τις 100.000. Είχαμε δηλαδή στην πραγματικότητα ένα τεράστιο αριθμό, ο οποίος κατέκλυζε τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Είχαμε 21.000 το 2025, μείωση σε σχέση με πέρυσι 60%, που οφείλεται στην καλή συνεργασία μεταξύ των Αρχών των δύο χωρών. Και έχουμε καταφέρει, και αυτό είναι το υπόδειγμά μας, να τρέψουμε το πρόβλημα ουσιαστικά σε λύση. Αντί να έχουμε τις εκατοντάδες χιλιάδες των μεταναστών τους οποίους εκμεταλλεύονται τα δίκτυα διακινητών, έχουμε σήμερα, χάρη στη γρήγορη θεώρηση που εξασφάλισε η ελληνική κυβέρνηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 1,5 εκατομμύριο Τούρκους επισκέπτες με τις οικογένειές τους, εκ των οποίων το μεγαλύτερο ποσοστό στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, ενισχύοντας την τοπική οικονομία. Πάνω από όλα όμως, στην πραγματικότητα, δημιουργώντας μια διπλωματία των ανθρώπων. Οι άνθρωποι είναι εκείνοι, οι οποίοι θα πρέπει να κατανοήσουν ότι οφείλουμε να έχουμε με τους γείτονες μας μία λειτουργική σχέση.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ένα βασικό επιχείρημα των επικριτών της πολιτικής αυτής των ήρεμων νερών: τρία χρόνια έχουμε τα ήρεμα νερά, πολύ ωραία, για να έχουμε τα ήρεμα νερά θυσιάζουμε την ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Είναι πάρα πολύ απλά τα πράγματα. Καταρχάς για να μην ξεχνιόμαστε, πάλι θα κάνω τη ρητορική ερώτηση: ξέρετε πόσες παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου είχαμε τα προηγούμενα χρόνια; Είχαμε φτάσει να έχουμε παραβιάσεις του εναέριου χώρου κατά μέσο όρο 30 την ημέρα. Είχαμε περισσότερες από 11.000 παραβιάσεις το χρόνο. Αυτό σημαίνει, πέρα από το αυτονόητο, ότι πλήττεται η ίδια η κυριαρχία της Ελλάδας, διότι οι παραβιάσεις αφορούν την κυριαρχία του ελληνικού εναέριου χώρου, είχαμε ανά πάσα στιγμή τον κίνδυνο ενός θερμού επεισοδίου που θα οδηγούσε σε τεράστια προβλήματα. Αυτό λοιπόν έχει σχεδόν μηδενιστεί. Δεν έχουμε παρά ελάχιστες παραβιάσεις. Με ρωτάτε εάν έχουμε κάνει την οποιαδήποτε θυσία. Η απάντηση είναι πάρα πολύ σαφής. Δεν έχει γίνει καμία έκπτωση, καμία θυσία. Τα τρία τελευταία χρόνια, πώς έχει αντιδράσει η ελληνική διπλωματία απέναντι στο ζήτημα των ελληνοτουρκικών; Αυξάνοντας τη δική μας γεωπολιτική θέση και ισχύ. Να σας πω το εξής απλό. Τα τελευταία τρία χρόνια έχουμε βάλει στο τραπέζι επιχειρήματα, τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ, από καμία κυβέρνηση. Ήταν αυτή η παρούσα κυβέρνηση την τελευταία τριετία, η οποία έθεσε το Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, που αποτελεί στην πραγματικότητα τα απώτατα δυνητικά όρια, τη δική μας δηλαδή έκταση θαλάσσιου χώρου, όπως την αντιλαμβανόμαστε, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Η Ελλάδα ήταν εκείνη που έθεσε τα θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα, τα οποία επιβεβαιώνουν τη δική μας κυριαρχία. Η Ελλάδα αποφάσισε να έρθουν οι αμερικανικοί κολοσσοί, επιβεβαιώνοντας, στην πράξη, τη δική μας θέση. Η Ελλάδα ήταν εκείνη, η οποία έχτισε τις συμμαχίες της, έτσι ώστε σήμερα να μπορούμε να ομιλούμε για στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, αλλά ταυτόχρονα με σχέσεις αδελφικές με τον αραβικό κόσμο. Οι αμερικανικές σχέσεις είναι στο καλύτερο σημείο. Θέλω να σας το πω με ειλικρίνεια: την τελευταία τριετία, η Ελλάδα έχει αυξήσει το αποτύπωμά της, ομιλεί από θέση ισχύος. Άρα, όχι μόνον δεν έχουμε αποστεί από οποιαδήποτε θέση, αλλά έχουμε επαυξήσει ουσιωδώς τη θέση μας αυτή.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σε ένα από τα σημεία των συμφωνιών θα ήθελα να πάμε – ότι θα δρομολογηθεί μια ακτοπλοϊκή σύνδεση ανάμεσα στα λιμάνια της Θεσσαλονίκης και της Σμύρνης. Αυτό εγώ θυμάμαι ότι είχε συμφωνηθεί και παλαιότερα, είχε μπει ένα πλοίο το 2022 και μετά σταμάτησε.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Κατ’ αρχάς, κάνετε πολύ καλά, που αναφέρεστε στις συμφωνίες, τις οποίες υπογράψαμε χθες, στις κοινές δηλώσεις, που έχουν μια πολύ μεγάλη σημασία. Αφορούν τον πολιτισμό, αφορούν την έρευνα και την καινοτομία, αφορούν τη συνεργασία στο επίπεδο της πρόληψης της σεισμικής δραστηριότητας και, όπως αναφέρατε, την θαλάσσια ακτοπλοϊκή διασύνδεση. Πράγματι, στο παρελθόν, είχε επιχειρηθεί να αναπτυχθεί η γραμμή. Δεν είχε εξαιρετικά μεγάλη ζήτηση. Αυτή τη στιγμή όμως, λόγω και της σύντομης θεώρησης, η οποία έχει υπάρξει – μια πρωτοβουλία, η οποία αγκαλιάστηκε νομίζω από όλους και αποτελεί ένα σημαντικό επίτευγμα – νομίζω ότι η ζήτηση θα είναι πολύ μεγαλύτερη. Σκοπός μας είναι, πέρα από την απευθείας σύνδεση Σμύρνης – Θεσσαλονίκης, να έχουμε και ενδιάμεσες στάσεις στα νησιά, έτσι ώστε να ενισχυθεί και ο τουρισμός. Και επιπλέον, μέσα από το χθεσινό Συμβούλιο προέκυψε και η επιθυμία να αναπτυχθεί περαιτέρω και η αεροπορική σύνδεση με απευθείας αεροπορική γραμμή μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Θέλω να επισημάνω πόσο σημαντικό είναι οι άνθρωποι να έρχονται πιο κοντά και η επιλογή τόσο της θεώρησης της βίζας στα νησιά, όσο και των περισσοτέρων ακτοπλοϊκών συνδέσεων, αλλά και άλλες δράσεις, οι οποίες φέρνουν κοντά τους δύο λαούς, νομίζω είναι εξαιρετικά κρίσιμες.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θέλω να επανέλθω στο θέμα του casus belli. Μας είπατε πριν, λοιπόν, τι είπε ο Έλληνας Πρωθυπουργός, το είδαμε και εμείς. Ήσασταν όμως πριν, 2,5 ώρες συνολικά αν δεν κάνω λάθος, στο ίδιο δωμάτιο, να το πω έτσι, με τον Tayyip Erdoğan. Από όσα είπε και όσα αντέδρασε, εσείς καταλάβατε σε οποιαδήποτε στιγμή ότι έστω το συζητάει να άρει το casus belli;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Θέλω κατ’ αρχάς να πω ότι η συζήτηση ήταν, αισθάνομαι, αρκετά ειλικρινής. Δίνεται η δυνατότητα στους δύο ηγέτες να αναφερθούν στα ζητήματα, τα οποία αποτελούν θέματα αιχμής για τις δύο χώρες. Συζητήθηκαν όλα τα θέματα. Ο Πρωθυπουργός έθεσε το ζήτημα της απειλής πολέμου και νομίζω ότι το έθεσε με έναν τρόπο, ο οποίος δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Εφόσον επιθυμείς να καταστείς μέρος μιας συλλογικής άμυνας, δεν μπορείς, την ίδια στιγμή, να απειλείς τα μέρη που συνθέτουν αυτή τη συλλογική άμυνα. Νομίζω ότι το επιχείρημα είναι βάσιμο, απλό, κατανοητό και πολύ δύσκολα ανταποδείξιμο. Άρα, θεωρώ ότι η θέση αυτή ακούστηκε. Δεν μπορώ να σας πω βεβαίως, ότι θα ανακληθεί το casus belli, το οποίο αποτελεί ψήφισμα της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όπως και όλες οι τουρκικές επιδιώξεις ανατρέχουν δεκαετίες. Θέλω όμως να σας πω ότι αισθάνομαι πως αυτή την ώρα υπάρχει το επίπεδο εκείνο κατανόησης για να γίνουν μεγαλύτερα και πιο σημαντικά βήματα. Και θέλω να πω ότι τα βήματα αυτά δεν είναι μόνο ο καιρός να γίνουν, αλλά είναι και η σύνθεση της πολιτικής ηγεσίας στις δύο πλευρές.
Έχω την αίσθηση ότι οι δύο ηγέτες έχουν την αληθή πρόθεση να κάνουν βήματα προς την κατεύθυνση της εξομάλυνσης των σχέσεων των δύο χωρών. Δεν μπορώ να σας πω μετά βεβαιότητος ότι θα ξεκινήσουμε να συζητούμε εκείνο το οποίο αποτελεί τον παραγωγό των προβλημάτων, το υποκείμενο ζήτημα, που είναι η οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και υφαλοκρηπίδας. Μπορώ όμως να σας πω ότι με την παρούσα ηγεσία υπάρχει η πολιτική βούληση να γίνει. Για να προσθέσω στο επιχείρημα του Πρωθυπουργού, το οποίο ανατρέχει στο σύνθημα του γαλλικού Μάη του ‘68 «Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι, εμείς, ποιοι;»
Είδατε χθες και νομίζω είδε όλος ο ελληνικός λαός τον Πρωθυπουργό να στέκεται απέναντι στον Τούρκο Πρόεδρο με σθένος, με αυτοπεποίθηση, με επιχειρήματα. Νομίζω ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική, η ελληνική διπλωματία υπό την καθηγεσία του Πρωθυπουργού, αλλά και την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, αυτή τη στιγμή έχει ένα σχέδιο, έχει μία σιγουριά, η οποία απορρέει από το σημαντικό διπλωματικό αποτύπωμα, και νομίζω ότι αυτή είναι η στιγμή για να μπορέσουμε να κάνουμε σημαντικά βήματα.
Και επειδή αναφερθήκατε προηγουμένως σε όσους μέμφονται την ελληνική εξωτερική πολιτική, εγώ θα έλεγα, λοιπόν, να κάνουμε την άσκηση, να δούμε αν με άλλο Πρωθυπουργό ή με άλλη ηγεσία στο Υπουργείο Εξωτερικών θα είχαμε τη χθεσινή εικόνα ενός Πρωθυπουργού, ο οποίος με αυτοπεποίθηση, εκφράζοντας την αυτοπεποίθηση της χώρας μας, στάθηκε στην έδρα της τουρκικής Προεδρίας να αναφέρει τα μείζονα θέματα, τα οποία για μας είναι εθνικά.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Υπουργέ, επειδή καταλαβαίνω ότι τελειώνει και ο χρόνος μας, κάτι εκτός ελληνοτουρκικών. Έχει προσκαλέσει ο κύριος Trump τον Έλληνα Πρωθυπουργό στο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα που θα γίνει στις 19 Φεβρουαρίου. Θα πάει;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Κατ’ αρχάς να επισημάνω ότι είναι σημαντικό πως η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων για τα μεγάλα θέματα, τα οποία ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Αυτό συνέχεται αφενός με την πολύ ισχυρή θέση της Ελλάδας, ως εκλεγμένου μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, κάτι που τη φέρνει στον πυρήνα της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφαλείας, αλλά και στις πολύ καλές διατλαντικές σχέσεις που έχουμε αναπτύξει. Λάβαμε την πρόσκληση. Ακόμα δεν έχει αξιολογηθεί οριστικά. Είναι σημαντικό να έχουμε έναν συντονισμό και με τους Ευρωπαίους εταίρους μας, οι οποίοι επίσης έχουν προσκληθεί. Τις επόμενες ώρες, ημέρες θα υπάρξει οριστική απάντηση για την παρουσία μας.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Να ρωτήσω κάτι τελευταίο; Είναι κάτι το οποίο νομίζω βάσει της πολιτικής του Donald Trump, νομίζω το σκέφτομαι εγώ, το σκέφτονται πολλοί. Το θέμα είναι να ρωτήσω αν το σκέφτεστε κι εσείς, ότι μια μέρα ο Donald Trump, με τον τρόπο που τα λέει έτσι που είναι λίγο πιο άμεσος και διαχυτικός, να πάρει τηλέφωνο και να πει: «Γιώργο, Hakan, σας στέλνω τον Jared Kushner και το Steve Witkoff. Καθίστε σε ένα τραπέζι και βρείτε τα τέλος πάντων, τώρα 50 χρόνια δεν μπορείτε να τα βρείτε, θα σας τα λύσω εγώ μέσα σε δύο μέρες».
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Το έχουμε δει να συμβαίνει σε άλλες περιοχές.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ναι, γι’ αυτό το λέμε.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Καταρχάς, να επισημάνω ότι η βούληση των δύο κρατών, Ελλάδας και Τουρκίας, όπως διατυπώθηκε κι εχθές, είναι ότι τα όποια θέματά μας θα τα λύνουμε μόνοι μας. Και νομίζω έχει αποδειχθεί την τελευταία τριετία ότι, βήμα-βήμα, από τα μικρά προς τα μεγαλύτερα, επιδιώκουμε την επίλυση των προβλημάτων βάσει της αμοιβαίας διμερούς συνεργασίας.
Δεν αισθάνομαι ότι υπάρχει ούτε ανάγκη ούτε πρόθεση να έχουμε οποιαδήποτε διαμεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Σας διαβεβαιώ, και διαβεβαιώ και τους Έλληνες πολίτες ότι ουδέποτε έχω δεχθεί κρούση για οτιδήποτε τέτοιο. Από την άλλη πλευρά, σας εξομολογούμαι ότι έχει αλλάξει ο τρόπος που ασκείται η εξωτερική πολιτική. Και γι’ αυτόν το λόγο νομίζω ότι η υπευθυνότητα, η οποία απαιτείται, είναι πολύ υψηλή. Δηλαδή, ενόσω η εξωτερική πολιτική μέχρι πρότινος ήταν η προβλεψιμότητα του τι θα μας έλθει, επειδή πλέον δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη και η ασυμμετρία έχει καταστεί ο κανόνας, εκείνο το οποίο χτίζουμε είναι όλα τα δυνητικά σενάρια, τα οποία είναι πολλά. Είμαστε απολύτως προετοιμασμένοι. Γίνεται μια πάρα πολύ συστηματική δουλειά και θέλω να πω, και να μεταφέρω το μήνυμα μέσα από τη συχνότητά σας, οι Έλληνες πολίτες να αισθάνονται ασφάλεια και αυτοπεποίθηση για την πατρίδα τους.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ευχαριστούμε πολύ. Κύριε Γεραπετρίτη να είστε καλά.
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Σας ευχαριστώ πολύ. Καλή σας μέρα.
