Αφού υποστήριξε ότι τέτοια αίθουσα δεν υπάρχει στην Ευρώπη, συνέχισε:
Φλωρίδης στον Realfm 97,8 για υποκλοπές: Αν υπάρξουν νέα στοιχεία που δικαιολογούν την ανάσυρση μιας υπόθεσης, τότε αξιολογούνται – Δεν αρχειοθετήθηκε οριστικά και αμετάκλητα
«Αυτό λοιπόν το ζήτημα ετέθη σε εμάς και από τη διοίκηση του Εφετείου, εκδόθηκαν οι άδειες για να γίνουν αυτές οι εργασίες και ενημερώσαμε ότι για να γίνει αποδεκτό και αυτό το αίτημα που μας υποβλήθηκε, παρά το γεγονός ότι χθες ας πούμε που συνεδρίασε το δικαστήριο, η αίθουσα ήταν άδεια κατά τα 2/3. Αυτή που έχουμε ήδη. Αλλά παρά όλα αυτά, επειδή δεν θέλουμε να υπάρξει η παραμικρή δικαιολογία κάποιων που θέλουν να παρακωλύουν την πρόοδο της δίκης ή κυρίως κάποιων ελάχιστων δικηγόρων Αθηνών που θέλουν να μεταφέρουν τη δίκη στην Αθήνα για λόγους που αφορούν επαγγελματικές δικές τους ανάγκες, αλλά και για άλλους οι οποίοι ενδιαφέρονται για καλύτερη πολιτική διαχείριση του γεγονότος της τραγωδίας αυτής, είπαμε ότι και αυτό το θέμα θα το δεχθούμε. Εκδώσαμε τις άδειες και τώρα για να μπορέσει να γίνουν και αυτές οι συμπληρωματικές εργασίες και να αποκτηθεί όχι απλώς η μεγαλύτερη αίθουσα στην Ευρώπη, θα εκτελεστούν σε 20 ημέρες και η δίκη θα ξαναρχίσει για την ημέρα του Μαΐου που ορίστηκε».
Για τις επιθέσεις του 89χρονου στον ΕΦΚΑ Κεραμεικού και το Πρωτοδικείο, την υπόθεση των υποκλοπών και τη δίκη για την τραγωδία των Τεμπών μίλησε ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης στην εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου στον Realfm 97,8.
Ερωτηθείς για τα μέτρα ασφαλείας που υπάρχουν στα δικαστήρια, με αφορμή την υπόθεση του 89χρονου, είπε: «Εκεί είναι το συγκρότημα του Εφετείου, του Αρείου Πάγου και του πρώην Ειρηνοδικείου, το οποίο είναι τώρα τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών, γιατί τα Ειρηνοδικεία έχουν καταργηθεί. Το Εφετείο και ο Άρειος Πάγος έχουν ισχυρή φύλαξη, και αυτό επειδή διαχρονικά εκτιμήθηκε ότι εκεί έχουμε ποινικές δίκες, ειδικά στο Εφετείο, άρα οι ποινικές δίκες είναι -και κυρίως οι πολυπρόσωπες- που δημιουργούν το ενδεχόμενο να έχουμε θέματα και υπάρχει υψηλότερος κίνδυνος.
Για το Ειρηνοδικείο διαχρονικά και τώρα το Πρωτοδικείο, που κάνει τα ίδια πράγματα στην πραγματικότητα, εδώ και δεκαετίες εκτιμήθηκε ότι οι υποθέσεις που δικάζει -που δεν πηγαίνουν καν και οι διάδικοι δηλαδή, συνήθως μόνο δικηγόροι πηγαίνουν και κάποιος μάρτυρας – είναι υποθέσεις που δεν μαζεύουν κόσμο, ο οποίος μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα. Αυτή ήταν μια εκτίμηση δεκαετιών».
«Όμως χθες αποδείχτηκε ότι αυτή η εκτίμηση πρέπει να αναθεωρηθεί. Γιατί παρά το γεγονός ότι δεν έχουμε υποθέσεις οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν εντάσεις φαίνεται ότι υπάρχει μια τρωτότητα εκεί, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί. Εκεί είμαστε τώρα. Άρα το ζήτημα ήταν ότι υπήρχε μια εκτίμηση και δυστυχώς, ύστερα από πολλά χρόνια η εκτίμηση αυτή πρέπει να αλλάξει» πρόσθεσε.
Σχετικά με την απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών και τις κατηγορίες που εξαπολύει στην κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ, τόνισε: «Είναι ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να κάνει θεσμικά η αξιωματική αντιπολίτευση και ο κ. Ανδρουλάκης στο θέμα αυτό».
Στην επισήμανση ότι το ΠΑΣΟΚ κατηγορεί την Εισαγγελία ότι δεν έκανε καθόλου έρευνα κι ότι προχώρησε στη διάταξη χωρίς προηγούμενη ανακριτική διαδικασία, σημείωσε ότι πάσχει νομικά αυτή η σκέψη. «Και γι’ αυτό λέω ότι είναι εκτεθειμένη (σ.σ. η αξιωματική αντιπολίτευση), αλλά δεν χάλασε ο κόσμος που εκτίθενται αυτοί. Το ότι επιτίθεται όμως στη Δικαιοσύνη και σε έναν ανώτατο θεσμό της, είναι πρόβλημα για την ίδια τη δημοκρατία. Η υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων ερευνήθηκε διεξοδικά από τον αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τότε, από τον κ. Ζήση.
Ο κ. Ζήσης έχει ένα βαρύ βιογραφικό ως Εισαγγελέας. Υπήρξε επί χρόνια πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων. Έχει μεταπτυχιακά και διδακτορικό, ήταν Εισαγγελέας διαφθοράς επί πέντε χρόνια στην περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Διδάσκει στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Κύπρου και έχει συγγράψει τουλάχιστον 7 βιβλία. Ένας τέτοιος δικαστικός λειτουργός ανέλαβε τη διερεύνηση».
«Κατέληξε σε δύο συμπεράσματα, τα οποία έχουν ως εξής. Το ένα συμπέρασμα ήταν ότι υπάρχουν ποινικές ευθύνες ιδιωτών, οι οποίες πρέπει να αποδοθούν με συγκεκριμένα αδικήματα και να οδηγηθούν στο δικαστήριο. Το δικαστήριο το οποίο έγινε και έβγαλε αυτή την απόφαση για την οποία χειροκροτούσαν όλοι τότε, έγινε με βάση το πόρισμα αυτού του Εισαγγελέα.
Το δεύτερο σκέλος της έρευνας αυτής κατέληξε ότι δεν υπήρχε εμπλοκή κρατικών υπηρεσιών στην υπόθεση αυτών των παρακολουθήσεων και επομένως δεν υπήρχαν ζητήματα κατασκοπείας έστω σε βαθμό πλημμελήματος και αρχειοθετήθηκε.
Όταν ολοκληρώθηκε η δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, τότε το δικαστήριο απέστειλε την απόφαση του και τα πρακτικά στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου να διερευνήσει η Εισαγγελία εάν από το υλικό της δίκης που διεξήχθη, προκύπτουν νέα στοιχεία.
Η Εισαγγελία Πρωτοδικών έστειλε την απόφαση και τα πρακτικά στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με δεδομένο ότι από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου είχε γίνει η προηγούμενη έρευνα, για να διαπιστώσει αν υπάρχουν καινούργια στοιχεία, τα οποία θα δικαιολογούν την ανάσυρση από το αρχείο εκείνου του τμήματος της υπόθεσης που είχε αρχειοθετηθεί.
Ο Εισαγγελέας λοιπόν, με τη διάταξη την οποία εξέδωσε, αναλυτικά λέει ότι από την απόφαση και τα πρακτικά, κανένα καινούργιο στοιχείο δεν προκύπτει σε σχέση με την έρευνα που διεξήγαγε ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο κ. Ζήσης.
Και αυτό το οποίο φαίνεται να αγνοούν πολλοί είναι ότι όταν ο κ. Ζήσης κατέθεσε το πρώτο πόρισμά του το καλοκαίρι του 2024, τότε υπήρξαν κάποιοι που έλεγαν ότι, ξέρετε δεν διερευνήθηκε αυτό το ζήτημα. Με βάση αυτές τις δημόσιες φωνές τότε, ο κ. Ζήσης ξανάνοιξε την έρευνά του, την οποία ολοκλήρωσε με συμπληρωματικό πόρισμα τον Ιανουάριο του 2025.
Όπου εκεί, απεφάνθη ότι δεν υπάρχουν στοιχεία τα οποία να τεκμηριώνουν κατασκοπεία ή οποιαδήποτε εμπλοκή κρατικών υπηρεσιών. Άρα λοιπόν, παίρνοντας τώρα ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου την απόφαση του δικαστηρίου και τα πρακτικά, κατέληξε στη νομική εκτίμηση τη δική του ότι δεν υπάρχουν καινούργια στοιχεία, τα οποία να δικαιολογούν ότι πρέπει να ανασυρθεί η υπόθεση αυτή από το αρχείο», ανέφερε ο κ. Φλωρίδης.
Σχετικά με τις δηλώσεις Ντίλιαν που επικαλείται ο Νίκος Ανδρουλάκης, υποστηρίζοντας ότι εκβιάζει την κυβέρνηση και τονίζοντας ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν τον εξέτασε, έκανε λόγο για «νομική επιπολαιότητα στην άποψη αυτή, η οποία καταντά τελικά ως μια πολιτική αστοχία το λιγότερο».
«Η νομική επιπολαιότητα συνίσταται στο εξής. Στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διαβιβάστηκε εν χορδαίς και οργάνοις η απόφαση και τα πρακτικά του δικαστηρίου. Το δικαστήριο δεν δίνει εντολή, δεν μπορεί να δώσει, αλλά απλώς λέει δείτε εάν από τα στοιχεία της απόφασης και των πρακτικών προκύπτουν καινούργια στοιχεία για την υπόθεση αυτή. Επομένως, το υλικό το οποίο πήγε στον εισαγγελέα και ο εισαγγελέας το αξιολόγησε νομικά, είναι η απόφαση και τα πρακτικά της δίκης που είναι 2.000 σελίδες. Αξιολογώντας λοιπόν την απόφαση και τις 2.000 σελίδες, ο εισαγγελέας απεφάνθη ότι δεν υπάρχει κανένα καινούριο στοιχείο σε αυτά που εστάλησαν να δει, σε σχέση με την έρευνα που είχε γίνει.
Άρα λοιπόν η νομική επιπολαιότητα αυτών που τα λένε αυτά “ότι βγήκε και δήλωσε και είπε και έκανε…” ένας που καταδικάστηκε, αυτά δεν αποτελούν στοιχεία τα οποία ερεύνησε, τα οποία πήγαν στον εισαγγελέα για να τα δει. Ο εισαγγελέας δεν είχε κάποια άλλη διαβίβαση, αυτά που πήγαν στα χέρια του, αυτά μελέτησε, αυτά είδε και είπε ότι από αυτά που μου στείλατε να δω, δεν προκύπτει τίποτα καινούργιο», υπογράμμισε ο κ. Φλωρίδης.
Απαντώντας σε όσους υποστηρίζουν ότι βιάστηκε να τη βάλει στο αρχείο, ενώ μπορεί να προκύψουν νέα στοιχεία, τόνισε ότι «σε οποιαδήποτε στιγμή μετά την αρχειοθέτηση, υπάρξουν καινούργια στοιχεία, τα οποία δικαιολογούν την ανάσυρση μιας υπόθεσης, τότε αυτά τα καινούργια στοιχεία μαζεύονται, υποβάλλονται αρμοδίως και αξιολογούνται από την εισαγγελική αρχή. Αυτά λοιπόν δεν υποβλήθηκαν, ο Εισαγγελέας στα χέρια του είχε μια απόφαση 2.000 σελίδων μαζί με τα πρακτικά».
Ασφαλώς δεν αρχειοθετήθηκε οριστικά και αμετάκλητα, διευκρίνισε ο υπουργός Δικαιοσύνης. «Τίποτα δεν αρχειοθετείται οριστικά και αμετάκλητα. Εάν υπάρξουν στοιχεία τέτοια, που να δικαιολογούν ότι η υπόθεση αυτή πρέπει να ξανακοιταχτεί, τότε αυτά υποβάλλονται και αξιολογούνται».
Επικαλέστηκε τις δηλώσεις του επίτιμου αντιεισαγγελέα Βασίλη Μαρκή, που όπως ανέφερε ο κ. Φλωρίδης, «είπε ότι όταν ένας εισαγγελικός λειτουργός, και μάλιστα ένας με 40 χρόνια στο Σώμα και με τέτοια πορεία, αξιολογεί νομικά ένα ζήτημα, πρέπει να μπορείς να του απαντήσεις νομικά, και όχι με το τι γράφουν, τι συζητιέται στην Ομόνοια ή στην Πλατεία Συντάγματος ή με κάτι που βγήκε και είπε κάποιος». «Λοιπόν, αυτά είχε στα χέρια του, αυτά του εστάλησαν και αυτά που εστάλησαν είναι όλα όσα διθυραμβικώς υποστήριζαν αυτοί που τα υποστήριζαν, ότι εκεί είναι τα πάντα. Και ο εισαγγελέας είπε ότι εδώ δεν έχω τίποτα καινούργιο, τίποτα. Εγώ θα περίμενα να πουν ότι σε αυτά τα στοιχεία που του στείλανε υπάρχουν ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Τίποτα, τσιμουδιά. Αναφέρονται σε πράγματα τα οποία δεν υπάρχουν στο φάκελο που είχε ο εισαγγελέας. Γι’ αυτό λοιπόν έχουμε νομικές αστοχίες και έχουμε πολιτικές απρέπειες εδώ πέρα. Χρησιμοποιώ ήπιους τόνους, ήπιους χαρακτηρισμούς τουλάχιστον», συμπλήρωσε ο κ. Φλωρίδης.
Σχετικά με τη δίκη για την τραγωδία των Τεμπών που έχει διακοπεί για τέλη Μαΐου, υπογράμμισε: «Όταν ξεκίνησε αυτή η δίκη και υπήρξαν εκείνα τα οργανωτικά προβλήματα, το δικαστήριο διέκοψε για περίπου 10 μέρες για να μπορέσει να γίνει δεκτό ένα αίτημα που υποβλήθηκε τότε από την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων, και τους συγγενείς κυρίως και τους δικηγόρους τους, ότι έπρεπε να αφαιρεθεί ένα διαχωριστικό που υπήρχε για να μεγαλώσει ο χώρος. Στον ίδιο χώρο μιλάμε τώρα. Λοιπόν αυτό έγινε, και στη συνέχεια όταν επαναλήφθηκε η δίκη, έγιναν με απόλυτη τάξη τα πάντα και η δίκη ξεκίνησε, δηλαδή ξεκίνησαν οι νομιμοποιήσεις. Στη συνέχεια όμως είχαμε πάλι από την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων και από τους δικηγόρους των συγγενών και τους συγγενείς, αιτήματα που έλεγαν ότι ενδεχομένως και ένα ακόμα διαχωριστικό του ίδιου χώρου, θα έπρεπε να φύγει, να γίνουν κάποιες άλλες διευθετήσεις εκεί, ώστε ο χώρος να μπορεί να είναι υπερ-άνετος».
Τέλος ο κ. Φλωρίδης δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν επίκειται η αποστολή τριών ακόμη δικογραφιών από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, όπως αναφέρουν δημοσιεύματα, ενώ επισήμανε. «Πότε δεν είχα ενημέρωση και καλώς δεν έχω. Και εν πάση περιπτώσει ό,τι είναι να κάνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, θα το κάνει, δεν τα γνωρίζω αυτά».
