Μια στις τέσσερις οικογένειες δαπανά πάνω από το 40% του μηνιαίου εισοδήματος για στέγη. Αυτό σημαίνει ότι 2,7 έως 3 εκ. πολίτες (σ.σ. δεδομένου ότι πρόκειται και για τις πλέον πολυάριθμες/πολύτεκνες οικογένειας), δέχονται υπερβολική πίεση για εξεύρεση/διατήρηση μιας αξιοπρεπούς στέγης…
Το συντριπτικό αυτό στοιχείο προκύπτει από μελέτη των εργαζόμενων στον τέως ΟΑΕΔ (Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας), τον Πανελλήνιο Σύλλογο ΠΑΝΣΥΠΟ, αναφορικά με την εξέλιση ενοικίων στην Ελλάδα.
Το 2025 η Ελλάδα εμφανίζει δείκτη υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης 26,4%, όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι περίπου 7,7%. Δηλαδή η Ελλάδα βρίσκεται περίπου 3,4 έως 3,5 φορές πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η κρίση εντείνεται
Η κρίση δεν είναι τωρινή. Απλώς χρονιά με την χρονιά εντείνεται.
Από το 2015 έως το 2025, η Ελλάδα κινείται σταθερά σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από την Ε.Ε. Ο δείκτης στεγαστικής επιβάρυνσης (άνω του 40% του εισοδήματος για κατοικία) στην Ελλάδα βρισκόταν στο 29,6% το 2015, έφτασε στο 39,5% το 2018, και παραμένει ακόμη και σήμερα στο 26,4%, όταν η Ε.Ε. κινείται γύρω από το 7,7% – 8,8%. Η Ελλάδα δεν πέρασε απλώς μια στεγαστική δυσκολία· έχει εγκατασταθεί σε καθεστώς μόνιμης στεγαστικής πίεσης.
Η επιβάρυνση μεταφράζεται και σε αριθμό νοικοκυριών. Το 2024, με δείκτη 28,9%, εκτιμάται ότι περίπου 1.240.000 νοικοκυριά, δηλαδή σχεδόν 3 εκατομμύρια άτομα, βρίσκονταν σε συνθήκη υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης. Το 2025, με δείκτη 26,4%, ο αριθμός εξακολουθεί να αντιστοιχεί σε περίπου 1.130.000 νοικοκυριά, δηλαδή περίπου 2,75 εκατομμύρια άτομα.
Ακόμη πιο σκληρή είναι η εικόνα στα χαμηλά εισοδήματα. Στα φτωχότερα εισοδηματικά στρώματα έως και το 82,1% των νοικοκυριών δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγη. Αυτό αφορά περίπου 681.000 νοικοκυριά.
Η κρίση δεν χτυπά όλους το ίδιο. Για ένα μονοπρόσωπο νοικοκυριό, το συνολικό στεγαστικό κόστος μπορεί να κινείται γύρω στα 700 ευρώ τον μήνα. Για οικογένεια με δύο παιδιά, μπορεί να φτάνει περίπου τα 1.200 – 1.500 ευρώ τον μήνα. Για ζευγάρι χωρίς παιδιά τα στοιχεία αποτυπώνουν κόστος περίπου 900 – 1.100 ευρώ τον μήνα.
Αυτά τα ποσά δεν είναι συμβατά με τη μισθολογική πραγματικότητα μεγάλου μέρους των εργαζομένων.
Παράλληλα, οι τιμές κατοικιών έχουν αποσυνδεθεί από τα εισοδήματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος που παρουσιάζονται στην εργασία, οι τιμές διαμερισμάτων αυξήθηκαν σωρευτικά κατά περίπου 110% την περίοδο 2018–2025.
Η σύγκριση τιμών και εισοδημάτων είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Από το 2007 έως το 2025 οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν περίπου 77%, ενώ το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε μόλις περίπου 14%.
Υποδηλωμένα ενοίκια
Ωστόσο, οι επίσημοι αριθμοί δεν δείχνουν όλη την πραγματικότητα. Το μέσο δηλωμένο ενοίκιο στην Ελλάδα εμφανίζεται περίπου στα 255 ευρώ τον μήνα, ενώ τα πραγματικά ενοίκια νέων μισθώσεων κινούνται περίπου στα 450 – 650 ευρώ τον μήνα. Η απόκλιση είναι της τάξης του +77% έως +155%.
Η απόκλιση αυτή δεν είναι μόνο κοινωνικό πρόβλημα. Είναι και δημοσιονομικό πρόβλημα. Με πραγματικό μέσο ενοίκιο 450 ευρώ, η διαφορά από το δηλωμένο μέσο ενοίκιο των 255 ευρώ είναι 195 ευρώ τον μήνα. Με πραγματικό μέσο ενοίκιο 550 ευρώ, η διαφορά είναι 295 ευρώ. Με πραγματικό μέσο ενοίκιο 650 ευρώ, η διαφορά είναι 395 ευρώ. Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, το αδήλωτο μίσθωμα μπορεί να κινείται από περίπου 2,8 δισ. ευρώ έως και 7,1 δισ. ευρώ ετησίως, ανάλογα με το σενάριο. Το αντίστοιχο φορολογικό κενό μπορεί να φτάνει από εκατοντάδες εκατομμύρια έως και πάνω από 1 δισ. ευρώ ετησίως.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην Αθήνα. Στις πόλεις, η Ελλάδα εμφανίζει στεγαστική επιβάρυνση περίπου 29%, όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι περίπου 10%. Στις αγροτικές περιοχές, η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο 28%, όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι περίπου 6%. Η στεγαστική κρίση έχει πλέον πανελλαδικό χαρακτήρα.
Κενά διαμερίσματα
Το απόθεμα κατοικιών υπάρχει, αλλά δεν ενεργοποιείται κοινωνικά. Περίπου 725.000 κενά διαμερίσματα στην Ελλάδα, δηλαδή περίπου 13,5% του οικιστικού αποθέματος. Την ίδια στιγμή, η χώρα διαθέτει σχεδόν ανύπαρκτο απόθεμα κοινωνικής κατοικίας σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ενδεικτικά, παρουσιάζεται ότι η Ελλάδα διαθέτει μόλις 4 κοινωνικές κατοικίες ανά 1.000 κατοίκους, όταν η Αυστρία εμφανίζεται με 274, η Γαλλία με 159, η Δανία με 90, η Ισπανία με 20 και η Πορτογαλία με 19.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται το μεγάλο θεσμικό κενό που άφησε η κατάργηση του ΟΕΚ. Ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας είχε δημιουργήσει περίπου 600 οικισμούς σε όλη τη χώρα, είχε κατασκευάσει και παραχωρήσει περίπου 50.000 κατοικίες, είχε στηρίξει περίπου 85.000 οικογένειες μέσω στεγαστικών προγραμμάτων, είχε εξυπηρετήσει περίπου 170.000 δικαιούχους δανείων και περίπου 120.000 οικογένειες ετησίως για 25 χρόνια μέσω ενοικίου.
Σήμερα, αντί αυτό το θεσμικό και περιουσιακό απόθεμα να αξιοποιείται, καταγράφονται πάνω από 150 κενές και διαθέσιμες κατοικίες του ΟΕΚ χωρίς ιδιοκτήτη, οι οποίες παραμένουν κλειστές επί χρόνια. Πρόκειται για κατοικίες που θα μπορούσαν να δοθούν άμεσα σε οικογένειες με πραγματική ανάγκη. Η εικόνα αυτή είναι πολιτικά εκρηκτική: την ώρα που η χώρα συζητά για νέα στεγαστικά προγράμματα, υπάρχουν έτοιμα δημόσια σπίτια που μένουν αναξιοποίητα.
ieidiseis.gr
