Το τέλος της δικαστικής του πορείας, θέτοντας αιχμηρά ερωτήματα για την κατάσταση της Δικαιοσύνης ανακοίνωσε ο τέως πρόεδρος Πρωτοδικών Λασιθίου Γιάννης Ευαγγελάτος ο οποίος για χρόνια είχε υπηρετήσει στα Χανιά.
Ο δικαστής που έκανε βιβλίο την υπόθεση ενός αθώου που φυλακίστηκε άδικα, προχώρησε σε μια ανάρτηση που ήδη προκαλεί συζητήσεις στον νομικό κόσμο.
Έπειτα από περισσότερα από είκοσι χρόνια υπηρεσίας σε οκτώ δικαστήρια της χώρας μεταξύ αυτών και των Χανίων, ο ίδιος αποχωρεί νωρίτερα από το αναμενόμενο, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο μια επαγγελματική πορεία, αλλά και ένα δημόσιο αποτύπωμα λόγου και στάσης:
Ένας δικαστής που φρόντιζε να αφουγκράζεται τον παλμό της κοινωνίας καθώς μέσα από την συγγραφή βιβλίων του ενίσχυε με τα έσοδα από τα δικαιώματα του συγγραφέα παιδιά με καρκίνο. Υπήρξε Πρόεδρος της Εταιρίας Προστασίας Ανηλίκων στα Χανιά και είχε εκδώσει βιβλίο όπου τα έσοδα από τα δικαιώματα του συγγραφέα δίνονταν στην Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων Χανίων και στα Παιδικά Χωριά SOS.
Αναλυτικά η ανάρτησή του:
« Έφτασα, λοιπόν, στο τέλος της δικαστικής μου διαδρομής, νωρίτερα από το αναμενόμενο και, ίσως για όσους δεν με ξέρουν, κάπως αιφνίδια, αλλά σίγουρα ύστερα από ένα γεμάτο ταξίδι…
Αναπόφευκτα, ο νους επιστρέφει στην αρχή, όταν εισήλθα στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και πίστευα ότι θα γινόμουν λειτουργός της Δικαιοσύνης, ότι θα απονέμω το Δίκαιο σύμφωνα με τον Νόμο και τη συνείδησή μου. Το Δίκαιο, όχι με τη στενή έννοια της έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων, αλλά ως ζώσα δύναμη. Όλοι οι Δικαστές, έχω την αίσθηση, είχαμε στην αρχή κάποια όνειρα για τη Δικαιοσύνη, που στη συνέχεια τα λησμονήσαμε. Σαν να ρίξαμε άγκυρα στα όνειρά μας μόλις συναντήσαμε την καθημερινότητα, τον υπερβολικό φόρτο, την πίεση της ποσότητας σε βάρος της ποιότητας και τις άθλιες συνθήκες εργασίας στα δικαστικά «μέγαρα».
Πολλές φορές, στη διάρκεια αυτής της διαδρομής, αναρωτήθηκα αν υπάρχουν στην Ελλάδα Δικαστές. Δικαστές με «Δ» κεφαλαίο.
Δικαστές, που δεν συμπεριφέρονται αλαζονικά και απαξιωτικά στους δικηγόρους, αντιμετωπίζοντάς τους ως αντιπάλους και όχι ως συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης…
Δικαστές, που βλέπουν τους δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη της σύνθεσης του Δικαστηρίου και όχι ως υποτακτικούς τους…
Δικαστές, που απονέμουν το Δίκαιο και δεν διεκπεραιώνουν απλώς υποθέσεις…
Δικαστές, που νιώθουν λειτουργοί της Δικαιοσύνης και όχι υπάλληλοι του Υπουργείου …
Δικαστές απαλλαγμένους από ναρκισσισμό και εγωπάθεια, που δεν θεωρούν ότι κατέχουν το αλάθητο του Πάπα…
Δικαστές που μάχονται να βρουν την Αλήθεια και δεν ασπάζονται την τυπολατρία και την αυθαιρεσία…
Δικαστές που μετατρέπουν την αγωνία και τα προβλήματα του πολίτη σε δικό τους αγώνα και προβληματισμό…
Υπηρέτησα περισσότερο από είκοσι χρόνια, σε οκτώ Δικαστήρια, στην Αθήνα και στην περιφέρεια και σχημάτισα την ακλόνητη πεποίθηση ότι υπάρχουν τέτοιοι Δικαστές στην Ελλάδα.
Και είναι πάρα πολλοί! Αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων Δικαστών. Ωστόσο, τα λόγια τους πνίγονται από τις κραυγές των λίγων, οι οποίοι όχι μόνο συνεχίζουν να επιβιώνουν, αλλά και κυριαρχούν, καθώς θορυβούν ως κύμβαλα αλαλάζοντα. Ως πότε όμως;
Ως πότε οι πολλοί Δικαστές θα χρεώνονται την αδιαφορία, την αναλγησία, την ανικανότητα, την ευθυνοφοβία των λίγων;
Ως πότε θα ανέχονται να πλήττει, να προσβάλλει, να υπονομεύει το κύρος της Δικαιοσύνης αυτή η θλιβερή μειοψηφία;
Ως πότε οι Δικαστές θα σιωπούν για όσα βλέπουν να συμβαίνουν στον χώρο της Δικαιοσύνης;
Πόσο δίκαιη μπορεί να είναι μια δίκη, όταν ο Δικαστής καλείται να δικάσει είκοσι κακουργήματα σε μία ημέρα;
Πόσος χρόνος αναλογεί στον κάθε κατηγορούμενο στις πολυπρόσωπες δίκες;
Πόσες φορές πρέπει να προσέρχονται τα θύματα στα δικαστήρια μέχρι να διεξαχθεί η δίκη τους;
Πώς γίνεται να εκδικάζονται υποθέσεις ανηλίκων δραστών, χωρίς την παρουσία επιμελητών ανηλίκων;
Για πόσο ακόμη μπορεί να στηρίζεται το οικοδόμημα της Δικαιοσύνης στο φιλότιμο ορισμένων λειτουργών της;
Και, εν τέλει, είναι επαρκώς θωρακισμένοι οι Δικαστές για να αποκρούουν τα βέλη που στρέφονται, από κάθε κατεύθυνση, κατά της ανεξαρτησίας τους;
Το δόγμα ότι «οι δικαστές μιλούν μόνο με τις αποφάσεις τους» έχει αξία και εφαρμογή σε μια ιδανική πολιτεία, που όλα λειτουργούν άψογα. Τότε, πράγματι, οι Δικαστές δεν θα είχαν λόγο να μιλούν… Όχι, όμως, τώρα που η Δικαιοσύνη νοσεί! Τώρα η ανοχή είναι συνενοχή! Όλοι μας φέρουμε μερίδιο ευθύνης για τη διαρκώς φθίνουσα εμπιστοσύνη του κόσμου στη Δικαιοσύνη.
Όλοι μας φταίμε που το τελευταίο καταφύγιο του πολίτη μετατρέπεται σε πεδίο άγονης αντιπαράθεσης, όπου μόνο από τύχη ή σύμπτωση μπορείς να βρεις το δίκιο σου και μάλιστα με τον κίνδυνο να είναι ήδη αργά, αφού το δίκαιο, ως αγαθό, πρέπει να απονέμεται άμεσα, κάτι που σπάνια συμβαίνει…
Για να ανατείλει ξανά ο ήλιος της Δικαιοσύνης «θέλει δουλειά πολλή» και ίσως χρειάζεται να «καώ εγώ, να καείς εσύ, για να γίνουν τα σκοτάδια λάμψη», όχι ως πράξη αυτοθυσίας, αλλά ως έμπρακτη δήλωση αυτοσεβασμού και ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ και ως απόφαση να μη συμβιβαστείς με το ελάχιστο, όταν οφείλεις το μέγιστο.
Όσοι αγάπησαν αυτό το λειτούργημα και όσοι το υπηρέτησαν με σθένος και αυταπάρνηση, από όποια θέση κι αν βρίσκονται πλέον, δεν πρέπει να το αφήσουν άλλο να ολισθαίνει. Άλλωστε, το Δίκαιο, δεν είναι απλώς μια στείρα γνώση. Είναι κάτι που είτε το έχεις μέσα σου είτε όχι! Αν το έχεις, δεν μπορείς να το στερηθείς ποτέ, καθώς είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το είναι σου. Όποιον δρόμο και αν ακολουθήσεις, όπου κι αν σταθείς, θα είναι πάντα μαζί σου, αφού ό,τι είναι αληθινό είναι και παντοτινό. Και στο τέλος κάθε ημέρας, θα είσαι πραγματικά ευτυχισμένος μόνο αν μπορείς να απαντάς καταφατικά στο ερώτημα : «Αποδόθηκε Δικαιοσύνη;»
Γιάννης Ευαγγελάτος
τέως δικαστικός λειτουργός»
