Το ζήτημα του goat ή καλύτερου οδηγού όλων των εποχών στην F1 έχει απασχολήσει και απασχολεί ακόμη πολλούς φίλους του σπορ. Εμείς, όμως, θα επιχειρήσουμε κάτι διαφορετικό.

Αρχικά να ξεκαθαρίσουμε ότι το παραπάνω αμερικανόφερτο ερώτημα δεν έχει πειστική απάντηση. Δεν γίνεται να ανακηρύξεις έναν οδηγό ως τον καλύτερο όλων των εποχών σε ένα σπορ το οποίο αλλάζει δραματικά ανά τουλάχιστον είκοσι έτη.

Τα μονοθέσια των 50s δεν είχαν καμία σχέση με εκείνα των 60s, πολλώ δε μάλλον με εκείνα των 80s και εντεύθεν, όταν και η αεροδυναμική επεξεργασία άλλαξε τα δεδομένα στο σπορ. Σίγουρα μεταξύ των μονοθέσιων των 90s και αυτά του τρέχοντος αιώνα οι ομοιότητες είναι περισσότερες. Ακόμη κι έτσι, όμως, υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των Ferrari που οδηγούσε ο Σουμάχερ και των Mercedes του Χάμιλτον των 10s.

Έτσι το μόνο που θα μπορούσε να γίνει σχετικά με το αρχικό μας ερώτημα θα ήταν η επιλογή του καλύτερου οδηγού κάθε εποχής. Κάθε εποχή του σπορ δεν διαχωρίζεται αυστηρά με χρονολογική βάση.

Κατά συνέπεια θα προσπαθήσουμε να βρούμε την κορυφαία σεζόν του -κατά την γνώμη μας- κορυφαίου οδηγού κάθε εποχής. Ξεκινώντας, μάλιστα, από την περίοδο πριν τον επίσημο πρώτο αγώνα πρωταθλήματος Formula 1 το 1950.

Ο θρυλικός Ιταλός μεγαλούργησε κατά την περίοδο του μεσοπολέμου κερδίζοντας 24 Grand Prix (τους αγώνες, δηλαδή, που αργότερα συμπεριλήφθηκαν στα πρωταθλήματα F1), τις 24 ώρες του Λε Μαν αλλά και πολλούς φημισμένους αγώνες όπως τα Mille Miglia και το Targa Florio.

Ο Νουβολάρι συνέδεσε το όνομά του με την Alfa Romeo με την οποίαν πήρε και την πιο φημισμένη νίκη του στο Νίρμπουργκρινγκ του 1935. Τότε οδηγώντας την P3 κέρδισε τις κατά 100 ίππους ισχυρότερες Mercedes και Auto Union μέσα στην έδρα τους. Το κατόρθωμα αυτό έχει μείνει στην ιστορία ως η «Αδύνατη νίκη» ενώ ο Φέρντιναντ Πόρσε χαρακτήρισε τον Νουβολάρι ως τον «μεγαλύτερο οδηγό του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος».

Το 1954 ήταν στατιστικά η κορυφαία χρονιά του Φάντζιο, κερδίζοντας έξι από τους εννέα γύρους, ενώ παράλληλα είχε αλλάξει από τη Maserati στη Mercedes στα μέσα της σεζόν. Αλλά για εμάς το αριστούργημα του Φάντζιο θα είναι πάντα η σεζόν 1957, του τελευταίου του πρωταθλήματος. Τότε είχε καταφέρει να επικρατήσει με την πολύ πιο αδύναμη από τις Ferrari, Maserati 250F και να πάρει τον τίτλο με 2 αγώνες να απομένουν στη σεζόν.

Όπως και ο Νουβολάρι η καλύτερη του στιγμή τότε ήταν στο Νίρμπουργκρινγκ όπου κέρδισε τους Χόθορν και Κόλινς για να αναδειχθεί πρωταθλητής για 5η και τελευταία φορά στην καριέρα του. Συνολικά κέρδισε 24 από τους 52 αγώνες F1 στους οποίους συμμετείχε, δίνοντάς του ποσοστό νικών 47,06% που είναι πολύ απίθανο να ξεπεραστεί ποτέ.

Μετά την αποχώρηση του Φάντζιο υπήρξε μία σύντομη περίοδος στην οποίαν δεν υπήρξε κάποιος οδηγός ο οποίος να ξεχωρίσει πραγματικά από τους υπολοίπους. Ώσπου έφτασε στο προσκήνιο ένα αγροτόπαιδο από την Σκωτία, ονόματι Τζιμ Κλαρκ. Ο Κλαρκ ήταν ένας από τους πιο προικισμένους οδηγούς όλων των εποχών, ο οποίος απλά απορούσε γιατί και οι υπόλοιποι δεν οδηγούσαν σαν εκείνον!

Συνέδεσε το όνομά του με την Lotus του μεγάλου Κόλιν Τσάπμαν. Κέρδισε το παγκόσμιο πρωτάθλημα της F1 δύο φορές, το 1963 και το 1965. Και τις δύο φορές ήταν απόλυτα κυρίαρχος, κερδίζοντας επτά και έξι από τους 10 αγώνες αντίστοιχα. Ταυτόχρονα, κέρδιζε στα Touring Cars, την F2 και στο Indy 500. Θα είχε κερδίσει περισσότερα πρωταθλήματα αν είχε καλύτερη αξιοπιστία και δεν έχανε τη ζωή του τόσο νέος.

Μπορεί να συμμετείχε σε μόλις 9 σεζόν F1, αλλά ο ιδιοφυής Σκωτσέζος κατάφερε να θέσει όλα τα στάνταρ της σύγχρονης οδήγησης μονοθέσιων F1, πάνω στα οποία πατάει ακόμη και η σημερινή γενιά. Και όχι μόνο σε ότι αφορά την καθαυτή τέχνη της οδήγησης αλλά και σχετικά με τα πρότυπα ασφαλείας στα GP.

Ο Στιούαρτ κέρδισε τρεις φορές το πρωτάθλημα. Το 1969 με την Matra ενώ το 1971 και το 1973 με την Tyrell. Από τους 11 αγώνες του παγκόσμιου πρωταθλήματος του 1971, ο Τζάκι κέρδισε τους έξι. Κανείς άλλος δεν κέρδισε περισσότερους από έναν. Στο τέλος της σεζόν, το σύνολο των 63 βαθμών του ήταν σχεδόν διπλάσιο από αυτό του Ρόνι Πίτερσον στη δεύτερη θέση.

Κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα, πάντα εναντίον ταλαντούχων αντιπάλων και θα μπορούσε να έχει ακόμη τόσα εάν ήταν λίγο πιο τυχερός. Ο κύριος καθηγητής άφησε εποχή με το απέριττο και ταχύτατο οδηγικό του στιλ, την στρατηγική του σκέψη αλλά και τον συνολικό τρόπο προσέγγισης των αγώνων.

Το 1986 ήταν η καλύτερη χρονιά του, όπου κέρδισε τους Μάνσελ και Πικέ οι οποίοι οδηγούσαν την πολύ ανώτερη Williams FW11. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες επιδόσεις στην ιστορία του σπορ.

Ο Άιρτον Σένα δεν χρειάζεται συστάσεις. Ήταν μία προσωπικότητα η οποία στο τέλος ξεπέρασε κατά πολύ τα στενά όρια όχι μόνο της F1 αλλά και του αθλητισμού γενικότερα. Η ταχύτητά του απαράμιλλη, οι γύροι κατατακτήριών του αριστουργηματικοί.

Κέρδισε τρεις φορές το πρωτάθλημα. Αλλά η σεζόν αναφοράς του θα είναι πάντα εκείνη του 1988 στην οποίαν κέρδισε τον ομόσταβλό του στην McLaren, Αλέν Προστ. Ο συνδυασμός του Σένα με την McLaren MP4/4 είναι ίσως ο πιο διάσημος αυτοκινήτου/οδηγού από όλους. Το 1988, ο Άιρτον κέρδισε οκτώ γύρους, ο Αλέν επτά.

Βέβαια ο Σένα είχε ήδη… προειδοποιήσει τα προηγούμενα χρόνια. Δεύτερος σε μια Toleman στο Μονακό το 1984, νικητής για πρώτη φορά με τη Lotus 97T σε ένα βρεγμένο Εστορίλ το 1985 και διεκδικητής του τίτλου το 1986.

Δεν θα ήταν υπερβολή εάν λέγαμε ότι ο μεγάλος Γερμανός ήταν εκείνος ο οποίος κυριάρχησε στην εποχή του περισσότερο από οποιονδήποτε οδηγό του παρόντος άρθρου. Ο επτάκις παγκόσμιος πρωταθλητής ήταν αρκετά κλικ πάνω από τον αμέσως επόμενο οδηγό, στα χρόνια κατά τα οποία μεσουράνησε.

Κέρδισε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο κορυφαίο πρωταθλητή με κατώτερα μονοθέσια. Όχι μόνο νίκες αλλά τίτλους. Και φυσικά κατόρθωσε το… ακατόρθωτο. Να καταστήσει την Ferrari δυναστεία του σπορ. Φαίνεται πόσο δύσκολο είναι αυτό ακόμη και στην σημερινή εποχή.

Πολλές είναι οι μεγάλες σεζόν του Γερμανού. Από τα μέσα του 1992 ήδη πιστεύουμε ότι ήταν ο κορυφαίος στο grid. Αλλά το 2002 ήταν η σεζόν στην οποίαν ακούμπησε την τελειότητα. Με την εκπληκτική Ferrari F2002, ο Σούμι τερμάτισε όλους (!) τους αγώνες -17 τον αριθμό- στο podium. Ένα ρεκόρ που δεν πρόκειται, μάλλον, να σπάσει ποτέ.

Ο Λιούις Χάμιλτον μπήκε στην F1 ακριβώς μετά την πρώτη αποχώρηση του Σουμάχερ. Από νωρίς έδειξε το ταλέντο του, κάνοντας μία εκπληκτική rookie season στην οποίαν παραλίγο να πάρει το πρωτάθλημα! Ωστόσο θα αναγνωριζόταν ως ο πραγματικά κορυφαίος του grid μόνο μετά την μεταπήδησή του στην Mercedes.

Σε αυτό βοήθησαν, φυσικά, και τα κυρίαρχα μονοθέσια που οδήγησε και με τα οποία κατέκτησε 6 από τους 7 του τίτλους. Ο πρώτος είχε έρθει το 2008 με την McLaren και ίσως εκείνη του η σεζόν παρά το ότι δεν ήταν τέλεια, να ήταν και η καλύτερή του. Κέρδισε τις ανώτερες Ferrari των Μάσα και Ράικονεν ενώ κατέκτησε και δύο από τις πιο εμβληματικές του νίκες σε Σίλβερστοουν και Χόκενχαϊμ.

Άλλη μεγάλη του σεζόν -και κορυφαία του με την Mercedes- είναι κατά την άποψή μας εκείνη του 2018. Η πτώση στην απόδοσή του κατά την εποχή των ground effect μονοθέσιων ήταν εμφανής. Ωστόσο τα τωρινά μονοθέσια του ταιριάζουν πολύ περισσότερο και οι οπαδοί του έχουν κάθε λόγο να αισιοδοξούν.

Ο Ολλανδός είναι αναμφίβολα ο κορυφαίος οδηγός της F1. Εδώ και αρκετά χρόνια (εμείς πιστεύουμε τουλάχιστον από το 2019) ο Μαξ είναι το νούμερο ένα στο grid ασχέτως νικών ή πρωταθλημάτων. Το 2021 ήρθε η δικαίωση κατακτώντας το πρώτο του πρωτάθλημα ενάντια στην πανίσχυρη Mercedes του Χάμιλτον.

Στατιστικά η σεζόν του 2023 ήταν η κορυφαία του. Και φυσικά λόγω μονοθέσιου και συνθηκών ο Μαξ έφτασε τότε πιο κοντά στην τελειότητα από οποιονδήποτε άλλο οδηγό στην ιστορία του σπορ. Ωστόσο θα επιμείνουμε ότι ο πραγματικός του άθλος ήταν το 2021. Δεν πιστεύουμε ότι άλλος οδηγός θα μπορούσε να κατορθώσει αυτό που έκανε ο Μαξ στην πρώτη του πραγματική ευκαιρία για την κατάκτηση του τίτλου.

Φυσικά ο Ολλανδός ήταν εξίσου κυρίαρχος με διαφορετικές γενιές αυτοκινήτων. Και αυτό είναι, κυρίως, που αποδεικνύει το ότι ο Μαξ ανήκει στην ελίτ της ιστορίας του σπορ ασχέτως του σε πόσους τίτλους ή νίκες θα σταματήσει το κοντέρ.