Έντονη κοινωνική ανισότητα αποτυπώνουν τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για τους νέους που δεν εργάζονται, δεν σπουδάζουν και δεν συμμετέχουν σε προγράμματα κατάρτισης (NEET – Not in Employment, Education or Training). Οι γυναίκες ηλικίας 15 έως 29 ετών φαίνεται να αποκλείονται σε μεγαλύτερο βαθμό, τόσο από την εκπαίδευση όσο και από την αγορά εργασίας σε σύγκριση με τους άνδρες.

Παρότι την τελευταία δεκαετία καταγράφεται συνολική βελτίωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες παραμένουν σημαντικές. Από το 2015 έως το 2025, 22 από τις 27 χώρες-μέλη της ΕΕ μείωσαν τα ποσοστά των νέων NEET, φέρνοντας την Ένωση πιο κοντά στον στόχο του 9% έως το 2030, όπως προβλέπεται από τον Ευρωπαϊκό Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων.

Το 2025, το συνολικό ποσοστό των νέων ηλικίας 15–29 ετών που ανήκαν στην κατηγορία NEET διαμορφώθηκε στο 11%, έναντι 15,2% το 2015 και 11,1% το 2024. Ωστόσο, οι γυναίκες εξακολουθούν να πλήττονται περισσότερο. Το 12% των νεαρών γυναικών στην ΕΕ βρισκόταν εκτός εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες ήταν 9,9%.

Σύμφωνα με την Eurostat, το χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών συνδέεται με κοινωνικές νόρμες και στερεότυπα που εξακολουθούν να αποδίδουν στις γυναίκες μεγαλύτερο βάρος στη φροντίδα της οικογένειας και των παιδιών. Έτσι, πολλές νέες γυναίκες βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού χωρίς να αναζητούν εργασία, σε αντίθεση με τους άνδρες που εμφανίζονται συχνότερα ως άνεργοι αλλά ενεργοί στην αναζήτηση δουλειάς.

Ειδικότερα, το ποσοστό των γυναικών εκτός εργατικού δυναμικού στην ηλικιακή ομάδα 15–29 ετών ανήλθε στο 8,3%, ενώ στους άνδρες περιορίστηκε στο 5,2%. Αντίθετα, οι άνδρες παρουσίασαν υψηλότερα ποσοστά ανεργίας με ενεργή αναζήτηση εργασίας: 4,7% έναντι 3,7% των γυναικών.

Διαβάστε επίσης: Φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός / Η Ελλάδα το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό στην ΕΕ – Η συνολική εικόνα στην Ευρώπη

Οι διαφορές γίνονται πιο έντονες σε ορισμένες χώρες της ΕΕ. Στη Ρουμανία και την Τσεχία, τα ποσοστά των γυναικών NEET ήταν πάνω από επτά ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από εκείνα των ανδρών. Αντίθετα, μόνο σε τρεις χώρες – την Εσθονία, τη Φινλανδία και το Βέλγιο – οι άνδρες εμφάνιζαν ελαφρώς υψηλότερα ποσοστά.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η ηλικία. Στις ηλικίες 15–19 ετών το ποσοστό των NEET στην ΕΕ ήταν σχετικά χαμηλό, στο 5,3%, όμως αυξανόταν αισθητά στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες και έφτανε το 12,8% για τις ηλικίες 20–24 ετών και το 14,7% για τις ηλικίες 25–29 ετών.

Οι καλύτερες επιδόσεις στην ΕΕ καταγράφηκαν στην Ολλανδία (5,3%), τη Σουηδία (5,9%) και τη Σλοβενία (7,6%). Στον αντίποδα, τα υψηλότερα ποσοστά σημειώθηκαν στη Ρουμανία (19,2%), τη Βουλγαρία (13,8%) και την Ελλάδα (13,6%), δηλαδή αρκετά πάνω από τον ευρωπαϊκό στόχο για το 2030.

Παράλληλα, η τελευταία δεκαετία έδειξε σημαντική αποκλιμάκωση των ποσοστών σε αρκετές χώρες. Η μεγαλύτερη μείωση σημειώθηκε στην Ιταλία, όπου το ποσοστό έπεσε από 25,7% το 2015 σε 13,3% το 2025. Ακολούθησαν η Ελλάδα, από 24,1% σε 13,6%, και η Κροατία, από 19,8% σε 10,8%.

Διαβάστε: Eurostat / «Στον πάτο» της Ευρώπης η Ελλάδα σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ

Η Eurostat επισημαίνει ότι η μετάβαση από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας γίνεται πλέον όλο και πιο σύνθετη. Οι νέοι αλλάζουν συχνότερα δουλειά, χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να σταθεροποιηθούν επαγγελματικά και συχνά επιστρέφουν στην εκπαίδευση ή σε προγράμματα κατάρτισης για να αναβαθμίσουν τα προσόντα τους. Παράλληλα, πολλοί φοιτητές εργάζονται part-time ή εποχικά προκειμένου να ενισχύσουν το εισόδημά τους.

Το 2025, το 12,5% των νέων ηλικίας 15–19 ετών στην ΕΕ ήταν ταυτόχρονα φοιτητές και εργαζόμενοι. Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε στο 22,5% στις ηλικίες 20–24 ετών, ενώ μειώθηκε στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες.

Η οικονομική κρίση και ιδιαίτερα η πανδημία COVID-19 επηρέασαν επίσης σημαντικά την πορεία των δεικτών. Από το 2015 έως το 2019 τα ποσοστά NEET μειώνονταν σταθερά, όμως με την έναρξη της πανδημίας καταγράφηκε νέα αύξηση, γεγονός που συνδέεται άμεσα με την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.

Τα στοιχεία της Eurostat αναδεικνύουν ακόμη μία κρίσιμη παράμετρο σε σχέση με το μορφωτικό επίπεδο. Όσο υψηλότερη είναι η εκπαίδευση ενός νέου ανθρώπου, τόσο μικρότερη είναι η πιθανότητα να βρεθεί εκτός αγοράς εργασίας και εκπαίδευσης.

Στην ΕΕ, το ποσοστό NEET για νέους 15–29 ετών με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο ανήλθε στο 12,8%, για όσους είχαν μέσο επίπεδο εκπαίδευσης στο 11% και για όσους διέθεταν τριτοβάθμια εκπαίδευση περιορίστηκε στο 8%.

Ωστόσο, η Ελλάδα εμφάνισε μία από τις πιο ανησυχητικές επιδόσεις στους νέους με πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Το ποσοστό των πτυχιούχων ηλικίας 15–29 ετών που βρίσκονταν στην κατηγορία NEET έφτασε το 19,1%, το υψηλότερο στην ΕΕ μετά τη Ρουμανία σε ορισμένες κατηγορίες.

Τέλος, η Eurostat επισημαίνει ότι σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται και ανάλογα με τον βαθμό αστικοποίησης. Το 2025, τα ποσοστά NEET ήταν χαμηλότερα στις μεγάλες πόλεις (10,3%) και υψηλότερα στις μικρότερες πόλεις, τα προάστια και κυρίως στις αγροτικές περιοχές, όπου έφτασαν το 12,2%.

Το μοτίβο αυτό εμφανίζεται σε 14 χώρες της ΕΕ, με τις μεγαλύτερες αποκλίσεις μεταξύ πόλεων και υπαίθρου να καταγράφονται στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.