website analysis «Ετοιμαστείτε για πόλεμο»: Γιατί προειδοποιούν τόσο επίμονα οι στρατηγοί της Ευρώπης για σύγκρουση με τη Ρωσία – Epikairo.gr

«Πρέπει να αποδεχθούμε ότι μπορεί να χάσουμε τα παιδιά μας», δήλωσε τον Νοέμβριο ο αρχηγός των γαλλικών ενόπλων δυνάμεων προετοιμάζοντας την κοινή γνώμη της χώρας του για το ενδεχόμενο πολέμου με τη Ρωσία.

Η εκτίμησή του στρατηγού Φαμπιάν Μαντόν ότι μια σύγκρουση με τη Ρωσία έως το 2030 δεν μπορεί να αποκλειστεί και ότι ολόκληρη η κοινωνία –όχι μόνο ο στρατός– οφείλει να είναι προετοιμασμένη, έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία στη Γαλλία προκαλώντας οργή και αμφισβήτηση.

Ωστόσο, η παρέμβασή του δεν ήταν μεμονωμένη. Αντίστοιχες προειδοποιήσεις για ενδεχόμενο πόλεμο με τη Ρωσία διατυπώνονται πλέον δημόσια από ανώτατους στρατιωτικούς και αξιωματούχους ασφαλείας σε όλη τη Δυτική Ευρώπη.

Το κοινό τους μήνυμα είναι σαφές: η Γηραιά Ήπειρος δεν ζει πια σε καιρό ειρήνης, αλλά σε μια ενδιάμεση, επικίνδυνη ζώνη ανάμεσα στην ειρήνη και τον πόλεμο – και πολλές κοινωνίες αρνούνται να το αναγνωρίσουν.

«Ζούμε σε έναν χώρο ανάμεσα στην ειρήνη και τον πόλεμο», δήλωσε στα μέσα Δεκεμβρίου η επικεφαλής των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Για χώρες που βρίσκονται κοντά στη Ρωσία – εκείνες της Βαλτικής, την Πολωνία και τις σκανδιναβικές – αυτή η διαπίστωση είναι αυτονόητη εδώ και χρόνια. Η έννοια της «ετοιμότητας για πόλεμο» αποτελεί μέρος της δημόσιας συζήτησης, της πολιτικής άμυνας και της καθημερινότητας.

Στη Δυτική Ευρώπη, όμως, η απειλή συχνά
αντιμετωπίζεται ως κάτι μακρινό, σχεδόν
αφηρημένο, όπως σημειώνει ο Economist.

Στο Παρίσι, που γεωγραφικά βρίσκεται
πιο κοντά στο Αλγέρι παρά στο Κίεβο,
ένας πόλεμος με
τη Ρωσία μοιάζει με εικόνα τηλεοπτικού
δελτίου, όχι με άμεσο κίνδυνο. Αυτή η
απόσταση εξηγεί και την ένταση των
προειδοποιήσεων.

Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε μίλησε τον περασμένο μήνα για την ανάγκη προετοιμασίας «για κλίμακα πολέμου που έζησαν οι παππούδες μας», ενώ ο αρχηγός των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων, αρχιπτέραρχος σερ Ρίτσαρντ Νάιτον, τόνισε ότι η ασφάλεια «δεν μπορεί να ανατεθεί αποκλειστικά στον στρατό».

Σε κάποιες χώρες η αντιπολίτευση κάνει λόγο για «τακτικές φόβου». Στη Γαλλία ο επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος, Φαμπιέν Ρουσέλ,, χαρακτήρισε «απαράδεκτη πολεμοκαπηλεία»την ομιλία του στρατηγού Μαντόν .

Αλλά παρά τις αντιδράσεις, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αρχίζουν σταδιακά να κινούνται υπό το φάσμα της ρωσικής απειλής. Η πρώτη κατεύθυνση είναι η ανασυγκρότηση των ενόπλων δυνάμεων και των εφεδρειών, συχνά μέσω της επαναφοράς – άμεσης ή έμμεσης – στρατιωτικής θητείας.

Η Γερμανία συμφώνησε τον Δεκέμβριο σε ένα νέο μοντέλο στρατολόγησης. Από το 2026 όλοι οι 18χρονοι θα συμπληρώνουν ερωτηματολόγιο για την προθυμία τους τους να υπηρετήσουν στις ένοπλες δυνάμεις, ενώ από το 2027 οι άνδρες της ίδιας ηλικίας θα περνούν ιατρικές εξετάσεις. Στόχος είναι η δημιουργία μιας βάσης δεδομένων δυνητικά επιστρατεύσιμων πολιτών, στο πλαίσιο αυτού που ο υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους αποκαλεί «Kriegstüchtigkeit», δηλαδή «ετοιμότητα για πόλεμο».

Η Γαλλία, όπου η υποχρεωτική θητεία καταργήθηκε το 1997, ανακοίνωσε δεκάμηνη αμειβόμενη εθελοντική στρατιωτική υπηρεσία για νέους 18 έως 25 ετών από το 2026. Στην Πολωνία εξετάζεται η καθολική στρατιωτική εκπαίδευση για ενήλικους άνδρες, αν και χωρίς συγκεκριμένες αποφάσεις προς το παρόν. Το μήνυμα είναι διπλό: ενίσχυση των εφεδρειών για το ενδεχόμενο πολέμου και ταυτόχρονα αποτροπή προς πιθανούς αντιπάλους.

Πηγή έμπνευσης για τη Γαλλία και τη
Γερμανία αποτελούν οι σκανδιναβικές
χώρες. Η Φινλανδία και η Νορβηγία
διατηρούν υποχρεωτική θητεία εδώ και
δεκαετίες, ενώ στη Σουηδία επανήλθε το
2018 στο πλαίσιο της στρατηγικής «ολικής
άμυνας», με υποχρέωση εγγραφής όλων των
νέων – ανδρών και γυναικών – στα 18.

Αντίθετα, η εικόνα στον ευρωπαϊκό Νότο είναι αποσπασματική. Η Ιταλία ανέστειλε την υποχρεωτική θητεία το 2005 και σχεδιάζει έναν εθελοντικό εφεδρικό σχηματισμό, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα.

Η Ισπανία αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες, αλλά προβλέπει περιορισμένη αύξηση προσωπικού και καμία συζήτηση για στράτευση. Ακόμη και η Βρετανία, παρά τα φιλόδοξα εξοπλιστικά σχέδια, αποφεύγει το θέμα.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στον τομέα της πολιτικής άμυνας. Στη Σουηδία, κάθε νοικοκυριό έλαβε το 2024 έναν αναλυτικό οδηγό 32 σελίδων για το τι πρέπει να κάνει σε περίπτωση πολέμου. Από την ηλικία των 16 έως τα 70, όλοι θεωρούνται μέρος της «ολικής άμυνας». Η Λιθουανία διαθέτει αντίστοιχο εγχειρίδιο επιβίωσης τριών ημερών σε περίπτωση πολέμου, που περιλαμβάνει μέχρι και λίστα αναγκαίου εξοπλισμού.

Στη Δυτική Ευρώπη, τέτοιες πρωτοβουλίες
είναι σπάνιες. Η Ολλανδία μόλις πρόσφατα
έστειλε φυλλάδιο για καταστάσεις
έκτακτης ανάγκης. Η Γαλλία έχει εμπειρία
στην αντιμετώπιση τρομοκρατικών
επιθέσεων, όχι όμως στη μαζική κινητοποίηση
που περιγράφουν οι αξιωματούχοι του
ΝΑΤΟ. Σε Ισπανία και Ιταλία, η δημόσια
συζήτηση ουσιαστικά απουσιάζει.

Δημοσκόπηση σε εννέα χώρες επιβεβαιώνει
το ευρωπαϊκό ρήγμα. Το 77% των Πολωνών
θεωρεί πιθανό έναν πόλεμο με τη Ρωσία
τα επόμενα χρόνια, έναντι μόλις 34% των
Ιταλών.

Παρά τις διαφορές, οι Ευρωπαίοι
συμφωνούν σε ένα σημείο: δεν αισθάνονται
έτοιμοι για έναν μεγάλο
πόλεμο. Κατά μέσο όρο, το 69% πιστεύει
ότι η χώρα του δεν θα μπορούσε να αμυνθεί
αποτελεσματικά.

Αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο που επισημαίνουν η ανάλυση του Economist: η απειλή αναγνωρίζεται αφηρημένα, αλλά η ψυχολογική και πολιτική προσαρμογή καθυστερεί. Και όσο η Δυτική Ευρώπη παραμένει σε άρνηση, τόσο οι προειδοποιήσεις των στρατηγών θα γίνονται πιο ωμές – και πιο δύσκολο να αγνοηθούν.