Στις 21 Φεβρουαρίου 2026 συμπληρώθηκαν 113 χρόνια από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Πολλοί ίσως περίμεναν σχετικό άρθρο μας, αλλά έχοντας γράψει δύο φορές παλαιότερα για θέμα, δεν είχαμε κάτι να προσθέσουμε. Καθώς όμως η απελευθέρωση των Ιωαννίνων μας έχει απασχολήσει ιδιαίτερα σκεφτήκαμε να γράψουμε κάτι σχετικό με τον τελευταίο πασά της πόλης, αυτόν που «μας παρέδωσε τα Γιάννενα», τον Εσάτ.
Επρόκειτο για έναν εξαιρετικό στρατιωτικό, με ελληνικές «ρίζες», ο οποίος ήρθε μετά την παράδοση των Ιωαννίνων ως αιχμάλωτος στην Αθήνα, όπου, όπως θα δούμε, η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε και η σχεδόν εννιάμηνη διαμονή του παραπέμπουν σε υψηλό προσκεκλημένο, όχι σε αιχμάλωτο. Αλλά και οι Τούρκοι αιχμάλωτοι κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, αναχωρώντας για την πατρίδα τους ήταν σε πολύ κατάσταση, με βάση τα δεδομένα βέβαια, ενώ πληρώθηκαν και τους μισθούς τους! Το 1922, ο Κεμάλ και οι υπόλοιποι έδειξαν μια ελεεινή συμπεριφορά προς τους Έλληνες αξιωματικούς και στρατιώτες που είχαν αιχμαλωτιστεί.
Είναι βέβαιο, ότι κάποιοι αιχμάλωτοι Έλληνες, δεν σκοτώθηκαν στη Μικρά Ασία, αλλά «χρησιμοποιήθηκαν» από τους Τούρκους σε καταναγκαστικά έργα και άλλες επαχθείς εργασίες. Υπάρχουν αναφορές για κάποιους από αυτούς που ήταν ζωντανοί το 1936 και άλλες, για Έλληνες αιχμαλώτους που ζούσαν στην Τουρκία γύρω στο 1950!
Ποιος ήταν ο Γιαννιώτης Εσάτ πασάς;
Ο Mehmet Esat Rasha, γνωστός ως Εσάτ πασάς στη χώρα μας γεννήθηκε στα Ιωάννινα στις 19 Οκτωβρίου 1862. Οι γονείς του ήταν εξισλαμισμένοι Έλληνες, κατάγονταν μάλιστα από την οικογένεια των Γλυκήδων. Ο πατέρας του, σύμφωνα με γραπτές πηγές, ακόμα και προφορικές μαρτυρίες καταγόταν από την Ελάτη Ζαγορίου και η μητέρα του από το Σούλι. Ο Εσάτ γεννήθηκε όπως αναφέραμε στα Γιάννενα, όπου ο πατέρας του είχε διατελέσει για αρκετά χρόνια Δήμαρχος.
Αδελφός του, που επίσης συμμετείχε στην πολύμηνη πολιορκία των Ιωαννίνων ως αρχηγός των οχυρών του Μπιζανίου που είχαν κατασκευαστεί με σχέδια και υποδείξεις του Γερμανού Στρατηγού Colmar von der Goltz, ήταν ο Βεχήπ μπέης (1877-1940). Ο Εσάτ είχε ως μητρική γλώσσα (όπως και ο Βεχήπ), την Ελληνική. Γνώριζε άριστα επίσης γαλλικά, γερμανικά και τουρκικά. Σπούδασε στη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων και στη συνέχεια στη Στρατιωτική Σχολή της Κωνσταντινούπολης.
Ο Εσάτ πασάς
Κλείσιμο
Έπειτα μετεκπαιδεύτηκε στο Βερολίνο, όπου είχε για κάποια χρόνια συμμαθητή τον διάδοχο Κωνσταντίνο. Θεωρήθηκε ως ο ικανότερος στρατιωτικός των Οθωμανών για την άμυνα των Ιωαννίνων, την γενέτειρά του και πρωτεύουσα της Ηπείρου.
Έλληνες στρατιώτες ψήνουν ψωμί στο μέτωπο της Ηπείρου, το 1912-13

Ο ελληνικής καταγωγής Εσάτ, ο τελευταίος πασάς των Ιωαννίνων, ένας γενναίος στρατιωτικός – Η αιχμαλωσία του και η άφιξή του στον Πειραιά εν μέσω χειροκροτημάτων πλήθους Ελλήνων – Σε πολυτελές ξενοδοχείο στην Κηφισιά και στο κτήμα του Θ. Πάγκαλου ο Εσάτ μέχρι τον Δεκέμβριο του 1913 – Πήραν και μισθό οι Τούρκοι αιχμάλωτοι!

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων (21/2/1913)
Η πολιορκία των Ιωαννίνων ήταν πολύμηνη καθώς διήρκεσε γύρω στις 87 ημέρες. Αρχικά, τη Στρατιά Ηπείρου διοικούσε ο Αντιστράτηγος Κωνσταντίνος Σαπουντζάκης (1846-1931) άνθρωπος του παλατιού και «δάσκαλος» του Κωνσταντίνου στη Σχολή Ευέλπιδων. Ξεκινώντας από την Άρτα, η Στρατιά Ηπείρου απελευθέρωσε την Πρέβεζα, τη Φιλιππιάδα, που αποτέλεσε τη βάση των μετέπειτα ενεργειών, το Μέτσοβο κ.ά. Τα Γιάννενα όμως παρέμεναν απόρθητα, κυρίως λόγω των οχυρών του Μπιζανίου. Ένα από αυτά, η «Σκύλλα» ήταν ο εφιάλτης των ελληνικών δυνάμεων.
Ο Βενιζέλος πίεζε τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο να απελευθερωθούν τα Ιωάννινα, ο Τύπος και η κοινή γνώμη στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις ασχολούνταν με το θέμα διαρκώς, κι έτσι ο διάδοχος με δύο Μεραρχίες από τη Μακεδονία και άλλες ενισχύσεις έφτασε στην Ήπειρο, στις αρχές του 1913. Ο Σαπουντζάκης έκανε τις τελευταίες απέλπιδες προσπάθειες να καταλάβει την πρωτεύουσα της Ηπείρου αλλά απέτυχε. Παραμερίζοντας διακριτικά τον Σαπουντζάκη, ο Κωνσταντίνος ανέλαβε την ηγεσία της ενισχυμένης Στρατιάς Ηπείρου. Αρχικά, έστειλε μια επιστολή στον παλιό γνωστό του Εσάτ, να παραδώσει την πόλη για να αποφευχθεί αιματοχυσία, όμως εκείνος αρνήθηκε.
Τα οχυρά του Μπιζανίου
Έτσι, η πολιορκία των Ιωαννίνων πέρασε στην τελική της φάση. Όλες οι πηγές αναφέρουν ότι ο Κωνσταντίνος έδωσε άλλη πνοή στο στράτευμα. Βελτίωσε τον εφοδιασμό των στρατιωτών και την περίθαλψή τους, στεγανοποίησε το στράτευμα, καθώς πολλά μυστικά διέρρεαν από απερίσκεπτους ιδιώτες που βρίσκονταν στη Φιλιππιάδα και έφταναν στα αυτιά των κατασκόπων που, ευφυώς, είχε στείλει εκεί ο Εσάτ, ενώ δεν έλειψαν και οι επισκέψεις του στο μέτωπο για να εμψυχώσει τους στρατιώτες που πολεμούσαν εκεί. Μάλιστα, όταν κάποια μέρα έφτασε στην Ήπειρο και ο Ελευθέριος Βενιζέλος και με επιμονή ζήτησε από τον Κωνσταντίνο να επισκεφθούν την πρώτη γραμμή, παραλίγο να χτυπηθούν από το τουρκικό πυροβολικό. Το παράδοξο είναι, ότι Βενιζέλος και Κωνσταντίνος έδειξαν τεράστια ψυχραιμία και καλύφθηκαν, ενώ πολλοί αξιωματικοί έντρομοι σέρνονταν στο έδαφος. Τότε, ο Κωνσταντίνος είπε στον αρχηγό του Πυροβολικού Λεωνίδα Παρασκευόπουλο:
Αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού, στο παρατηρητήριο του Προφήτη Ηλία στο Θεριακήσιο, έξω από τα Γιάννενα
«Τους βλέπεις όλους αυτούς;» δείχνοντας προς το μέρος τους υποτιμητικά. Μετά από λίγες μέρες, ο Κωνσταντίνος κατάλαβε ότι αν δεν έπεφτε το Μπιζάνι, τα Γιάννενα δεν θα κυριεύονταν. Τέθηκε λοιπόν σε εφαρμογή το σχέδιο για απόσπαση πληροφοριών, σχετικά, με τα οχυρά. Ο Αθανάσιος Τσεκούρας προσέγγισε τον Νικολάκη Εφέντη, ελληνικής καταγωγής πολιτικό μηχανικό από τη Σμύρνη, συνεργάτη του von Goltz. Εκείνος, άριστος γνώστης της χωροταξίας των οχυρών του Μπιζανίου, καθώς ήταν αντικαταστάτης του Γερμανού στην επιτήρησή τους πείστηκε και αντέγραψε τα σχέδια, δίνοντάς τα στον Τσεκούρα. Έτσι μόνο έγινε εφικτή η εξουδετέρωση της «Σκύλλας» και των άλλων οχυρών.
O Colman Freiherr von der Goltz
Σημαντική ήταν και συμβολή του Ιωάννη Βελισσαρίου και του Γεώργιου Ιατρίδη, που με έναν ευφυή ελιγμό ξεγέλασαν τους Τούρκους, που νόμιζαν ότι βρίσκονταν αντιμέτωποι με χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες. Είναι γνωστό, ότι ο Βελισσαρίου με επιτροπή που την αποτελούσαν ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Γερβάσιος, με μεγάλη συμβολή στην απελευθέρωση της πόλης, ο Υπολοχαγός Ραούφ και ο Ανθυπολοχαγός Ταλαάτ, με επιστολή που υπέγραψαν οι πρόξενοι στα Γιάννενα της Ρωσίας, της Αυστροουγγαρίας, της Γαλλίας και της Ρουμανίας και περιείχε πρόταση του Εσάτ για άμεση και άνευ όρων παράδοση των Ιωαννίνων, έφτασε στο ελληνικό στρατηγείο τα ξημερώματα της 21ης Φεβρουαρίου 1913. Ο Κωνσταντίνος κατάλαβε τι είχε συμβεί. Είπε τότε στον Βελισσαρίου: «Είσαι άξιος ραπίσματος, αλλά και φιλήματος. Εγώ αρκούμαι εις το φίλημα». Το πρωί της επόμενης, ο Ελληνικός Στρατός μπήκε θριαμβευτικά στα Γιάννενα. Δυστυχώς, ο Νικολάκης Εφέντης ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει στη Σμύρνη. Η ενέργειά του είχε μαθευτεί. Οι Τούρκοι τον βασάνισαν και τον σκότωσαν. Την ίδια τύχη είχαν οι γονείς του και οι πέντε αδελφές του. Κατά μία εκδοχή, σε ελληνική εφημερίδα γράφτηκε, λόγω του υπέρμετρου ενθουσιασμού των δημοσιογράφων η αποκάλυψη της ενέργειας του Νικολάκη, δεν είναι όμως βέβαια…
Ιωάννης Βελισσαρίου
Βελισσαρίου και Εσάτ συναντήθηκαν αργότερα, στην Αθήνα σε μία έπαυλη στην Κηφισιά όπου ζούσε ο αιχμάλωτος (!) Εσάτ. Ο ελληνικής καταγωγής ικανότατος στρατιωτικός είπε στον Βελισσαρίου.
«Μου έκαμε μεγάλη εντύπωση η γενναιότητά σας», είπε ο Τούρκος στρατηγός σε άψογα ελληνικά. «Θα μπορούσατε όμως να είχατε φονευθεί ή και αιχμαλωτιστεί με το παράτολμο εκείνο εγχείρημά σας, να εισχωρήσετε πίσω από τις γραμμές του τουρκικού στρατού». Και η απάντηση του Βελισσαρίου: «Να φονευθώ ναι, αλλά να αιχμαλωτισθώ όχι, αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ». Ο Βελισσαρίου σκοτώθηκε λίγους μήνες αργότερα, στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, σε μάχη με Βουλγάρους. Αυτοί οι ήρωες, δεν ζουν πολύ, όπως έγραψε και ο Κωνσταντίνος, σε τηλεγράφημα στη χήρα του…
Ο Κωνσταντίνος, επικεφαλής του Ελληνικού Στρατού μπαίνει στα Γιάννενα
Ο Εσάτ καταχειροκροτείται από Έλληνες στο λιμάνι του Πειραιά!
Ο Εσάτ ήταν αναμφίβολα εξαιρετικός στρατιωτικός. Το παράδοξο είναι, ότι όχι απλά γράφτηκαν κολακευτικά λόγια γι’ αυτόν σε αθηναϊκές εφημερίδες και μάλιστα από σημαντικούς Ηπειρώτες, όπως ο διηγηματογράφος Χρήστος Χρηστοβασίλης (1862-1937), αλλά και το ότι η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε στον Πειραιά από εκατοντάδες Έλληνες ήταν κάτι παραπάνω από αποθεωτική. Αν δεν γνώριζε κάποιος ότι επρόκειτο για τον Οθωμανό πασά που παρέδωσε τα Ιωάννινα στους Έλληνες, θα πίστευε ότι ήταν κάποιος Έλληνας Στρατηγός που επιστρέφει θριαμβευτικά από κάποια μάχη ή εκστρατεία! Ας δούμε τι έγραψε γι’ αυτόν ο Χρήστος Χρηστοβασίλης στις 22/2/1913, μια μέρα δηλαδή μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (Διατηρήσαμε την ορθογραφία του αρχικού κειμένου).
«Εἶνε ἀνὴρ εὐθὺς, τίμιος, ἐλεήμων, φιλάνθρωπος, εὐγενὴς καὶ ἀρτιώτατα στρατιωτικῶς πεπαιδευμένος, ὠραιότατος καὶ συμπαθέστατος. […] Μετά διαμονήν ὀκτὼ ἐτῶν ἐν Βερολίνῳ [στην εκεί Στρατιωτική Ακαδημία] ὅπου συνεμαθήτευσε καὶ μετὰ τῆς Α.Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου, ὁ Έσσὰτ ἐπέστρεψεν εἰς Κωνσταντινούπολιν ταγματάρχης τῶν ἀνωτέρων στρατιωτικῶν μαθημάτων ἐν τῆ αὑτόθι Στρατιωτικῆ Σχολῆ. […] Ο Εσσάτ πασσᾶς δικαίως ἐθεωρήθη ὡς κορωνὶς τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ ὡς τοιούτῳ τῶ ἀνετέθη ἡ ἄμυνα τής ἰδιαιτέρας πατρίδος του, τῶν Ἰωαννίνων, ἥν έτίμησε καὶ ὡς ἀξιωματικὸς καὶ ὡς Ἰωαννίτης».
Αλλεπάλληλα ήταν και τα κολακευτικά δημοσιεύματα της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ. Ο Εσάτ, ο αδελφός του Βεχήπ και άλλοι 20 Οθωμανοί αξιωματικοί επιβιβάστηκαν στην Πρέβεζα στο επιταγμένο ατμόπλοιο «ΠΥΛΑΡΟΣ», με συνοδεία βέβαια Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών. Το «ΠΥΛΑΡΟΣ» κατέπλευσε στον Πειραιά στις 9 Μαρτίου 1913. Η εικόνα που παρουσιάζει η εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» της 10/3/1913 είναι πραγματικά απίστευτη. Αφού αναφέρεται στην άφιξη του Εσάτ και των υπολοίπων στον Πειραιά γράφει ότι στο λιμάνι, τους υποδέχτηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Στρατιωτικών, της Αστυνομίας, του Λιμεναρχείου και στρατιωτικοί. Στον Εσάτ ανακοινώθηκε ότι μαζί με τον αδελφό του Βεχήπ και 4 αξιωματικούς του Επιτελείου του, θα διέμεναν στην Κηφισιά, ενώ οι υπόλοιποι 16 αξιωματικοί θα έμεναν στο ξενοδοχείο «Ερμής» στον Πειραιά.
Όταν αποβιβάστηκαν, ολόκληρη η παραλιακή οδός είχε καταληφθεί από πλήθος κόσμου που ανέμενε να δει τον «ηρωικόν υπερασπιστήν της Ηπείρου, Τούρκον στρατηγόν, τον οποίον όταν είδε να εμφανίζεται εις την θύραν του λιμεναρχείου, τον οποίον τον υπεδέχθη με ζωηρότατα χειροκροτήματα». Έκπληκτος ο Εσάτ ρώτησε τους συνοδούς του «γιατί τον χειροκροτεί το πλήθος;». Αυτοί του εξήγησαν, ότι «το πλήθος χαιρετά έναν γενναίον στρατηγόν». Ο Εσάτ συγκινήθηκε από τις, πραγματικά απίστευτες εκδηλώσεις του ελληνικού λαού. «Ώστε χαιρετούν και τον ηττημένον;» είπε, σε άπταιστα ελληνικά. Όταν ο Εσάτ, ο Βεχήπ και οι 4 αξιωματικοί τους έφτασαν στην Κηφισιά εγκαταστάθηκαν στο ξενοδοχείο «Grand Hotel», ενώ αργότερα φιλοξενήθηκε στο κτήμα του Θεόδωρου Πάγκαλου.
Αυτό είναι το μεγαλείο των Ελλήνων, όσα κι αν μας καταλογίζουν, ιδιαίτερα, κάποιοι που καπηλεύονται την ιστορία μας και άλλοι που δεν έχουν προσφέρει απολύτως τίποτα στην ανθρωπότητα εκτός από σφαγές, λεηλασίες, βασανιστήρια, βιασμούς και άλλα συναφή. Όταν διαβάσει κανείς τις ιστορίες των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών που αιχμαλωτίστηκαν στη Μικρά Ασία, πολύ λίγα χρόνια μετά το 1913, από τους Τούρκους (έχουμε αναφερθεί σχετικά σε δύο άρθρα μας και θα επανέλθουμε) θα μας δικαιώσει απόλυτα…
H επιστροφή του Εσάτ Πασά
Επανερχόμαστε τώρα στον Εσάτ, τον οποίο επισκέφθηκαν στην Αθήνα ο διάδοχος του θρόνου της Σερβίας, ο γνωστός του από τα Γιάννενα Μητροπολίτης Γερβάσιος κ.ά. Ο Εσάτ παρέμεινε στην Ελλάδα, ως τις αρχές Δεκεμβρίου 1913, ως επικεφαλής της Επιτροπής που συντόνιζε τον επαναπατρισμό των Τούρκων αιχμαλώτων. Είναι επίσης απίστευτο, ότι πριν φύγουν από την Ελλάδα, οι Τούρκοι αιχμάλωτοι έλαβαν τον μισθό τους. Η μεταφορά τους στην Τουρκία έγινε δωρεάν, με πλοία. Τα πρόσφεραν Έλληνες εφοπλιστές και η αναχώρησή τους έγινε με την υψηλή εποπτεία του Εσάτ.
Ο Εσάτ πασάς μετά το 1913 – Η επιστροφή στα Γιάννενα
Ο Εσάτ ήταν σπουδαίος στρατιωτικός. Αν δεν υπήρχε ο Νικολάκης εφέντης και η παράτολμη ενέργεια των Βελισσαρίου – Ιατρίδη είναι αβέβαιο τι θα ακολουθούσε. Όταν επέστρεψε στην Τουρκία ανέλαβε με επιτυχία, τη διοίκηση του Τρίτου Σώματος του Οθωμανικού Στρατού εναντίον των Αγγλογάλλων στη μάχη της Καλλίπολης, το 1915. Εκεί είχε υφιστάμενο στο Επιτελείο του τον Μουσταφά Κεμάλ, τον μετέπειτα Κεμάλ Ατατούρκ. Οι σχέσεις των δύο ανδρών δεν ήταν καθόλου καλές. Το 1919 συνταξιοδοτήθηκε. Επέστρεψε στα Γιάννενα το 1928 για να διευθετήσει κάποια περιουσιακά ζητήματα. Όμως η γενέτειρά του είχε αλλάξει πολύ από το 1913. Πάντως βρήκε την ευκαιρία να συναντήσει συμμαθητές του από τη Ζωσιμαία Σχολή, παλιούς του φίλους κ.ά. Γενικότερα, ο Εσάτ έτυχε θερμής υποδοχής στα Γιάννενα. Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης στην «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», αφού αναφέρεται με κολακευτικά λόγια σ’ αυτόν εγκαλεί τις Δημοτικές Αρχές, γιατί δεν έδωσαν το όνομά του σε έναν δρόμο της πόλης!
Ο Εσάτ πασάς, στο βάθος και ο Γουλιέλμος Β’ στην Καλλίπολη το 1917
Ο δε Γεώργιος Χατζής – Πελλερέν σε άρθρο του στην εφημερίδα «ΗΠΕΙΡΟΣ», της οποίας ήταν διευθυντής αναφέρεται στην καταδίκη του σε θάνατο όταν τα Γιάννενα βρίσκονταν υπό οθωμανική κατοχή και στην παρέμβαση του Εσάτ, ο οποίος του έσωσε τη ζωή. Γράφει αναλυτικά ο Χατζής, πατέρας του λογοτέχνη και αντιστασιακού Δημήτρη Χατζή:
«Ἐκεῖνος ποῦ γράφει τὰς γραμμὰς αὐτᾶς, διευθυντὴς τῆς ΗΠΕΙΡΟΥ, δημοσιογραφῶν καὶ τότε καὶ διὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα κατὰ τοῦ Τουρκικοῦ καθεστῶτος, ὡς συνωμότης καταδικασθεὶς εἰς θάνατον ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου Ἰωαννίνων, χρεωστεῖ τὸ κεφάλι του ἔκτοτε εἰς τὸν χθὲς φιλοξενούμενον πολιτισμένον στρατηγὸν, μὴ στέρξαντα νὰ ἐκτελεσθῆ ἡ θανατικὴ ἀπόφασις. Τὸ ἐνθυμούμεθα μετὰ λεπτῆς συγκινήσεως συνδεδεμένης μετὰ τόσων μεγάλων στιγμῶν καὶ ἀναμνήσεων»!
Ο Εσάτ και ο Βεχήπ είχαν σημαντική περιουσία στα Γιάννενα και σε χωριά έξω από την πόλη, όπως το Κουτσελιό. Λόγω της Συνθήκης της Λωζάνης όμως και της ελληνοτουρκικής συμφωνίας του 1925, πιθανότατα αυτά παρέμειναν στο Ελληνικό Δημόσιο. Αυτό προκύπτει και από επιστολή του Βεχήπ προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον οποίο γνώριζε προσωπικά, το 1929, όταν ο Κρητικός πολιτικός εκλέχτηκε ξανά πρωθυπουργός. Ο Βεχήπ, επικαλούμενος την παλιά τους φιλία αναφέροντας ότι ζει εκτός Τουρκίας, αφήνοντας αιχμές για τον Ατατούρκ ,του ζητά να μεσολαβήσει για να τους επιστραφεί η περιουσία τους, προφανώς για να την εκποιήσουν. Αυτό όμως δεν έγινε. Μάλιστα, ο Χρηστοβασίλης κατηγορεί το ελληνικό κράτος, ότι στέρησε την περιουσία από τον Εσάτ και τον Βεχήπ!
Επίλογος
Αυτή ήταν η άγνωστη ιστορία του τελευταίου πασά των Ιωαννίνων, του Εσάτ. Η μητρική του γλώσσα ήταν η ελληνική. Σε αντίθεση με όσα γράφουν σε σχόλια κάποιοι αναγνώστες και ο Εσάτ αναφέρει ότι «ήταν λες και σχεδόν κανένας Μουσουλμάνος στα Γιάννενα δεν γνώριζε τα Τούρκικα». Όταν γράφτηκε στη Στρατιωτική Σχολή στο Μοναστήρι (σήμερα Μπίτολα) έκανε ιδιαίτερα μαθήματα για να μάθει τουρκικά! Σύμφωνα με το στρατιωτικό τυπικό, ο Εσάτ μετά την παράδοση των Ιωαννίνων έδωσε το ξίφος του στον Κωνσταντίνο. Αυτός, λόγω της φιλίας που τον συνέδεε με τον Εσάτ, αλλά και ως αναγνώριση της αξίας του δεν το δέχτηκε. Ο Εσάτ, το έστειλε αργότερα στον θαυμαστή του, Θεόδωρο Πάγκαλο. Το ξίφος του Εσάτ βρίσκεται σήμερα σε περίοπτη θέση, σε έκθεση κειμηλίων του Ηπειρωτικού Αγώνα, στο Ιτς Καλέ (την ακρόπολη) του κάστρου των Ιωαννίνων. Δωρήθηκε από τους απογόνους του Θ.Πάγκαλου το 2015.
Ο Εσάτ πασάς με τον Μουσταφά Κεμάλ. στα Δαρδανέλια, το 1915
ΥΓ. Ο Εσάτ πασάς (Mehmet Esat Bulkat, το όνομα του μετά τον νομό του Κεμάλ με τον οποίο όλοι οι Τούρκοι πρέπει να αποκτήσουν ονοματεπώνυμο), δεν πρέπει να συγχέεται με τον αλβανικής καταγωγής Εσάτ πασά Τοπκάνι (1863-1920).
Τα περισσότερα στοιχεία για τον Εσάτ, προέρχονται από το άρθρο του Αλέξανδρου Μωυσή, στην εφημερίδα «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ», στις 23/9/2023.
Για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, ενδεικτικά αναφέρουμε ως πηγή, την «Ιστορία του Ελληνικού Στρατού, 1833-1949», του Δρα Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτου, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ, 2014.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή