Η τραγωδία στο εργοστάσιο «Βιολάντα», με πέντε νεκρές εργάτριες, δεν ήταν ένα «ατυχές συμβάν». Ήταν ο πιο πρόσφατος κρίκος σε μια αλυσίδα θανάτων που μεγαλώνει επικίνδυνα στους χώρους εργασίας.
Εργάτες και εργάτριες του μεροκάματου, γυναίκες που επέλεξαν τη νυχτερινή βάρδια για να μπορούν να είναι το πρωί με τα παιδιά τους, άνθρωποι αόρατοι για το σύστημα, καταμετρώνται μόνο όταν χαθούν, ενώ τα γεγονότα προειδοποιούσαν καιρό πριν, αφού είναι κοινό μυστικό πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει απονευρώσει κάθε έλεγχο ουσιαστικό αφήνοντας ανεξέλεγκτους τους εργοδότες.
Το 2025 η Ελλάδα έσπασε ένα νέο, αρνητικό ρεκόρ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΟΣΕΤΕΕ (Ομοσπονδία Συλλόγων Εργαζομένων Τεχνικών Επιχειρήσεων Ελλάδος ) καταγράφηκαν τουλάχιστον 201 νεκροί εργαζόμενοι και 332 πολύ σοβαροί τραυματισμοί.
Πρόκειται για τη χειρότερη καταγραφή των τελευταίων 20 ετών, μια στατιστική που αποτυπώνει με ωμό τρόπο αυτό που οι εργαζόμενοι γνωρίζουν από πρώτο χέρι: η εργασία γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη.
Μόνο στο πρώτο τρίμηνο του 2025, 51 άνθρωποι δεν γύρισαν ποτέ στο σπίτι τους από τη δουλειά τους. Το 2024 οι νεκροί ήταν 146, ενώ το 2023 έφτασαν τους 179, με 283 σοβαρά τραυματισμένους.
Οι αριθμοί προδίδουν μια επώδυνη «κανονικότητα» σε μια χώρα που μιλά διαρκώς για «ανάπτυξη» και «επιστροφή στην κανονικότητα» χρεώνοντάς της θετικό πρόσημο.
Πίσω από τα νούμερα κρύβεται και ένα δεύτερο, εξίσου ανησυχητικό φαινόμενο, η υποκαταγραφή.
Πολλά εργατικά ατυχήματα δεν δηλώνονται ποτέ, είτε γιατί βαφτίζονται «παθολογικά περιστατικά», είτε γιατί οι εργαζόμενοι φοβούνται ότι θα χάσουν τη δουλειά τους αν τα δηλώσουν ως εργατικά ατυχήματα, είτε γιατί πρόκειται για αδήλωτη ή επισφαλή εργασία. Έτσι, η πραγματική έκταση του προβλήματος παραμένει συχνά αόρατη.
Να σημειώσουμε εδώ, πως όσο η κα Κεραμέως καμάρωνε που η χώρα μας βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις σε σχέση με τα εργατικά δυστυχήματα, εκπρόσωποι εργαζόμενων της υπενθύμιζαν πως δεν καταγράφονται τα εργατικά ατυχήματα και δυστυχήματα έως τέτοια. Τρανό παράδειγμα ο θάνατος του τεχνικού ήχου σε δυστύχημα μετά από υπερεργασία που καταγράφηκε ως τροχαίο.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση σε κλάδους υψηλού κινδύνου. Οι διανομείς, για παράδειγμα, μετρούν ήδη επτά νεκρούς, δουλεύοντας σε συνθήκες πίεσης χρόνου, χωρίς επαρκή μέσα προστασίας, συχνά με ελαστικές ή «γκρίζες» εργασιακές σχέσεις. Αντίστοιχα, η βιομηχανία, οι κατασκευές και η αγροτική εργασία συνεχίζουν να συγκαταλέγονται στους πιο θανατηφόρους χώρους εργασίας.
Οι συνέπειες δεν σταματούν στους θανάτους. Υπάρχουν και οι 332 πολύ σοβαροί τραυματισμοί εργατών του 2025. Τι σημαίνει αυτό; Άνθρωποι ακρωτηριασμένοι, με μόνιμες αναπηρίες, πολίτες που δεν θα μπορέσουν ποτέ να επιστρέψουν στην εργασία τους. Οικογένειες που καλούνται να επιβιώσουν χωρίς εισόδημα, χωρίς επαρκή στήριξη, σε ένα κράτος που συχνά περιορίζεται σε τυπικές ανακοινώσεις συλλυπητηρίων.
Την ίδια στιγμή, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί βρίσκονται σε κατάσταση αποσύνθεσης. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, σε όλη τη χώρα υπηρετούν μόλις 243 επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας. Σε κάθε έναν από αυτούς αναλογούν κατά μέσο όρο 1.434 επιχειρήσεις και σχεδόν 10.000 εργαζόμενοι. Είναι προφανές ότι με τέτοιες αναλογίες, οι ουσιαστικοί έλεγχοι είναι πρακτικά αδύνατοι.
«Στην Ελλάδα του 2025 έχουμε γίνει πρωταθλητές στα εργατικά ατυχήματα», είχε επισημάνει τον περασμένο Νοέμβριο σε σχετική εκδήλωση του στο ευρωκοινοβούλιο, ο αντιπρόεδρος της Left και επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Κώστας Αρβανίτης. Έθεσε μάλιστα ένα ερώτημα που συμπυκνώνει το πρόβλημα: «Πόσο κοστίζει η ανθρώπινη ζωή σήμερα; Όσο μια υπερωρία; Όσο ένα πρόστιμο που δεν επιβάλλεται ποτέ;». Για τον ίδιο, η απάντηση είναι σαφής: για την κυβέρνηση, η ανθρώπινη ζωή φαίνεται να κοστίζει λιγότερο από την ενίσχυση των ελέγχων και των θεσμών προστασίας.
Αντί για ουσιαστικούς ελέγχους, συλλογικές διαπραγματεύσεις και ενίσχυση της Επιθεώρησης Εργασίας με τη συμμετοχή των συνδικάτων, η χώρα βιώνει την κανονικοποίηση της ανασφάλιστης εργασίας, της υπερεργασίας χωρίς αμοιβή και των εξαντλητικών ωραρίων. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η επιστροφή συνταξιούχων στην εργασία λόγω του αυξημένου κόστους ζωής.
Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Ελλάδα οι αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία γίνονται ερήμην των εργαζομένων. Οι αναθεωρήσεις μαθαίνονται από δηλώσεις υπουργών ή απαντήσεις στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, χωρίς ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο.
Ο στόχος του «Vision Zero» – μηδενικά εργατικά ατυχήματα – παραμένει γράμμα κενό παρά το ότι για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ασφάλεια και η υγεία στην εργασία αποτελούν θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και νομική υποχρέωση των εργοδοτών. Στην Ελλάδα, η εργασία εξακολουθεί να γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη, ανθυγιεινή και αναξιοπρεπής.
Η τραγωδία της «Βιολάντα» δεν είναι μια εξαίρεση. Είναι προειδοποίηση. Και όσο αυτή η προειδοποίηση αγνοείται, ο κατάλογος των νεκρών θα μεγαλώνει μέχρι το επόμενο δυστύχημα να μας θυμίσει ξανά ότι η ανθρώπινη ζωή δεν είναι κόστος, αλλά δικαίωμα. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης ζήτησαν διερεύνηση των αιτιών, λογοδοσία και μέτρα για να μην χάνει κανένας και καμία τη ζωή της στην εργασία.
Η κυβέρνηση ακύρωσε όλες τις προγραμματισμένες εκδηλώσεις της για την Τετάρτη ως ένδειξη πένθους για τα θύματα της «Βιολάντας». Αυτή η κίνηση δεν θα έχει καμία απολύτως σημασία αν το μήνυμα που έφτασε στο Μέγαρο Μαξίμου, αγνοηθεί όπως τόσα άλλα που αφορούν τις ζωές των πολιτών.
