Όπως συμβαίνει πάντα, κυρίως στις πρώτες ώρες ενός πολέμου, οι πληροφορίες είναι αντιφατικές. Διότι παράλληλα με τις εξελίξεις στα πεδία των μαχών, ή/και τους βομβαρδισμούς, διεξάγεται και συχνά προηγείται ένας άλλος πόλεμος στο πεδίο της ενημέρωσης, ή καλύτερα της παραπληροφόρησης, της προπαγάνδας.
«Θα καταστρέψουμε τους πυραύλους του Ιράν», «θα εξαλείψουμε το πολεμικό ναυτικό τους», οι ΗΠΑ «θα διασφαλίσουν ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικό όπλο» διαβεβαίωσε, μέσω βίντεο στα social media, ο Ντόναλντ Τραμπ.
Και απευθυνόμενος στον ιρανικό λαό, υποστήριξε ότι «η ώρα της ελευθερίας σας έχει φτάσει… όταν τελειώσουμε, αναλάβετε την κυβέρνησής σας». Τόσο απλά!!
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, σε διάγγελμά του, δήλωσε ότι «ήρθε η ώρα» οι Ιρανοί «να αποτινάξουν τον ζυγό της τυραννίας».
Η προπαγάνδα, στην προκειμένη περίπτωση Τραμπ και Νετανιάχου, στοχεύει κυρίως στο θυμικό, στο συναίσθημα και στην πίστη. Και στηρίζεται στην άγνοια και σε συμβολισμούς, στερεότυπα και αξίες αποδεκτές από την πλειοψηφία των ανθρώπων, καθώς και απλές ιδέες εύκολα αναγνωρίσιμες:
Την υπεράσπιση της ειρήνης και του έθνους (από τον «Άξονα του Κακού»), τη διεύρυνση της δημοκρατίας (να πέσει το καθεστώς των μουλάδων), τον αγώνα κατά του αυταρχισμού και του επεκτατισμού του εχθρού, δηλαδή την εξωτερική απειλή (από τρομοκρατικές επιθέσεις), την παγκόσμια (αν)ασφάλεια (κυρίως της Δύσης), την επιβίωση.
Η απάντηση που πρέπει να δοθεί, όταν διακυβεύονται αυτές οι αξίες, σύμφωνα με τους μηχανισμούς προπαγάνδας, οι οποίοι υποστηρίζονται από οικονομικά συμφέροντα, λόμπι και μερίδα πολιτών, που ιδεολογικά θεωρούν εχθρό όποιον δεν συμφωνεί μαζί τους, είναι η προσφυγή στην ένοπλη βία.
Σε αυτό το υπόβαθρο οικοδομείται το μήνυμα του πολέμου.
«Εμείς δεν θέλουμε τον πόλεμο, αλλά υποχρεωνόμαστε να τον διεξαγάγουμε», «ο εχθρός φταίει και είναι ο μόνος υπεύθυνος για την κήρυξη πολέμου», «εμείς αμυνόμαστε και υπερασπιζόμαστε πανανθρώπινες αξίες», «πολεμούμε για έναν ιερό σκοπό», για «να υπερασπιστούμε τα εθνικά συμφέροντα», για να «ζούμε σ’ έναν ασφαλή κόσμο» είναι ορισμένα στερεότυπα της προπαγάνδας.
Από την άλλη, ο αντίπαλος δαιμονοποιείται, αφού εξ΄ορισμού θεωρείται ότι είναι «βάρβαρος», «υποχθόνιος», ή ότι «παραβιάζει τους κανόνες του πολέμου». «Οι πράξεις των δικών μας είναι ηρωικές», «ο εχθρός χρησιμοποιεί όπλα μαζικής καταστροφής», «οι απώλειες στις τάξεις του εχθρού είναι τεράστιες, σ’ εμάς είναι ελάχιστες», «ο θεός είναι μαζί μας», «ο πνευματικός κόσμος μας στηρίζει».
Δεν υπήρξε πόλεμος στον οποίο οι αντιμαχόμενες πλευρές δεν χρησιμοποίησαν αυτά τα στερεότυπα, όπως έγινε σαφές ήδη από τον Α’ και στη συνέχεια στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ επιχειρούν αφενός να πείσουν τη διεθνή κοινή γνώμη ότι έχουν δίκιο και αφετέρου να εξουδετερώσουν τα δίκτυα πληροφόρησης του αντίπαλου, του Ιράν.
Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι το καθεστώς των μουλάδων, ο «Άξονας του Κακού», έχει επανεκκινήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα και διαθέτει επαρκές εμπλουτισμένο υλικό για κατασκευή πυρηνικής βόμβας «μέσα σε λίγες ημέρες». Και επίσης ότι αναπτύσσει διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους ικανούς να πλήξουν σύντομα τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τόσο απλά, τόσο αυταπόδεικτα, αλλά και εξίσου αναμενόμενα, αφού «η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά ως τραγωδία και τη δεύτερη ως φάρσα» για να θυμηθούμε ό,τι είχε σημειώσει ο Μαρξ -πού τον θυμήθηκα τώρα- στο έργο του «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη».
Και διερωτάται κανείς εάν οι συνομιλίες της Ουάσιγκτον με την Τεχεράνη για το πυρηνικό της πρόγραμμα ήταν «απλώς ένα πρόσχημα», όπως δήλωσε ο αναπληρωτής πρόεδρος του Ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ.
Εάν, όπως όλα δείχνουν, έγιναν περισσότερο για το θεαθήναι.
Ή μήπως (δεν) εξαντλήθηκαν όλα τα περιθώρια για την εξεύρεση μιας λύσης δια της διπλωματικής οδού;
Πέραν τούτου ο «ειρηνοποιός» Τραμπ και ο εγκληματίας πολέμου Νετανιάχου κάνουν ό,τι δεν θυμούνται τι συνέβη στο Αφγανιστάν το 2001 και κυρίως στο Ιράκ το 2003. Καμία ειρήνη δεν έφερε η κατάληψη της Καμπούλ και της Βαγδάτης από τις αμερικανικές δυνάμεις. Καμία δημοκρατία δεν επικράτησε με την απομάκρυνση αυταρχικών, ανελεύθερων καθεστώτων από τις δύο χώρες.
Αντιθέτως, Αφγανιστάν και Ιράκ βυθίστηκαν για πολλά χρόνια στο χάος. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ακόμη περισσότεροι πήραν -και εξακολουθούν να παίρνουν- τους δρόμους της προσφυγιάς, η τρομοκρατία του ISIS χτύπησε Μέση Ανατολή και Δύση, τα εγκλήματα πολέμου συνεχίστηκαν (θυμηθείτε τι συνέβη στις φυλακές Αμπού Γκράϊμπ) και το κυριότερο σύντομα αποδείχθηκε ότι ούτε οι Ταλιμπάν είχαν σχέση με τον Μπιν Λάντεν, ούτε ο Σαντάμ διέθετε όπλα μαζικής καταστροφής, όπως ισχυριζόταν ο Τζορτζ Μπους τζούνιορ.
Δαπανήθηκαν δισεκατομμύρια δολάρια, η αμερικανική οικονομία «γονάτισε», αλλά στην Ουάσιγκτον, εκεί στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, άργησαν να καταλάβουν ότι η δημοκρατία δεν εξάγεται.
Απλώς αποδείχθηκε ότι οι μόνοι κερδισμένοι ήταν εταιρίες πολέμου, ανοικοδόμησης και εξόρυξης υδρογονανθράκων.
Ενδεχομένως για αυτό το λόγο, ή γιατί ο Τραμπ βρίσκεται σε σύγκρουση με μεγάλους ειδησεογραφικούς οργανισμούς πριν ακόμη εγκατασταθεί στον Λευκό Οίκο, ή ακόμη γιατί μια μειοψηφία της αμερικανικής κοινής γνώμης (30%) στηρίζει την επέμβαση στο Ιράν (το 2003 περίπου το 70% στήριζε την επέμβαση στο Ιράκ), παρατηρείται μια αλλαγή στην κάλυψη του πολέμου.
Ενώ στο παρελθόν για τις ελίτ, τα κυρίαρχα (mainstream) Μέσα ήταν το εργαλείο, το όχημα της προπαγάνδας που αναπαρήγαγε φήμες και στερεότυπα, ενώ κυριαρχούσε η «συσπείρωση γύρω από τη σημαία», το γνωστό rally ‘round the flag, σήμερα η εικόνα φαίνεται να αλλάζει. Μια διαφοροποίηση που καταγράφηκε και στην κάλυψη της επίθεσης του Ισραήλ εναντίον του Ιράν στις 13 Ιουνίου του 2025.
Διεθνή και αμερικανικά Μέσα έχουν μια αμερόληπτη στάση. Ενδεικτικό είναι ότι εκτός από το Al Jazeera και το βρετανικό Reuters, που συνήθως «κρατούν τις αποστάσεις» και οι New York Times σήμερα, σε εκτενές άρθρο τους, σημειώνουν με έμφαση ότι τίποτε από αυτά που ισχυρίζεται ο Τραμπ δεν ισχύει. Άλλωστε, και ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών είχε δηλώσει ότι η Τεχεράνη βρίσκεται μακριά από το ενδεχόμενο κατασκευής πυρηνικής βόμβας.
To CNN επίσης δίνει έμφαση στις αντιδράσεις Δημοκρατικών γερουσιαστών που κατηγορούν τον Τραμπ για παραβίαση του Συντάγματος. Για αυτό ζητούν από τη Γερουσία να εγκρίνει ψήφισμα που θα περιορίζει τις εξουσίες του προέδρου να προβαίνει σε επιπλέον στρατιωτικές δράσεις κατά του Ιράν χωρίς την έγκρισή της.
«Οργιάζουν», αντιθέτως, από την έναρξη της επίθεσης εναντίον του Ιράν οι πληροφορίες που διαδίδονται μέσω των social media. Εκατοντάδες είναι οι αναρτήσεις με μαρτυρίες Ιρανών που πανηγυρίζουν στους δρόμους της Τεχεράνης για τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς και την ενδεχόμενη επιστροφή του εξόριστου στις Ηνωμένες Πολιτείες γιου του σάχη, Ρεζά Παχλαβί. Ακόμη περισσότερα είναι τα σχόλια θριάμβου Ισραηλινών.
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία ιρανής εξόριστης που μου έστειλε μήνυμα για το τι της ανέφερε ο αδελφός της που ζει στην Τεχεράνη λίγη ώρα πριν πέσει το διαδίκτυο.
«Μου είπε ότι είναι όλοι σοκαρισμένοι για αυτό που ξεκίνησε το πρωί, μέσα στη μέρα. Έγιναν εκρήξεις, αλλά όπως και πριν, όλοι οι στόχοι ήταν απόλυτα ακριβείς. Χτυπήθηκε η κατοικία του προέδρου, αν και τελικά δεν ήταν ακριβώς η κατοικία του προέδρου, γιατί ο πρόεδρος κατά τη διάρκεια της ημέρας βρισκόταν σε σύσκεψη στην κατοικία του Ανώτατου Ηγέτη. Οπότε χτυπήθηκε εκείνο το μέρος.
Επίσης είπε ότι στο διεθνές αεροδρόμιο κάτι έγινε, ενώ ξεκίνησαν και κυβερνοεπιθέσεις και διαδικτυακό χάκινγκ.
Πολλά ραντάρ, τα ραντάρ της αντιαεροπορικής άμυνας, έχουν παραβιαστεί και απενεργοποιηθεί. Ακόμα και το δίκτυο της εθνικής τηλεόρασης έχει χακαριστεί και τέθηκε εκτός λειτουργίας. Η τηλεόραση δεν μπορεί να μεταδώσει το κανονικό της πρόγραμμα. Μεταδίδει μόνο μουσική τώρα. Οπότε κι αυτή είναι κατά κάποιον τρόπο απενεργοποιημένη.
Και παρ’ όλα αυτά, ο αδελφός μου είπε: «Να έβλεπες τη χαρά στα μάτια των ανθρώπων». Τους βλέπεις να οδηγούν, να παίζουν δυνατά μουσική, να φωνάζουν «ο Σάχης θα επιστρέψει» και «αυτή είναι η τελική μάχη», και όλοι γελούν και ζουν τη στιγμή».
Την ίδια ώρα, ωστόσο, διεθνή Μέσα μετέδιδαν εικόνες χιλιάδων ανθρώπων που έντρομοι με κάθε μέσο επιχειρούσαν να αποχωρήσουν από την ιρανική πρωτεύουσα και την είδηση για τον βομβαρδισμό ενός δημοτικού σχολείου θηλέων στην πόλη Μινάμπ. 40 μαθήτριες ανασύρθηκαν νεκρές και άλλες 48 τραυματίστηκαν, σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, γεγονός που δεν σχολιάστηκε από τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις που αναφέρουν μόνο ότι έπληξαν «εκατοντάδες ιρανικούς στρατιωτικούς στόχους».
Ακόμη κι αν υποθέσει κανείς ότι πρόκειται για δύο πραγματικότητες που συνυπάρχουν αυτές τις ώρες στην Τεχεράνη (άλλοι πανηγυρίζουν και άλλοι φεύγουν μακριά από τους βομβαρδισμούς), έχει σημασία ποιο είναι το στοιχείο που κυριαρχεί και πού εστιάζει την προσοχή του. Ποια είναι η αλήθεια και ποια η προπαγάνδα.
Υπενθυμίζω ότι λίγο μετά την κατάληψη της Βαγδάτης, το 2003, όλος ο κόσμος είδε βίντεο και φωτογραφίες Ιρακινών να πανηγυρίζουν σε πλατεία της ιρακινής πρωτεύουσας, όταν αποκαθήλωναν άγαλμα του Σαντάμ. Για να αποδειχθεί λίγες εβδομάδες αργότερα ότι οι Ιρακινοί αυτοί είχαν πληρωθεί από Αμερικανούς για να συμμετέχουν στο show.
Τώρα ξεκινά ένας νέος κύκλος βίας και… πόνου. Είμαστε μόνο στην αρχή και το Ιράν δεν είναι Ιράκ. Μετά τις πυραυλικές επιθέσεις, που σημειώθηκαν σε Ντουμπάι, Κουβέϊτ, Μπαχρέϊν και Ντόχα, ένα ερώτημα αιωρείται: ποιος θα σώσει τους Ιρανούς από τους μουλάδες; Ακόμη κι αν πετύχει η στρατιωτική επιχείρηση των Αμερικανών, πολιτικά δεν διαφαίνεται εναλλακτική λύση. Και ποιος θα μας σώσει από τους «σωτήρες», τους σύγχρονους Νέρωνες, που οδηγούν σε ανάφλεξη όλη τη Μέση Ανατολή;
*Ο Παύλος Νεράντζης είναι δημοσιογράφος και παραγωγός ντοκιμαντέρ, διδάκτωρ του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ και συγγραφέας του βιβλίου «Η Αλήθεια βομβαρδίζεται. Τα ΜΜΕ και ο Πόλεμος με το βλέμμα ενός πολεμικού ανταποκριτή. Από τον 19ο έως τον 21ο αιώνα», εκδ. Παπαζήση.
