Στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι που συντηρούν οικογένεια καλούνται πλέον να καλύψουν κόστος στέγασης που έχει φτάσει σε επίπεδα ευρωπαϊκών πρωτευουσών, με εισοδήματα που παραμένουν στάσιμα και δεν ακολουθούν την άνοδο των τιμών. Η ακρίβεια και η λειτουργία της αγοράς ακινήτων με τους δικούς της όρους έχουν οδηγήσει σε μια νέα πραγματικότητα, όπου η κατοικία απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος. Το αποτέλεσμα; Ένα μέσο ενοίκιο σήμερα φτάνει να αντιστοιχεί σχεδόν στο σύνολο των αποδοχών ενός μέσου μισθωτού.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται καθαρά στα στοιχεία της μελέτης του ΚΕΦΙΜ, που βασίζεται σε δεδομένα της Eurostat. Το 2024, το μέσο μηνιαίο ενοίκιο στην Αθήνα διαμορφωνόταν στα 1.050 ευρώ για ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου και στα 1.400 ευρώ για δύο υπνοδωμάτια, επίπεδα που βρίσκονται πολύ κοντά στον μέσο όρο των ευρωπαϊκών πρωτευουσών (1.120 ευρώ και 1.514 ευρώ αντίστοιχα). Για μεγαλύτερες κατοικίες, οι τιμές αυξάνονται ακόμη περισσότερο, φτάνοντας τα 2.100 ευρώ για τρία υπνοδωμάτια, τα 2.300 ευρώ για μεζονέτες και έως 3.050 ευρώ για μονοκατοικίες. Ο μέσος όρος στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες; Στα 1.120 ευρώ για ένα υπνοδωμάτιο, 1.514 ευρώ για δύο, 2.056 ευρώ για τρία, 2.342 ευρώ για μεζονέτες και 3.115 ευρώ για μονοκατοικίες.
Ωστόσο, η πραγματική επιβάρυνση προκύπτει όταν οι τιμές αυτές συγκριθούν με τα εισοδήματα: με έναν μέσο μισθό περίπου στα 1.496 ευρώ, ένα μικρό διαμέρισμα απορροφά το 70,2% του μηνιαίου εισοδήματος, ενώ για ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων η αναλογία εκτοξεύεται στο 93,6%. Αντίθετα, στον μέσο όρο των ευρωπαϊκών πρωτευουσών τα αντίστοιχα ποσοστά παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα, περίπου στο 33,8% και 45,6%.
Ο δε «μύθος» ότι οι αυξήσεις στα ενοίκια ακολουθούν απλώς τον γενικό πληθωρισμό έχει πλέον καταρριφθεί! Η πορεία των τελευταίων ετών, σύμφωνα με τη μελέτη του ΚΕΦΙΜ, δείχνει ότι τα ενοίκια κινούνται με δικούς τους, ταχύτερους ρυθμούς! Φτάνουν το 5% έως 10% ετησίως, την ώρα που ο ισοσταθμιστήκαμε πληθωρισμός διαμορφώνεται κοντά στο 3%.
Στο εύλογο ερώτημα πώς γίνεται οι οικογένειες να δίνουν σχεδόν έναν ολόκληρο μισθό για το ενοίκιο και παρ’ όλα αυτά να τα βγάζουν πέρα, η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στα στοιχεία των μελετών, αλλά κυρίως στην καθημερινότητα. Στην πράξη, τα νοικοκυριά προσαρμόζονται: είτε ένας εργαζόμενος καλείται να στηρίξει την οικογένεια με δύο εισοδήματα μέσω πρόσθετης εργασίας, είτε εργάζονται και οι δύο σύζυγοι ώστε να καλύψουν τα βασικά έξοδα της στέγης.
Η Ελλάδα καταγράφει από τις υψηλότερες αυξήσεις ενοικίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν ο μέσος όρος κινείται σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα. Σύμφωνα με το ΚΕΦΙΜ, το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε τη δεύτερη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση ενοικίων στην ΕΕ, με ρυθμό +10,1%, πίσω μόνο από την Κροατία (+17,6%). Ακολουθούν η Ουγγαρία (+9,8%), η Βουλγαρία (+9,6%) και η Ρουμανία (+8,2%), ενώ στον αντίποδα οι χαμηλότερες αυξήσεις καταγράφηκαν σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία και η Φινλανδία.
Η Αθήνα πλέον δεν έχει απλώς ακριβύνει, αλλά τοποθετείται δίπλα σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όπου οι μισθοί είναι πολύ υψηλότεροι, όπως η Μαδρίτη, όπου οι τιμές φτάνουν τα 1.700 ευρώ, η Ρώμη στα 1.650 ευρώ και η Βιέννη κοντά στα 1.600 ευρώ. Βεβαίως, υπάρχουν και ακριβότερες αγορές, όπως το Παρίσι με περίπου 2.500 ευρώ, το Δουβλίνο που ξεπερνά τα 2.600 ευρώ ή πόλεις του Βορρά, όπως η Κοπεγχάγη και η Στοκχόλμη, όπου τα ενοίκια κινούνται ακόμη υψηλότερα. Ωστόσο, η διαφορά αυτή δεν είναι πλέον τόσο μεγάλη όσο στο παρελθόν, ιδίως αν ληφθεί υπόψη το επίπεδο των εισοδημάτων σε αυτές τις χώρες.
Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η εικόνα των μελετών δεν ταυτίζεται πάντα με την καθημερινότητα της αγοράς, χωρίς όμως να αλλάζει η ουσία του προβλήματος που αναδεικνύουν ορθά. Στην πράξη, ένα «μέσο» διαμέρισμα 80–90 τετραγωνικών στην Αθήνα νοικιάζεται κυρίως μεταξύ 850 και 1.100 ευρώ. Οι υψηλότερες τιμές που καταγράφονται στα στοιχεία προέρχονται κυρίως από ανακαινισμένα ή νεότερα ακίνητα, δηλαδή από το τμήμα της αγοράς όπου συγκεντρώνεται και ο μεγαλύτερος όγκος συναλλαγών.
Κλείσιμο
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στον τρόπο υπολογισμού του μισθού που χρησιμοποιεί η μελέτη, αλλά και συνολικά η ευρωπαϊκή σύγκριση. Τα στοιχεία της Eurostat βασίζονται στον μέσο ετήσιο μισθό πλήρους απασχόλησης, ο οποίος μετατρέπεται σε μηνιαίο με διαίρεση διά του 12 και αφορά μεικτές αποδοχές. Στην ελληνική πραγματικότητα, όμως, οι εργαζόμενοι αμείβονται με 14 μισθούς και λαμβάνουν καθαρό ποσό χαμηλότερο από αυτό που εμφανίζεται στα στοιχεία. Ακόμα και έτσι, όμως, τα ποσοστά του προβλήματος δεν αλλάζουν σημαντικά.
Η εξέλιξη των τιμών κατοικιών στην Ελλάδα τα τελευταία 25 χρόνια αποτυπώνει έναν πλήρη κύκλο ανόδου, κατάρρευσης και εκ νέου εκρηκτικής ανόδου. Με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι τιμές σχεδόν διπλασιάστηκαν την περίοδο 2000–2007, τροφοδοτούμενες από την πιστωτική επέκταση και τα χαμηλά επιτόκια της εποχής, για να ακολουθήσει η βαθύτερη πτώση στην Ευρώπη, με απώλειες σχεδόν 44% έως το 2017, μέσα στη δεκαετία της κρίσης. Από το 2018 και μετά, η αγορά γύρισε ξανά ανοδικά, αυτή τη φορά με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς: στην Αθήνα οι τιμές αυξήθηκαν κατά περίπου 95% έως το 2025, ξεπερνώντας πλέον τα προ κρίσης επίπεδα.
Έως και το 94% του μισθού στο ενοίκιο – Αυξήσεις έως 10% με πληθωρισμό στο 3% και αποδοχές καθηλωμένες – Τι δείχνει η μελέτη του ΚΕΦΙΜ και πώς τα βγάζει πέρα μια οικογένεια
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
