Το μισθολογικό χάσμα που υπάρχει μεταξύ των δύο φύλων είναι γνωστό. Ωστόσο, το πρόβλημα φαίνεται πως γίνεται εντονότερο όταν αναφερόμαστε στις συντάξεις, όπου το χάσμα γίνεται υπερδιπλάσιο, με ειδικούς να επισημαίνουν πως παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτή την κατάσταση, όπως οι διαφορές στις ώρες εργασίας και στα έτη συνεισφοράς (ασφάλισης), οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στους ρόλους των φύλων στην κοινωνία.

Κατά μέσο όρο, οι γυναίκες συνταξιούχοι στην ΕΕ λαμβάνουν 24,5 % λιγότερο από τους άνδρες, ποσό που υπερβαίνει το διπλάσιο του μισθολογικού χάσματος, το οποίο ανέρχεται στο 11,1%, σύμφωνα με στοιχεία του Euronews.

Σύμφωνα με την Eurostat, το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων κυμαίνεται από -0,8% στο Λουξεμβούργο έως 18,8% στην Εσθονία, μεταξύ 30 ευρωπαϊκών χωρών το 2024.

Εκτός από αυτές τις δύο, το Βέλγιο (0,7%), η Ρουμανία (3,7%) και η Πολωνία (4%) παρουσιάζουν το χαμηλότερο χάσμα, ενώ η Τσεχία (18,5%), η Αυστρία (17,6%) και η Ουγγαρία (16,9%) παρουσιάζουν το υψηλότερο.

Το χάσμα ανέρχεται επίσης σε 15,6% στη Γερμανία, 13,3% στο Ηνωμένο Βασίλειο, 11,8% στη Γαλλία, 7,3% στην Ισπανία και 5,3% στην Ιταλία, με την Ελλάδα να παρουσιάζει χάσμα της τάξης των 13,4%.

Μόνο στο Λουξεμβούργο το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων είναι υπέρ των γυναικών, στο -0,8%, πράγμα που σημαίνει ότι οι γυναίκες κερδίζουν περισσότερα από τους άνδρες.

Στις σκανδιναβικές χώρες, το χάσμα αυτό βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. «Δεν οφείλεται απαραίτητα στα χαρακτηριστικά του συνταξιοδοτικού συστήματος στις σκανδιναβικές χώρες, αλλά και στην καλύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας παιδιών και στους διαφορετικούς ρόλους των φύλων, που οδηγούν σε πιο ισότιμη κατανομή των εργασιών φροντίδας», δήλωσε η καθηγήτρια Alexandra Niessen-Ruenzi από το Πανεπιστήμιο του Μάνχαϊμ στο Euronews Business.

Η Niessen-Ruenzi επισήμανε ότι οι δύο δείκτες αποτυπώνουν διαφορετικά στοιχεία. Το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων υπολογίζεται συνήθως με βάση τα ωρομίσθια.

«Το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των φύλων, αντίθετα, αντανακλά τα συνολικά εισοδήματα κατά τη διάρκεια της ζωής και το ιστορικό των εισφορών. Επομένως, αποτυπώνει όχι μόνο τις διαφορές στην ωρομίσθια αμοιβή, αλλά και τις διαφορές στον όγκο της απασχόλησης, τις διακοπές στην επαγγελματική σταδιοδρομία και τον αριθμό των ετών που αφιερώθηκαν σε αμειβόμενη εργασία», δήλωσε στο Euronews Business.

Η Δρ. Ariane Agunsoye από το Goldsmiths, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, υπογράμμισε ότι το χάσμα στις συντάξεις μεταξύ των φύλων είναι συνήθως πολύ μεγαλύτερο από το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων, καθώς οι συντάξεις αντανακλούν τη συσσώρευση της ανισότητας καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής ζωής.

«Μικρές διαφορές στα εισοδήματα, στις ώρες εργασίας, στις διακοπές της επαγγελματικής σταδιοδρομίας, στις ευθύνες φροντίδας, στα πρότυπα αποταμίευσης και στις επενδυτικές αποφάσεις συσσωρεύονται επί δεκαετίες και στη συνέχεια γίνονται πιο εμφανείς κατά τη συνταξιοδότηση», πρόσθεσε.

Το χάσμα στις συντάξεις μεταξύ των φύλων κυμαίνεται από 5,6% στην Εσθονία έως 38,2% στη Μάλτα. Ξεπερνά το 30% σε αρκετές χώρες, μεταξύ των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο (37%), οι Κάτω Χώρες (36,3%), η Αυστρία (35,6%), το Λουξεμβούργο (32,7%), το Βέλγιο (31,3%) και η Ιρλανδία (31,1%).

Μεταξύ των πέντε μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρώπης, το έμφυλο χάσμα στις συντάξεις υπερβαίνει τον μέσο όρο της ΕΕ, που είναι 24,5%, σε όλες τις περιπτώσεις. Το Ηνωμένο Βασίλειο (37%) προηγείται με κάποια διαφορά, ακολουθούμενο από την Ισπανία (29,2%) και την Ιταλία (28,6%). Η Γαλλία (27,2%) και η Γερμανία (25,8%) βρίσκονται ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η Ελλάδα σημειώνει 23,8%.

Η καθηγήτρια Iris Kesternich από το Πανεπιστήμιο του Αμβούργου απέδωσε το χάσμα στις συντάξεις μεταξύ των φύλων σε τρεις παράγοντες: τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των φύλων, τις διαφορές στις ώρες εργασίας σε ολόκληρη την Ευρώπη —καθώς οι γυναίκες εργάζονται με μερική απασχόληση πολύ πιο συχνά από τους άνδρες— και τις διαφορές στα έτη συνεισφοράς, λόγω του ότι οι γυναίκες αποχωρούν από την αγορά εργασίας περίπου την περίοδο που αποκτούν παιδιά, τουλάχιστον για μερικά χρόνια.

Ο καθηγητής Λίαμ Φόστερ από το Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ τόνισε επίσης ότι τα χαρακτηριστικά που προκαλούν το μισθολογικό χάσμα δεν μεταφέρονται απλώς στη συνταξιοδότηση, αλλά επιδεινώνονται και πολλαπλασιάζονται με την πάροδο του χρόνου.

Χώρες όπου η τάση αντιστρέφεται και πού το πρόβλημα είναι πιο έντονο

Το μέσο χάσμα στις συντάξεις μεταξύ των φύλων είναι χαμηλότερο από το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων μόνο σε τέσσερις χώρες.

Πρόκειται για την Εσθονία (5,6% έναντι 18,8%), τη Σλοβακία (8,4% έναντι 15,7%), την Τσεχία (9,6% έναντι 16,9%) και την Ουγγαρία (9,6% έναντι 16,9%).

«Στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι γυναίκες συνήθως επιστρέφουν γρήγορα στην εργασία τους μετά τον τοκετό», δήλωσε η Niessen-Ruenzi.

Το Λουξεμβούργο καταγράφει τη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του χάσματος στις συντάξεις μεταξύ των φύλων και του μισθολογικού χάσματος μεταξύ των φύλων, η οποία ανέρχεται σε 33,5 ποσοστιαίες μονάδες (pp).

Η Μάλτα (33,5 pp), το Βέλγιο (30,6), οι Κάτω Χώρες (25,1) και το Ηνωμένο Βασίλειο (23,7) συμπληρώνουν την πρώτη πεντάδα.

Στην Ιταλία (23,3), την Ιρλανδία (22,8), την Ισπανία (21,9), την Αυστρία (18), την Κύπρο (17,2), την Πορτογαλία (16,2), τη Γαλλία (15,4) και τη Ρουμανία (15,2), η διαφορά υπερβαίνει επίσης τα 15 εκατοστιαία σημεία.

Η Γερμανία (10,2) παρουσιάζει τη μικρότερη διαφορά μεταξύ των πέντε μεγαλύτερων οικονομιών, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο υψηλότερο μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων (15,6%) σε σύγκριση με τις άλλες χώρες.

Η Δρ Gabriele Mari από το Πανεπιστήμιο Erasmus του Ρότερνταμ επισήμανε στο Euronews ότι εξακολουθούν να υφίστανται μεγάλα χάσματα μεταξύ των φύλων όσον αφορά τα συνολικά εισοδήματα κατά τη διάρκεια της ζωής. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να επωμίζονται το βάρος της φροντίδας των παιδιών και των εξαρτώμενων ατόμων καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους.

«Ενώ παρέχουν περισσότερη μη αμειβόμενη εργασία, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν περιόδους απομάκρυνσης από την αμειβόμενη εργασία που συνεπάγονται υψηλό κόστος ή απασχόληση με χαμηλό μισθό, είτε με μερική απασχόληση είτε σε υποτιμημένα επαγγέλματα. Όλα αυτά τα στοιχεία συμβάλλουν καθοριστικά στη μείωση των συντάξεών τους στο μέλλον», δήλωσε επίσης.