Επιδείνωση παρουσίασε η εικόνα της ελληνικής αγοράς εργασίας κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, καθώς καταγράφηκε άνοδος της ανεργίας και ταυτόχρονα μείωση της απασχόλησης σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο. Ads Το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 10,6%, αυξημένο από το 8,3% του τελευταίου τριμήνου του 2025 και ελαφρώς υψηλότερο από το 10,4% που είχε καταγραφεί την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Ads Ο αριθμός των ανέργων έφτασε τους 508.401, παρουσιάζοντας σημαντική αύξηση κατά 28,7% σε τριμηνιαία βάση και 4,2% σε ετήσια. Ads Την ίδια ώρα, οι απασχολούμενοι ανήλθαν σε 4,27 εκατομμύρια άτομα. Αν και σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2025 καταγράφεται άνοδος 1,3%, σε σύγκριση με το τελευταίο τρίμηνο του περασμένου έτους σημειώθηκε πτώση 1,8%, γεγονός που αποτυπώνει τη δυσμενέστερη εικόνα που επικράτησε στις αρχές του 2026. Ads Οι γυναίκες εξακολουθούν να πλήττονται περισσότερο από την ανεργία, με το σχετικό ποσοστό να φτάνει το 13,9%, έναντι 7,9% για τους άνδρες.
Ιδιαίτερα υψηλά παραμένουν τα ποσοστά και στις νεότερες ηλικίες, καθώς η ανεργία αγγίζει το 35% στους νέους 15 έως 19 ετών και το 23,8% στην ηλικιακή ομάδα 20-24 ετών. Αντίθετα, οι χαμηλότερες επιδόσεις καταγράφονται στις ηλικίες άνω των 65 ετών και στους εργαζόμενους 45 έως 64 ετών.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, τη δυσμενέστερη εικόνα εμφανίζει το Νότιο Αιγαίο, όπου η ανεργία εκτινάχθηκε στο 29,9%, ενώ ακολουθούν τα Ιόνια Νησιά με 23,6%.
Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά εντοπίζονται στο Βόρειο Αιγαίο με 6% και στη Στερεά Ελλάδα με 6,4%, ενώ η Αττική κινήθηκε κάτω από τον εθνικό μέσο όρο, καταγράφοντας ανεργία 8,1%.
Η μισθωτή εργασία εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική μορφή απασχόλησης στη χώρα, καθώς σχεδόν επτά στους δέκα εργαζόμενους απασχολούνται ως μισθωτοί.
Παράλληλα, η πλήρης απασχόληση κυριαρχεί με ποσοστό 94,8%, ενώ η μερική απασχόληση περιορίστηκε περαιτέρω στο 5,2%.
Μειωμένο εμφανίζεται και το ποσοστό των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, το οποίο διαμορφώθηκε στο 7,3% των μισθωτών.

Ως προς τα επαγγέλματα, οι μεγαλύτερες κατηγορίες παραμένουν οι επαγγελματίες, που αντιστοιχούν στο 23,3% του συνόλου των εργαζομένων, καθώς και οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες και το εμπόριο με ποσοστό 21,9%.
Σε ετήσια βάση, τη μεγαλύτερη αύξηση κατέγραψαν οι ανειδίκευτοι εργάτες και οι μικροεπαγγελματίες, ενώ η σημαντικότερη μείωση σημειώθηκε στους ειδικευμένους γεωργούς, κτηνοτρόφους και αλιείς, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα.
Από τα στοιχεία ανά κλάδο δραστηριότητας προκύπτει ότι το χονδρικό και λιανικό εμπόριο εξακολουθεί να αποτελεί τον μεγαλύτερο εργοδότη της ελληνικής οικονομίας, με 680.700 εργαζόμενους ή το 16% του συνόλου.
Ακολουθούν η μεταποίηση με 435.000 εργαζόμενους, η γεωργία με 382.000, η δημόσια διοίκηση με 359.000 και ο τουρισμός μαζί με την εστίαση, όπου απασχολούνται περισσότεροι από 332.000 εργαζόμενοι.
Ιδιαίτερα ανησυχητικά παραμένουν τα στοιχεία για τη μακροχρόνια ανεργία. Σχεδόν οι μισοί άνεργοι (49%) αναζητούν εργασία για διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους, γεγονός που αναδεικνύει τη δυσκολία επανένταξης σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού στην αγορά εργασίας.
Παράλληλα, η συχνότερη αιτία απώλειας εργασίας εξακολουθεί να είναι η λήξη συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή εποχικής απασχόλησης, η οποία αφορά το 41,3% των ανέργων, ενώ περίπου ένας στους πέντε δηλώνει ότι δεν έχει εργαστεί ποτέ στο παρελθόν.