Πότε ο υπερβολικός πλούτος γίνεται επιβλαβής για τις κοινωνίες που ζούμε; Ο Έλον Μασκ έγινε πρόσφατα ο πρώτος τρισεκατομμυριούχος στον πλανήτη, με την περίπτωσή του να ανοίγει προβληματισμούς γύρω από την υπερβολική συσσώρευση πλούτου, την ηθική και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Όταν οι οικονομολόγοι χρησιμοποιούσαν μέχρι πρότινος τέτοιους όρους, αναφέρονταν συνήθως στο ΑΕΠ των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου ή στη συνολική αξία των περιουσιών που επρόκειτο να κληρονομήσουν οι απόγονοι των σημερινών δισεκατομμυριούχων.

Πρόκειται για έναν όρο που σπάνια χρησιμοποιείται στην καθημερινή ζωή, πόσο μάλλον για να περιγράψει την περιουσία ενός μόνο ανθρώπου.

Μέχρι πρόσφατα, όταν γινόταν λόγος για τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου, οι περιουσίες τους υπολογίζονταν σε μερικές εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Πριν από τρία χρόνια, η συνολική περιουσία του Μασκ εκτιμάτο στα περίπου 250 δισεκατομμύρια δολάρια. Ο ρυθμός με τον οποίο αυξήθηκε προκαλεί ίλιγγο, όπως και όλα όσα συμβολίζει, σύμφωνα με ανάλυση της Guardian.

Ένα τρισεκατομμύριο δολάρια ισοδυναμεί με 1.000.000.000.000 δολάρια, δηλαδή έναν αριθμό με δώδεκα μηδενικά. Οι μακροοικονομολόγοι ίσως αντιλαμβάνονται πλήρως τη σημασία αυτού του μεγέθους, όμως οι περισσότεροι άνθρωποι δυσκολεύονται να το συλλάβουν. Τι μισθό θα έπρεπε να λαμβάνει κάποιος για να συγκεντρώσει μια τέτοια περιουσία; Με άλλα λόγια, στην περίπτωση του Μασκ, ποιο θα έπρεπε να είναι το ωρομίσθιό του για να αποκτήσει τρισεκατομμύριο δολάρια;

Η απάντηση είναι ότι ακόμη κι αν εργαζόταν 70 ώρες την εβδομάδα, από την ηλικία των 20 έως τα 75 του χρόνια, χωρίς να πάρει ούτε μία ημέρα άδεια, θα έπρεπε να αμείβεται με περίπου 5 εκατομμύρια δολάρια την ώρα. Το μέσο ωρομίσθιο στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι λίγο χαμηλότερο από τα 25 δολάρια.

Γιατί, όμως, αποτελεί πρόβλημα μια τόσο ακραία συγκέντρωση πλούτου; Ένας λόγος είναι η φορολογική δικαιοσύνη. Ο οικονομολόγος Γκάμπριελ Ζούκμαν έχει αποδείξει ότι οι δισεκατομμυριούχοι καταβάλλουν πολύ χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές από τους υπόλοιπους πολίτες. Αυτό συμβαίνει επειδή τα νομικά συστήματα παρέχουν πολυάριθμες δυνατότητες φοροαποφυγής, όπως η μεταφορά χρηματοοικονομικών ροών μεταξύ των χωρών όπου δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις τους, η αξιοποίηση νομικών «παραθύρων» ή η τοποθέτηση της περιουσίας τους σε φορολογικούς παραδείσους.

Για δεκαετίες, η νεοφιλελεύθερη οικονομική σκέψη μας προέτρεπε να αποδεχτούμε τη μείωση των φορολογικών συντελεστών για τους πλουσιότερους, με το επιχείρημα ότι τελικά ο πλούτος τους θα «διαχυθεί» προς τα κάτω στην κοινωνία. Η βασική ιδέα ήταν ότι όλοι ωφελούνται όταν οι πλούσιοι γίνονται δισεκατομμυριούχοι και πλέον τρισεκατομμυριούχοι. Ωστόσο, ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει πλέον αναγνωρίσει ότι αυτό δεν ισχύει. Πρόκειται για έναν ιδεολογικό μύθο, ο οποίος κουκουλώνει τη διεύρυνση των ανισοτήτων.

Ένα δεύτερο επιχείρημα. Δεν υπάρχει ουσιαστικός λόγος ένα άτομο να διαθέτει τόσο μεγάλο πλούτο, ενώ είναι εξοργιστικό το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν πρόωρα ή ζουν ζωές με ελάχιστες ευκαιρίες, επειδή οι πλουσιότεροι αποσπούν το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου που παράγονται συλλογικά από τις κοινωνίες. Μια πιο δίκαιη κατανομή του πλούτου στον κόσμο θα επέτρεπε στην ανθρωπότητα να αντιμετωπίσει κρίσιμες παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η κλιματική κρίση, ενώ το 99% του παγκόσμιου πληθυσμού θα ζούσε καλύτερα. Και οι πλουσιότεροι θα συνέχιζαν να απολαμβάνουν μια πολύ άνετη ζωή.

Η ακραία συγκέντρωση πλούτου επίσης αποδυναμώνει τις δημοκρατίες. Συνοδεύεται από τεράστιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις. Αυτές οι επιπτώσεις δημιουργούν κοινωνικά προβλήματα, ακόμη και οικονομική ζημιά, καθώς η δυσανάλογη εταιρική ισχύς μπορεί να καταστήσει την οικονομία λιγότερο δίκαιη και λιγότερο ανταγωνιστική.

Η εστίαση στα προβλήματα είναι ξένη προς την κυρίαρχη οικονομική σκέψη, η οποία βασίζεται στην παραδοχή ότι όσον αφορά τη συσσώρευση πλούτου, δεν υπάρχει όριο. Όμως χρειάζεται μια αλλαγή παραδείγματος στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τις αρνητικές συνέπειες.

Ως ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, ο Μασκ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των κινδύνων. Έκανε τη μεγαλύτερη δωρεά στην ιστορία για μια προεδρική εκστρατεία, ξοδεύοντας περίπου 290 εκατομμύρια δολάρια για την εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ το 2024. Στη συνέχεια χρησιμοποίησε αυτή την ισχύ και επιρροή για τη δημιουργία του «Υπουργείου Κυβερνητικής Αποδοτικότητας», προκαλώντας αναταράξεις στη δημόσια διοίκηση των ΗΠΑ.

Ο Μασκ συνέβαλε επίσης στη διάλυση της USAID, της υπηρεσίας που χρηματοδοτούσε και υλοποιούσε ένα ευρύ φάσμα ανθρωπιστικών και αναπτυξιακών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένων παρεμβάσεων για την αποτροπή λιμών. Επιστήμονες έχουν εκτιμήσει ότι λόγω του κλεισίματος της USAID, περισσότεροι από 14 εκατομμύρια άνθρωποι θα χάσουν τη ζωή τους έως το 2030 μεταξύ των οποίων 4,5 εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών.

Η ακραία συγκέντρωση πλούτου ισοδυναμεί με ακραία συγκέντρωση εξουσίας. Και ο Μασκ χρησιμοποιεί αυτή την ισχύ, μεταξύ άλλων μέσω της πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης X, για να ενισχύει ρατσιστικές και ξενοφοβικές απόψεις. Επιτρέπει τη διάδοση φόβου και βίαιης ρητορικής, τροφοδοτώντας παράλογες ανησυχίες που ωθούν τους ψηφοφόρους προς την άκρα δεξιά. Έχει παρέμβει και στην εσωτερική πολιτική της Ευρώπης, ενισχύοντας το ακροδεξιό AfD στη Γερμανία και αποκαλώντας τον πρωθυπουργό της Βρετανίας «εγκληματία».

Ο κίνδυνος δημιουργείται όταν η εξουσία συγκεντρώνεται στα χέρια των υπερπλουσίων. Οι κυβερνήσεις, όταν «αιχμαλωτίζονται» από τους πλουσιότερους, αρχίζουν να λειτουργούν με στόχο την προστασία των προνομίων αυτής της ομάδας και των υποστηρικτών της. Η ίδια η δημοκρατία απειλείται αν παγιωθεί μια τέτοια άκαμπτη κοινωνική ιεραρχία που προκύπτει από την ακραία συγκέντρωση πλούτου.

Είναι σημαντικό να βρεθούν τρόποι για να περιοριστούν τα σημερινά επίπεδα συγκέντρωσης πλούτου. Και όχι μόνο το τρισεκατομμύριο του Μασκ. Χρειάζονται πρωτοβουλίες που έχουν στόχο να προσδιορίσουν με βάση τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, το σημείο στο οποίο ο πλούτος αρχίζει να προκαλεί βλάβες και να υπάρξει ένα «όριο πλούτου», όπως ακριβώς χρησιμοποιούμε τη «γραμμή φτώχειας» για να ορίσουμε το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα.

Οι δισεκατομμυριούχοι και οι τρισεκατομμυριούχοι δεν αποτελούν ένδειξη επιτυχίας, αλλά αποτέλεσμα ενός δυσλειτουργικού συστήματος που βλάπτει τις ζωές όλων μας.