Οι περιβόητες επιχειρήσεις Tun Tun, οι αδίστακτοι colectivos, τα μπλακ άουτ ημερών, η έλλειψη νερού, ο μηνιαίος μισθός του 1 δολαρίου και τα ελληνικά καταστήματα που πτώχευσαν
Ωστόσο, όπως επισημαίνει, η κρίση της Βενεζουέλας δεν εξαντλήθηκε στη φτώχεια και στην καταστολή. Σταδιακά, το καθεστώς , κατά την περιγραφή της, μετέτρεψε τη χώρα σε ναρκοκράτος. Επιβεβαιώνει ότι οι εικόνες που βλέπουμε σήμερα στα διεθνή δελτία, με επιχειρήσεις των Αμερικανών κατά καρτέλ και κατασχέσεις φορτίων κοκαΐνης, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με όσα λέει, διαμορφώθηκαν δύο κυρίαρχα καρτέλ: «Το ένα συνδεδεμένο με το περιβάλλον της συζύγου του Μαδούρο και το δεύτερο, γνωστό ως καρτέλ Σόλες, με επικεφαλής πρόσωπο που φέρεται να ελέγχει τον στρατό και να θεωρείται ο δεύτερος πιο ισχυρός παράγοντας μετά τον ίδιο τον πρόεδρο».
Η μετατροπή της Βενεζουέλας σε κόμβο διακίνησης ναρκωτικών, όπως εξηγεί, συνδέθηκε άμεσα με τις διεθνείς εξελίξεις. «Μετα τον θάνατο του Πάμπλο Έσκομπαρ και τη σύλληψη του Ελ Τσάπο, τα καρτέλ αναζήτησαν νέες διαδρομές. Η γεωγραφική θέση της χώρας την κατέστησε ιδανική για τη μεταφορά κοκαΐνης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη» λέει.
«Tun Tun»: όταν ο φόβος χτυπούσε την πόρτα
Αν οι διαδηλώσεις ήταν η δημόσια όψη της σύγκρουσης, οι νυχτερινές «επιχειρήσεις» ήταν η σκοτεινή της συνέχεια. Εκεί όπου η καταστολή έμπαινε πια μέσα στα σπίτια.
Η Βασιλική Ανδρουτσοπούλου περιγράφει ότι, μετά από κάθε μεγάλο κύμα κινητοποιήσεων, ακολουθούσαν οι λεγόμενες operations tun tun, μια οργανωμένη επιχείρηση εκφοβισμού και συλλήψεων. Επρόκειτο για ομάδες κουκουλοφόρων, για τους οποίους κανείς δεν μπορούσε να είναι βέβαιος αν ανήκαν στον στρατό ή σε παραστρατιωτικούς μηχανισμούς. Οι επιχειρήσεις αυτές, γνωστές διεθνώς ως Operation Tun Tun, είχαν πάρει το όνομά τους από τη φράση «χτύπος στην πόρτα» και συνδέθηκαν ευθέως με τις εντολές που περιέγραφε δημόσια ο φιλοκυβερνητικός παράγοντας Diosdado Cabello κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του 2017.
«Δεν ήξερες ποτέ ποιος ερχόταν. Χτυπούσαν πόρτες μέσα στη νύχτα και σε έπαιρναν», λέει.
Σε μία από αυτές τις επιχειρήσεις, όπως αφηγείται, οι ένοπλοι έφτασαν και στο δικό της σπίτι. Προσπάθησαν να σπάσουν την πόρτα με τέτοια ένταση που λίγο έλειψε να τη διαλύσουν. Εκείνη την ώρα βρισκόταν μέσα μαζί με έναν φίλο της από τη Δομινικανή Δημοκρατία, με τον οποίο εργάζονταν στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Βενεζουέλα. Η ίδια περιγράφει ότι, φοβούμενη πως αν δεν άνοιγαν θα άρχιζαν να πυροβολούν για να μπουν, τους παρακάλεσε να μπουν από το παράθυρο, τον μοναδικό τρόπο, όπως λέει, για να αποφευχθεί η κλιμάκωση. Ο φίλος της τους εξήγησε ότι είναι Δομινικανός, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα του είχε καλές σχέσεις με τη Βενεζουέλα, και ότι εργάζονταν και οι δύο ως γιατροί στο στρατιωτικό νοσοκομείο.
Τελικά, τους άφησαν. «Σταθήκαμε τυχεροί», λέει.
Η τύχη αυτή, όμως, δεν επεκτάθηκε στον γείτονά της, έναν όροφο κάτω. Όπως εξηγεί, οι ένοπλοι πιθανότατα αναζητούσαν εκείνον.
«Τον ξυλοκόπησαν άγρια, του άρπαξαν όσα υπήρχαν στο σπίτι και τον μετέφεραν στη φυλακή. Από εκείνη τη στιγμή, δεν υπήρξε ποτέ καμία πληροφορία για το τι απέγινε. Το μόνο που του είπαν, σύμφωνα με όσα έμαθα αργότερα, ήταν ότι θεωρείται “προδότης”».
Ο μισθός του 1 δολαρίου
Η βία, ωστόσο, δεν ήταν ο μοναδικός μηχανισμός διάλυσης της κοινωνίας. Στην καθημερινότητα, όπως λέει, η οικονομία λειτουργούσε πλέον εναντίον των ίδιων των πολιτών. Στην ερώτηση αν ο λαός περνούσε πράγματι τόσο άσχημα, η απάντησή της είναι απόλυτη. Ο πληθωρισμός, όπως περιγράφει, κατέστρεψε ό,τι είχε απομείνει. Ο βασικός μισθός κατρακύλησε στο ένα δολάριο τον μήνα, καθιστώντας αδύνατη κάθε έννοια αξιοπρεπούς διαβίωσης. Αναφέρει ότι στην τελευταία της επίσκεψη, τον Οκτώβριο, διαπίστωσε πως η Βενεζουέλα είχε μετατραπεί, παραδόξως, σε μία από τις πιο ακριβές χώρες του κόσμου. Για τρία απολύτως βασικά είδη σούπερ μάρκετ, ζύμη, ρύζι και ακόμη λίγα τρόφιμα χρειάστηκε να πληρώσει εκατό δολάρια. «Απίστευτο», λέει.
Την ίδια ώρα, η χώρα άδειαζε. Σύμφωνα με όσα περιγράφει, περίπου το 25% του πληθυσμού έφυγε στο εξωτερικό: Μεξικό, Ηνωμένες Πολιτείες, Αργεντινή, Χιλή, Ισπανία, Ιρλανδία, ακόμη και Ελλάδα. Αυτοί οι άνθρωποι, όπως εξηγεί, στηρίζουν πλέον τις οικογένειές τους που έμειναν πίσω, στέλνοντας εμβάσματα. Τα χρήματα αλλάζονται σε μικρά ποσά, για να μην εξαϋλωθούν από τον πληθωρισμό. Παράλληλα, η εγκληματικότητα εκτοξεύτηκε. Όπως λέει, όποιος είχε αυτοκίνητο ή κυκλοφορούσε με κινητό τηλέφωνο αποτελούσε αυτόματα στόχο. Οι κλοπές έγιναν καθημερινότητα και η αίσθηση ανασφάλειας καθολική. Η κατάρρευση χτύπησε και την ελληνική κοινότητα. Πολλοί Έλληνες που διατηρούσαν καταστήματα με ρούχα, παπούτσια και άλλα εμπορικά είδη αναγκάστηκαν να βάλουν λουκέτο. Ανάμεσά τους και ο πατέρας της. Το κατάστημα ρούχων που διατηρούσε έκλεισε, καθώς τα ενοίκια εκτοξεύτηκαν σε επίπεδα αδύνατο να καλυφθούν. «Δεν μπορούσαμε πια να κρατήσουμε τα μαγαζιά μας», καταλήγει.
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
