website analysis Ελένη Καρασαββίδου / Για τους 200 – Εν δε φάει και όλεσσον: Σκότωσε με προς το Φως – Epikairo.gr

Είναι η εβδομάδα των επιστροφών, λες και ξέβρασε η θάλασσα μποτίλια με μήνυμα από το παρελθόν.

Βρέθηκαν τα κόκκαλα του Καμίλο Τόρες του ιερέα που ανήκει στην θεολογία της απελευθέρωσης, θαμμένα σ’ έναν ρηχό λάκο στα υψίπεδα του Μεξικού.

Ο Τόρες ζητούσε να εφαρμοστεί το ο έχων δυο χιτώνες να δώσει τον έναν όπως όλοι οι ιερείς αυτού του ρεύματος.

Δολοφονήθηκε στα 37 του από συμμορία παραστρατιωτικών. Τι ‘’θέλουν’’ να μας πουν οι ‘επιστροφές τούτες; Ποιο σήμα μορς θα έπρεπε να αποκωδικοποιηθεί σε καιρούς επίκτητης ανημποριάς παγκόσμια;

Λέγεται πάντως πως πέθανε αμετανόητος. Όρθιος. Όπως η Ρέιτσελ Κόρι, όπως η Τahereh Ghorratolein, όπως ο Αυξεντίου, όπως οι 200 της Καισαριανής.

Λίγοι, ελάχιστοι, το κατορθώνουν. Κι όμως «Το σώμα τους είναι όλα τα σώματα μαζί, το στόμα τους είναι όλα τα στόματα μαζί», όπως επισημαίνει για άλλη περίπτωση ο Παπαγιώργης. «Μόνο το πρόσωπο είναι αδιαπραγμάτευτο. Γιατί ο άνθρωπος κατοικεί στο πρόσωπο του…»

Αλλά το πρόσωπο «αυτό» του ανθρώπου έχει την ικανότητα να επιστρέφει μες από τους αιώνες τρομακτικά ξένο και τρομακτικά κοινό, για να μας θυμίζει όσα θέλουμε να ξεχάσουμε. Κι όσα δεν θέλουμε να θυμηθούμε.

Μιλάμε ακόμη, όπως έγραψα κάποτε, στο ίδιο δωμάτιο με την Αριάδνη, πίνουμε ακόμη καφέ με την Μήδεια, συναντιόμαστε ακόμη σε μια διαδήλωση ή σ ένα γραφείο με τον Κρέοντα και την Αντιγόνη, βλέπουμε ακόμη τον Ιάσονα να μπαίνει απ’ τα τηλεπαράθυρα στη βουλή, είμαστε ακόμη καλεσμένοι σε θυέστια δείπνα, σε δείπνα όπου ο εξυπνακισμός κι η υποκρισία μας, μάς οδηγεί να φάμε ανήξεροι τα ίδια μας τα βιολογικά ή πνευματικά παιδιά.

Ακόμη το αληθινό επίθετο της γενιάς μας είναι Λαβδακίδες κι η αληθινή πόλη μας η Θήβα. Και ψάχνουμε ακόμη την αιτία του αρχαίου λοιμού. Λίγο Κρέοντες, λίγο Οιδίποδες, λίγο Αντιγόνες. Και πολύ περισσότερο Ισμήνες και φύλακες φυσικά.

Κοιτώ λοιπόν τις φωτογραφίες και σκέφτομαι πώς αν υπάρχει ένας ‘ελληνικός’ τρόπος να πεθάνει κανείς σε έναν σύγχρονο κόσμο γεμάτον Ηλέκτρες Αλκιβιάδηδες και Αντιγόνες, κάθε χρώματος, κάθε φυλής και φύλου, ήταν αυτός: Αφήστε με να εξηγήσω το ‘ελληνικός’ γιατί είναι πολύσημη έννοια με το εκκρεμές να φτάνει από την ωραιοπάθεια ως την κριτική σκέψη.

Ανάμεσα στους στίχους της Ιλιάδας υπάρχει εκείνο το «Εν δε φάει και όλεσσον” που το φωνάζει θαρρώ ο Αίαντας, στ’ αλήθεια δεν θυμάμαι, ‘αυτός που θρηνεί κι όμως στέκει’ λίγο πριν οι Διόσκουροι του κόψουν τον λαιμό; Πάντως το κύριο νόημα είναι ένα: ο Αίαντας; δεν παρακαλά να του χαρίσουν την ζωή, παρακαλά απλά να του γυρίσουν το κεφάλι στον Ήλιο, να δει πεθαίνοντας το Φως. Να πεθάνω, αλλά να πεθάνω για κάτι που να αξίζει, ως συμβολή στους μελλούμενους. Να πεθάνω υπερασπίζοντας, κοιτώντας, το Φως.

Και σκέφτομαι πόσο μαρτυρίες που είχαν σωθεί από συγκρατούμενους που επιβίωσαν από το Σκοπευτήριο (ανάμεσα τους να διαβάσετε το από την Θεσσαλονίκη στο Μπιρκενάου του Κοέν για να δείτε ποιος ήταν ο Σουκατζίδης, το Ανάστημα που είχε αυτός ο ατόφιος ιδεολόγος απέναντι στους διωκόμενους συνανθρώπους του δίχως να τον νοιάζει η φυλή η θρησκεία το φύλο, ο λόγος εγκλεισμού, κάτι που θα το κανε και για τους διωγμένους του καιρού μας), όπως και τα σημειώματα που πέταξαν στην μεταφορά από το Χαϊδάρι ίσαμε την Καισαριανή οι ‘προγραμματισμένοι στον χαμό’, που σαν τις ψίχες ψωμιού στο σκοτεινό δάσος τις μάζεψαν τα παιδιά όπως στο μακρινό παραμύθι, καταμαρτυρούν αυτήν την στάση.

Το τελευταίο γλέντι με τα δημοτικά τραγούδια και τον Πυρρίχιο, (που τόσο δυνατά κατέγραψε ο Βούλγαρης στην ταινία, κι έκανε μεγάλη έρευνα σε πηγές η Καρυστιάνη γι’ αυτό και τώρα φαντάζει το Τελευταίο Σημείωμα ως ‘προφητεία’ ενώ είναι συνεπής ιστοριογραφία), τον χορό που χτυπάς τα πόδια δυνατά στη γης για να καλέσεις τους νεκρούς σου, η απόλυτη περιφρόνηση μπροστά στο όπλο του φασισμού, τον φόβο του θανάτου, το άπλωμα του σκοταδιού, είναι απλώς τα νήματα μιας παράδοσης που πάει πολύ μακριά.

Αφορά την «διαύγεια των απαρχών», όπως τα αποκαλούσε η Ρομιγύ, για να αντλήσουμε μεθοδολογικά εργαλεία και δύναμη προκειμένου να νικήσουμε τα σύγχρονα σκοτάδια. Κι ανάμεσα τους «Εν φάει και όλεσσον.»

Χρειάστηκαν 3 μέρες βέβαια , 3, για να επιστρέψει το σκοτάδι. Για να δείξουν την φανατίλα, την σαπίλα, την μικροπρέπεια τους διάφοροι κι όχι μόνο εξ ακροδεξιών.

Τρότσκες, Σταλίνες, προδότες, πράκτορες, (ακόμη και για τον Σουκατζίδη βρε;!) είναι ορολογίες που δείχνουν πως η μικροπρέπεια δεν είναι ‘προνόμιο’ ενός πολιτικού χώρου. Όπως δεν είναι κι ο ‘πρωτοφασισμός’.

Αλλά η στιγμή παραμένει, όπως και το μήνυμα των επιστροφών της ιστορίας, των νεκρών εκείνου του πολέμου που δεν έπαψε ποτέ. Που επικαιροποιείται στις μέρες μας.

Δεν ξέρω πως ήταν σε όλους τους ρόλους τους πριν, (συγκινούμαι που κάποιοι στην δημόσια δράση τους ήταν συνδικαλιστές καρφωμένοι απ’ τ’ αφεντικά τους, συνδικαλιστες όχι όπως κάποιοι σημερινοί) δεν ξέρω πως θα ήταν μετά, ξέρω πως η στιγμή ήταν δική τους. Και αυτό δεν κατακτιέται από μόνο του. Δεν έρχεται από το πουθενά. Το εγώ δεν δουλεύεται στο κενό για να γίνει μέταλλο και να βγάλει σπίθες.

Όποιος διαβάσει επίσης απομνημονεύματα από τα Ναζιστικά Στρατόπεδα του θανάτου όπου και θέριζε η πείνα ατόμων που επιβίωσαν θα καταλάβει γιατί αυτοί κι αυτές που είχαν επιλεγεί απ’ όλους και μοιράζαν το ψωμί ήταν οι πολιτικοί κρατούμενοι.

Η φράση από μόνη της είναι συγκλονιστική, δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο. Αδιάφορο αν η ίδια πίστη κακοφορμίζει είναι η ίδια που εξανθρωπίζει, πλατύ, βαθύ ποτάμι με νερό τρελό μια πάνω μια κάτω.

Κι όμως λέω αν ΑΝ άνθρωποι όπως ο Σουκατζίδης που δεν γλυτωσε την ίδια του την ΖΩΗ εις βάρος κάποιου άλλου, έπαιρναν στην Πρωθυπουργία την θεση των αιώνιων οικογενειαρχιδων που γεμιζουν τσεπες αδιαφοροι για ζωές χιλιαδων, αν ΑΝ λεω γινόταν υπουργος πολιτισμού ο μακρονησιώτης παππούς μας ο Βέγγος, (ποτε πολλοί, ποτέ κι ανύπαρκτοι μεσα στο συνοθύλευμα του ‘λαού’) αυτή η γενεαλογια των ‘ανώνυμων’ σε τι αντιπαραδειγμα θα μπορουσε να οδηγησει, και τι φως μεσα μας να απελευθερώσει;

Όπως και να έχει οι αλήθειες για τις ξεχασμένες μας δυνατότητες επιστρέφουν σαν ψίθυρος μες από κειμήλια παλιών τραγικών, που γίνονται μύθοι στο τέλος. Μύθοι, με την πρωταρχική ετυμολογία, όχι εφευρήματα. Κοινές διηγήσεις ατόμων που δεν ακυρώνονται ως άτομα μα που συνέχουν κοινότητες που δημιουργούν κοινότητες, που υπερασπίζονται κοινότητες, με την ελπίδα να χωρέσουν τελικά τον κόσμο όλον αν δεν χειραγωγηθούν. Κι είναι αυτή η δύναμη τους. Να ξεπερνούν το πρόσκαιρο και να απευθύνονται στο αιώνιο που δεν μπορεί παρά να είναι αγώνας όσο κι αν κακοφορμίζει. Να στρέφουν το κεφάλι μας προς το φως μέσα στο γενικό σκοτάδι.

Ακόμη και την στιγμή του θανάτου. Εξηγήστε λοιπόν, (αν και δεν θα καταλάβουν ποτέ) στους μητροπολιτάδες με τα χρυσά άμφια πως ο Τόρες ήταν χριστιανός με έναν τρόπο που ποτέ δεν θα γίνουν, πως η Κόρι ήταν πιο Εβραία από κάθε ισραηλινό, πως η Ταχρεχ ήταν πιο ‘άνδρας’ από τους ισλαμιστές.

Και εξηγήστε και στους ελιτιστές και βολεμένους ηθικιστές όλων των χρωμάτων πόσο το πανανθρώπινο ‘εμπρός της γης οι κολασμένοι’ βρήκε καταφυγί στο ‘εθνικό’, (πως δεν μπορεί να υπάρχει το ένα δίχως το άλλο όταν από δόγμα γίνονται βίωμα) στο ρεμπέτικο σε μας, σε κείνο το (και κοίτα να δεις για το Σκοπευτήριο και πάλι!)

“Σ’ αυτήν τη χώρα έζησα πάντα κυνηγημένος, απ’ τους δικούς μου ορφανός κι απ’ τους δικούς μου ξένος” που τραγούδησε η ‘παλιολεσβία΄ για τους ψευτοηθικούς η Μπέλου. (το οποίο Σκοπευτήριο έχει τραγουδηθεί από λαϊκα και ρεμπέτικα και νέα μοιρολόγια όπως το ποιονε να κλάψω πρωτονε, κι έντεχνα ως την Κουμιώτη του νέου κύματος, εξηγήστε αυτήν την εμμένουσα μνήμη στα ναζο-τρόλια!)

Και, άρα, πάνω απ΄όλα εξηγήστε στους έλληνες ναζί πως αν υπήρχε ένας ‘ελληνικός τρόπος’ να πεθάνει κανείς ήταν αυτός που επέλεξαν όσοι μαζί με τον Εθνικό Ύμνο τραγουδούσαν και την Διεθνή. Και δεν ήταν ο δικός τους. #200