Οι Έλληνες πολίτες επιβαρύνονται με σημαντικά υψηλότερες άμεσες ιδιωτικές δαπάνες για την υγεία τους σε σύγκριση με τον μέσο Ευρωπαίο, καθώς καλούνται να καλύψουν κενά που αφήνει το δημόσιο σύστημα υγείας. Οι απευθείας πληρωμές των νοικοκυριών για υπηρεσίες υγείας ανέρχονται στο 2,9% του ΑΕΠ, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώνεται στο 1,5%.

Η αυξημένη αυτή οικονομική επιβάρυνση αποδίδεται στις διαχρονικές αδυναμίες του ελληνικού συστήματος υγείας. Οι πολίτες αναγκάζονται να καταβάλλουν σημαντικά ποσά από το εισόδημά τους για να καλύψουν ανάγκες που παραμένουν ανεπαρκώς εξυπηρετούμενες επί σειρά ετών. Παράλληλα, το σύστημα εμφανίζει σοβαρές ελλείψεις στον τομέα της πρόληψης, στην πρωτοβάθμια και εξωνοσοκομειακή φροντίδα, καθώς και στη γεωγραφική κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού και των υπηρεσιών υγείας σε ολόκληρη τη χώρα. Την ίδια στιγμή, παρατηρείται υπερβολική εξάρτηση από τη νοσοκομειακή περίθαλψη, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω τη λειτουργία του συστήματος.

Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια στην έγκαιρη και αποτελεσματική πρόσβαση των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας, περιορίζοντας τη δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών περίθαλψης.

Τα παραπάνω ευρήματα περιλαμβάνονται στην πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ για τις ανισότητες στην Ελλάδα, η οποία αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο στον τομέα της υγείας.

Η στέγαση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που εντείνουν τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες στη χώρα. Τα νοικοκυριά των οποίων το εισόδημα βρίσκεται κάτω από το 60% του διάμεσου εισοδήματος αναγκάζονται να διαθέτουν περίπου το 60% των διαθέσιμων πόρων τους για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών. Παράλληλα, σχεδόν τέσσερα στα πέντε νοικοκυριά που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις στην πληρωμή ενοικίων, στεγαστικών δανείων ή λογαριασμών κοινής ωφέλειας.

Το κόστος στέγασης για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη, επιβαρύνοντας σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η συνεχής αύξηση των ενοικίων μετά το 2018 επηρέασε δυσανάλογα τους ενοικιαστές με χαμηλά εισοδήματα, διευρύνοντας περαιτέρω τις κοινωνικές ανισότητες.

Την ίδια στιγμή, η ιδιοκατοίκηση παρουσιάζει πτωτική τάση, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων ηλικιακών ομάδων και των οικονομικά πιο ευάλωτων νοικοκυριών. Επιπλέον, μετά το 2021 έχει επιδεινωθεί η δυνατότητα πολλών πολιτών να ανταποκριθούν στις ενεργειακές και στεγαστικές τους υποχρεώσεις, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο στεγαστικής ανασφάλειας.

Η στεγαστική επισφάλεια δεν επηρεάζει μόνο τις συνθήκες διαβίωσης των πολιτών, αλλά συνδέεται άμεσα και με περιορισμένες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές, αναπαράγοντας τον κύκλο των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η αγορά εργασίας λειτούργησε ως βασικός μοχλός βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών κατά την τελευταία δεκαετία, καθώς η ανεργία μειώθηκε αισθητά και η απασχόληση ακολούθησε ανοδική πορεία.

Παρά τη θετική αυτή εξέλιξη, εξακολουθούν να υφίστανται διαρθρωτικές αδυναμίες που συντηρούν τις ανισότητες και περιορίζουν τις δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης. Η υψηλή παρουσία της αυτοαπασχόλησης, η χαμηλή συμμετοχή συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων στην αγορά εργασίας — κυρίως των γυναικών και των ατόμων με αναπηρία — καθώς και η επίμονη μακροχρόνια ανεργία και η περιορισμένη κάλυψη των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας εξακολουθούν να δημιουργούν σημαντικές αποκλίσεις τόσο στα εισοδήματα όσο και στις ευκαιρίες απασχόλησης.

Η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, περισσότεροι από τους μισούς ανέργους παραμένουν εκτός εργασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς πάνω από το 50% βρίσκεται σε καθεστώς μακροχρόνιας ανεργίας.

Η εκπαίδευση εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο μηχανισμό κοινωνικής κινητικότητας και βελτίωσης των ευκαιριών ζωής. Παρότι τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί σημαντική αύξηση στον αριθμό των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι δυνατότητες εκπαιδευτικής ανέλιξης εξακολουθούν να επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο της οικογένειας.

Παράλληλα, η ισχυρή εξάρτηση από την παραπαιδεία, καθώς και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν πολλοί φοιτητές στην ολοκλήρωση των σπουδών τους, περιορίζουν τον εξισωτικό ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Ως αποτέλεσμα, οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες δεν κατανέμονται πάντοτε ισότιμα, γεγονός που συμβάλλει στη διατήρηση κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των διαφορετικών ομάδων του πληθυσμού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, οι δημόσιες δαπάνες υγείας στην Ελλάδα μόλις που υπερβαίνουν το 3% του ΑΕΠ, ενώ οι ιδιωτικές δαπάνες φτάνουν το 5% του ΑΕΠ έως το 2023. Αντίθετα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι δημόσιες δαπάνες ανέρχονται κατά μέσο όρο στο 8% του ΑΕΠ, ενώ οι ιδιωτικές περιορίζονται στο 2%.

Η εικόνα αυτή αντανακλάται και στην κάλυψη των αναγκών υγείας του πληθυσμού. Συγκεκριμένα, το 11,6% των πολιτών στην Ελλάδα δηλώνει ότι δεν κατάφερε να καλύψει τις ανάγκες του για ιατρική εξέταση ή θεραπεία, ενώ το 11,5% αναφέρει ακάλυπτες ανάγκες στον τομέα της οδοντιατρικής περίθαλψης. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα αντίστοιχα ποσοστά είναι σημαντικά χαμηλότερα, μόλις 2,4% και 3,3%.

Ιδιαίτερα έντονες εμφανίζονται οι ανισότητες μεταξύ των διαφορετικών εισοδηματικών ομάδων. Το 30,4% του φτωχότερου τετάρτου του πληθυσμού δηλώνει ότι οι ανάγκες υγείας του παραμένουν ακάλυπτες. Ωστόσο, ακόμη και στο πλουσιότερο τετάρτο του πληθυσμού, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 17,5%, γεγονός που καταδεικνύει ότι η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας εξακολουθεί να επηρεάζεται σημαντικά από οικονομικούς και διαρθρωτικούς παράγοντες, παρά την ύπαρξη δημόσιου συστήματος υγείας.

Η ανάγκη καταβολής ιδιωτικών πληρωμών, οι συμμετοχές στη φαρμακευτική δαπάνη, οι μεγάλες λίστες αναμονής και η προσφυγή στον ιδιωτικό τομέα για υπηρεσίες που δεν μπορούν να παρασχεθούν έγκαιρα από το δημόσιο σύστημα δημιουργούν πρόσθετα εμπόδια, τα οποία επηρεάζουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Η έκθεση επισημαίνει ότι περίπου ένας στους τέσσερις κατοίκους της χώρας, ποσοστό 24,2% του πληθυσμού, ζει με κάποιο χρόνιο νόσημα.

Παράλληλα, ενώ το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά όταν εξετάζεται το προσδόκιμο ζωής με καλή υγεία μετά την ηλικία των 65 ετών. Στην Ελλάδα, οι πολίτες αναμένεται να ζήσουν κατά μέσο όρο μόλις 8,5 χρόνια με καλή κατάσταση υγείας μετά τα 65, ενώ η συγκεκριμένη επίδοση ακολουθεί διαχρονικά πτωτική πορεία.

Αντίθετα, στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι πολίτες ζουν μετά τα 65 περίπου μία ακόμη δεκαετία με καλή υγεία, ενώ μετά την πανδημία καταγράφεται ταχεία βελτίωση του σχετικού δείκτη.

Το εύρημα αυτό δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος της αυξημένης επιβίωσης των Ελλήνων συνοδεύεται από προβλήματα υγείας, λειτουργικούς περιορισμούς και αυξημένες ανάγκες φροντίδας και περίθαλψης.

Η διαπίστωση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της ταχείας γήρανσης του ελληνικού πληθυσμού και της αναμενόμενης αύξησης των αναγκών για μακροχρόνια φροντίδα τις επόμενες δεκαετίες.

Σε ό,τι αφορά την ποιότητα της υγείας του πληθυσμού, η έκθεση καταγράφει σαφείς διαφοροποιήσεις ανάλογα με το εισόδημα. Τα άτομα που ανήκουν στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα αξιολογούν συστηματικά την κατάσταση της υγείας τους ως χειρότερη και εμφανίζουν υψηλότερη συχνότητα χρόνιων νοσημάτων.

Ειδικότερα, σε κλίμακα αυτοαξιολόγησης από το 1 έως το 5, όπου το 5 αντιστοιχεί σε πολύ καλή υγεία και το 1 σε πολύ κακή, η μέση βαθμολογία στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο διαμορφώνεται στο 4. Η αξιολόγηση βελτιώνεται σταδιακά όσο αυξάνεται το εισόδημα, φτάνοντας το 4,4 στο ανώτερο εισοδηματικό τμήμα του πληθυσμού.

Όταν η ανάλυση επικεντρώνεται στα άτομα που δηλώνουν κακή υγεία, οι διαφορές γίνονται ακόμη πιο εμφανείς. Στο φτωχότερο τεταρτημόριο του πληθυσμού το 10,4% αναφέρει κακή κατάσταση υγείας. Το ποσοστό αυτό μειώνεται σταδιακά όσο αυξάνονται τα εισοδήματα και περιορίζεται στο 3,6% στο πλουσιότερο τεταρτημόριο.

Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στα χρόνια νοσήματα. Το 30,4% των ατόμων που ανήκουν στο φτωχότερο τμήμα του πληθυσμού πάσχει από κάποιο χρόνιο νόσημα. Το ποσοστό μειώνεται στο 27,4% και στο 21,4% για τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα και περιορίζεται στο 17,5% για το πλουσιότερο τμήμα του πληθυσμού.

Χειρότεροι δείκτες υγείας καταγράφονται και στις αγροτικές περιοχές της χώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, το 28% των κατοίκων της υπαίθρου πάσχει από χρόνιο νόσημα, έναντι 23% στις αστικές περιοχές και 21% στις ημιαστικές.

Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, η βασική πρόκληση για τα σύγχρονα συστήματα υγείας δεν αφορά πλέον αποκλειστικά τη μείωση της πρόωρης θνησιμότητας. Εξίσου σημαντική είναι η διατήρηση της καλής υγείας, της λειτουργικότητας και της ποιότητας ζωής των πολιτών σε μεγαλύτερες ηλικίες. Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου η αύξηση του προσδόκιμου ζωής δεν συνοδεύεται αντίστοιχα από αύξηση των ετών που οι πολίτες ζουν με καλή υγεία.