Έντονες αντιδράσεις έχει προκαλέσει απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, σύμφωνα με την οποία η πρόωρη γέννα, η νοσηλεία νεογνού σε μονάδα εντατικής θεραπείας και η εμφανής ψυχολογική επιβάρυνση μιας νέας μητέρας και δικηγόρου δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας.

Η υπόθεση αφορά δικηγόρο, της οποίας τα στοιχεία δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, η οποία δεν μπόρεσε να παραστεί σε προγραμματισμένη δικάσιμο, καθώς γέννησε αιφνιδίως και βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρές προσωπικές και οικογενειακές δυσκολίες. Ως αποτέλεσμα, ο πελάτης της δικάστηκε ερήμην.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, την Πρωτοχρονιά του 2025 η δικηγόρος προχώρησε σε πρόωρο τοκετό και το νεογνό της εισήχθη σε μονάδα εντατικής νοσηλείας λόγω προωρότητας και αναπνευστικών προβλημάτων. Στις 6 Ιανουαρίου το βρέφος πήρε εξιτήριο, ωστόσο η ίδια παρέμενε κλινήρης, με πυρετό και επιβαρυμένη ψυχολογική κατάσταση. Στις 9 Ιανουαρίου όφειλε να παραστεί στο δικαστήριο, κάτι που δεν κατέστη δυνατό.

Το δικαστήριο σημειώνει ότι η δικηγόρος «δεν φρόντισε να ενημερώσει συνεργάτες του γραφείου της ή άλλον συνάδελφο για τις εκκρεμείς υποθέσεις και τις ορισμένες δικασίμους, όπως θα ανέμενε κανείς από έναν μέσο συνετό δικηγόρο», επισημαίνοντας ότι δεν προέβη στις απαραίτητες ενέργειες.

Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι η συγκεκριμένη κατάσταση δεν εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας, αλλά εντάσσεται στις «συνήθεις αδιαθεσίες», τονίζοντας ότι δεν αποδείχθηκε πως η δικηγόρος βρέθηκε σε τέτοια σωματική ή ψυχική κατάσταση που να καθιστά αδύνατη ή ιδιαίτερα δύσκολη ακόμη και μια απλή τηλεφωνική επικοινωνία.

Ολόκληρη την απόφσση μπορεί κάποιος να την βρεί εδώ.

Με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο σχολιάζει την εν λόγω απόφαση ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, Ηλίας Κλάππας, ο οποίος ανέδειξε την υπόθεση. Ειδικότερα, επισημαίνει:

«Η πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία κρίθηκε ότι ο πρόωρος τοκετός μίας δικηγόρου και η εισαγωγή του νεογνού τέκνου της στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας τρεις ημέρες πριν τη δικάσιμο του Εφετείου Πειραιά στην οποία δεν μπόρεσε να παρασταθεί, δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας, δημιουργεί σοβαρότατο προβληματισμό τόσο σε ανθρώπινο όσο και σε νομικό επίπεδο.

Κατά πρώτον, η εφαρμογή του νόμου δεν είναι μία μηχανική διαδικασία, αλλά απαιτεί ενσυναίσθηση, κατανόηση και σεβασμό στη μητρότητα και στη γυναίκα δικηγόρο που οδηγείται σε πρόωρο τοκετό με επιπλοκές, μάλιστα, για το νεογνό τέκνο της, γεγονός το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί συνήθης ή προβλέψιμη αδιαθεσία.
Κατά δεύτερον, η απόφαση προδίδει μία εσφαλμένη αντίληψη για το ρόλο του δικηγόρου στη δικαστική διαδικασία, τη στιγμή που η δικαστής που την εξέδωσε δικαιολογεί την απόφασή της με το σκεπτικό ότι η δικηγόρος θα μπορούσε «να ειδοποιήσει τηλεφωνικά κάποιον συνεργάτη της ή έστω και τον εντολέα της για να αναθέσει σε τρίτο την εκπροσώπησή του»

Ο δικηγόρος δεν είναι διεκπεραιωτής, δεν είναι αναλώσιμος ούτε ανταλλάξιμος. Το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένα κρίνει ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να επιλέγει ο ίδιος τον δικηγόρο από τον οποίο θα εκπροσωπείται και αυτό αποτελεί συστατικό της δίκαιης δίκης.

Κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει σε έναν δικηγόρο να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλον ή να υποχρεώσει έναν πολίτη να αλλάξει τον δικηγόρο του και, μάλιστα, να συμπεριλάβει την απαίτηση αυτή στο σκεπτικό της απόφασής του για να απορρίψει το αίτημα του πολίτη για παροχή δικαστικής προστασίας.

Η επιτάχυνση της Δικαιοσύνης, την οποία όλοι θέλουμε, δεν μπορεί να οδηγεί σε άδικες καταστάσεις που θέτουν σε αμφισβήτηση την ορθή και ποιοτική απονομή της. Ο σεβασμός στη μητρότητα πρέπει να αποδεικνύεται στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια. Αν αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από τη νομολογία, θα πρέπει να υπάρξει ειδική νομοθετική πρωτοβουλία ώστε ο τοκετός και οι επιπλοκές στην εγκυμοσύνη της πληρεξούσιας δικηγόρου να θεωρούνται λόγος αναβολής και λόγος ανωτέρας βίας».

Σε ανάλογο μήκος κύματος κινείται και η ανακοίνωση της Ένωσης Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων, η οποία επισημαίνει:

«Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι ο πρόωρος τοκετός δικηγόρου και η εισαγωγή του νεογνού τέκνου της στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας τρεις ημέρες πριν τη δικάσιμο του Εφετείου Πειραιά στην οποία δεν μπόρεσε να παρασταθεί, δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας.

Η κρίση αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό τόσον όσον αφορά στον νομικό συλλογισμό όσον και σε μείζον κοινωνικό και ανθρώπινο επίπεδο.

Η εφαρμογή του νόμου δεν αποτελεί μηχανική διαδικασία. Η συγκεκριμένη απόφαση δεν διέπεται από την απαιτούμενη ενσυναίσθηση, κατανόηση και σεβασμό στη μητρότητα και στη γυναίκα δικηγόρο που οδηγείται σε πρόωρο τοκετό με επιπλοκές, μάλιστα, για το νεογνό τέκνο της, γεγονός το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί συνήθης ή προβλέψιμη αδιαθεσία.

Η σχολιαζόμενη απόφαση καταδεικνύει και μια στρεβλή αντίληψη για το ρόλο του δικηγόρου (συλλειτουργού της Δικαιοσύνης) στη διαδικασία απονομής Δικαιοσύνης.

Τούτο διότι σύμφωνα με το σκεπτικό αποφάσεως η δικηγόρος που είχε λάβει την εντολή χειρισμού της υποθέσεως θα μπορούσε «να ειδοποιήσει τηλεφωνικά κάποιον συνεργάτη της ή έστω και τον εντολέα της για να αναθέσει σε τρίτο την εκπροσώπησή του»

Οφείλουμε να επισημάνουμε το αυτονόητο: ο δικηγόρος δεν διεκπεραιώνει. Αναλαμβάνει εντολή χειρισμού της υπόθεσης και οφείλει να ολοκληρώσει την εντολή που έλαβε. Δεν αντικαθίσταται ούτε και υποκαθίσταται.

Από την άλλη πλευρά ο εντολέας σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ έχει δικαίωμα να επιλέγει τον δικηγόρο που επιθυμεί να τον εκπροσωπεί. Η αναγνώριση και διαφύλαξη του σχετικού δικαιώματος αποτελεί εν τελεί και συστατικό στοιχείο της δίκαιης δίκης.

Ο σεβασμός στη γυναίκα Μητέρα και Δικηγόρο εν προκειμένω παρέμεινε δυστυχώς για τον δικαστικό λειτουργό που εξέδωσε την συγκεκριμένη απόφαση πουκάμισο αδειανό.

Σε περίοδο υπογεννητικότητας η μητρότητα πρέπει να υποστηρίζεται στην πράξη.

Αναμένουμε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων να λάβει θέση επί του κρίσιμου ζητήματος».