Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα από τα πιο σύνθετα γεωπολιτικά διλήμματα της μέχρι τώρα παρουσίας του στην προεδρία των ΗΠΑ: Πότε και με ποιον τρόπο θα μπορούσε να προχωρήσει σε στρατιωτική δράση κατά του Ιράν.
Ντόναλντ Τραμπ / REUTERS / Kevin Lamarque
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Σύμφωνα με ανάλυση του The Economist, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή έχει φτάσει σε επίπεδα που δεν έχουν καταγραφεί εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια, μετά τις απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για επίθεση στο Ιράν.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Όπως επισημαίνεται, πάνω από το ένα τρίτο των διαθέσιμων αμερικανικών πολεμικών πλοίων βρίσκεται πλέον στην περιοχή, συνθέτοντας τη μεγαλύτερη εξωτερική ανάπτυξη δυνάμεων των ΗΠΑ των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Η συγκέντρωση αεροπλανοφόρων, στρατηγικών βομβαρδιστικών, συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας και αεροσκαφών υποστήριξης διαμορφώνει ένα σκηνικό αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η Ουάσιγκτον έχει ήδη επιδείξει στο παρελθόν τη δυνατότητά της να πλήττει ιρανικούς στόχους σε μεγάλες αποστάσεις, ενώ σήμερα φέρεται να διαθέτει στην ευρύτερη περιοχή περίπου 200 μαχητικά αεροσκάφη, αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης (AWACS), ιπτάμενα τάνκερ και πολεμικά πλοία εξοπλισμένα με πυραύλους Tomahawk.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Παράλληλα, η ανάπτυξη συστημάτων THAAD και Patriot ενισχύει την άμυνα έναντι ενδεχόμενων ιρανικών αντιποίνων.
Επίσης η παρουσία δεύτερου αεροπλανοφόρου ερμηνεύεται ως ένδειξη προετοιμασίας για ενδεχόμενη παρατεταμένη επιχείρηση και όχι απλώς για περιορισμένο πλήγμα.
Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, διαμορφώνονται τέσσερα βασικά σενάρια στρατιωτικής δράσης:
1.Στοχευμένο πλήγμα στην ηγεσία
Ένα ενδεχόμενο θα ήταν η στόχευση της πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας της Τεχεράνης, συμπεριλαμβανομένου του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ. Ένα τέτοιο χτύπημα θα αποσκοπούσε σε «αποκεφαλισμό» του καθεστώτος, με στόχο την επιτάχυνση πολιτικών εξελίξεων στο εσωτερικό. Ωστόσο, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η εξόντωση ηγετών δεν εγγυάται πολιτική μετάβαση συμβατή με τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον και ενδέχεται να προκαλέσει είτε συσπείρωση γύρω από το καθεστώς είτε εσωτερική αποσταθεροποίηση.
2.Πλήγματα στο Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης
Μια δεύτερη επιλογή αφορά στοχευμένες επιθέσεις κατά του Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), που αποτελεί βασικό στρατιωτικό και οικονομικό πυλώνα του ιρανικού συστήματος. Επιθέσεις σε διοικητικά κέντρα, βάσεις και ανώτατα στελέχη θα μπορούσαν να περιορίσουν την επιχειρησιακή του ικανότητα. Ωστόσο, το IRGC διαθέτει εκτεταμένο δίκτυο και εμπειρία σε ασύμμετρες επιχειρήσεις, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε απάντηση μέσω περιφερειακών συμμάχων.
3.Εκτεταμένη καταστροφή στρατιωτικών υποδομών
Ένα τρίτο σενάριο προβλέπει μαζικά πλήγματα σε βάσεις βαλλιστικών πυραύλων, αποθήκες drones και εγκαταστάσεις εκτόξευσης. Το Ιράν έχει επενδύσει επί δεκαετίες στο πυραυλικό του οπλοστάσιο, αντισταθμίζοντας τις αδυναμίες της αεροπορίας του. Η εξουδετέρωση αυτής της υποδομής θα μείωνε τον κίνδυνο για αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο και για συμμάχους όπως το Ισραήλ. Ωστόσο, μια τέτοια επιχείρηση θα απαιτούσε διαδοχικές επιδρομές, με αυξημένο κίνδυνο ευρύτερης κλιμάκωσης.
4.Στόχευση του πυρηνικού προγράμματος
Τέλος, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να επικεντρωθεί στις πυρηνικές εγκαταστάσεις, επιχειρώντας να καθυστερήσει ή να ανακόψει την πρόοδο του ιρανικού προγράμματος. Οι εγκαταστάσεις, ωστόσο, είναι διασκορπισμένες και σε ορισμένες περιπτώσεις βαθιά υπόγειες, γεγονός που θα απαιτούσε επαναλαμβανόμενα πλήγματα υψηλής ακρίβειας. Ακόμη και επιτυχημένες επιδρομές δύσκολα θα εξάλειφαν οριστικά το πρόγραμμα, αλλά ενδεχομένως θα το καθυστερούσαν.
Η Τεχεράνη διαθέτει σημαντικά μέσα απάντησης, μεταξύ των οποίων βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους κρουζ και drones μεγάλου βεληνεκούς, ικανά να πλήξουν στόχους σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Θα μπορούσε να στοχεύσει αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο ή να εντείνει επιθέσεις κατά του Ισραήλ.
Παράλληλα, μέσω οργανώσεων-συμμάχων όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο και οι Χούθι στην Υεμένη, το Ιράν έχει τη δυνατότητα να ανοίξει πολλαπλά μέτωπα, αυξάνοντας το κόστος για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.
Για τον Τραμπ, το δίλημμα είναι σύνθετο: περιορισμένα πλήγματα ενδέχεται να μην αποδώσουν ουσιαστικές παραχωρήσεις στο πυρηνικό πρόγραμμα, ενώ μια ευρείας κλίμακας επιχείρηση με στόχο την αλλαγή καθεστώτος θα μπορούσε να οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν νέο, μακροχρόνιο πόλεμο.
Το οικονομικό και πολιτικό κόστος θα ήταν υψηλό, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε νέες στρατιωτικές εμπλοκές. Επιπλέον, η διατήρηση αυξημένης στρατιωτικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή αποσπά πόρους από άλλες στρατηγικές προτεραιότητες, όπως η Ασία.
Εν μέσω αυτής της εξίσωσης, η αμερικανική ηγεσία ενδέχεται να ποντάρει στη δύναμη της αποτροπής, ελπίζοντας ότι η απειλή μιας ευρείας εκστρατείας θα οδηγήσει την Τεχεράνη σε συμβιβασμό.
Ωστόσο, η ιστορία της περιοχής δείχνει ότι καθεστώτα υπό πίεση συχνά επιλέγουν την αντίσταση αντί της υποχώρησης, διατηρώντας το ενδεχόμενο κλιμάκωσης ανοιχτό.
