Μια γυναίκα πέθανε αφού ταξίδεψε από τη Μονγκμπουάλου της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό στη γειτονική Ουγκάντα. Κατά τη μεταφορά της σορού πίσω στην πατρίδα της, το φέρετρο έσπασε και οι συγγενείς αναγκάστηκαν να μεταφέρουν το σώμα σε άλλο, καίγοντας το πρώτο.

Δέκα ημέρες αργότερα, όσοι συμμετείχαν στη διαδικασία είχαν αρρωστήσει και πέθαναν. Για τους κατοίκους της περιοχής δεν επρόκειτο για έναν ιό αλλά για μαγεία. Κάποιοι μάλιστα ισχυρίζονταν ότι το φέρετρο «πέταξε» και επέστρεψε για να πάρει όσους το είχαν αγγίξει.

Η ιστορία αυτή αποτυπώνει τη μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι υγειονομικές αρχές στην προσπάθεια περιορισμού της νέας επιδημίας Έμπολα στην κεντρική Αφρική: δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο έναν εξαιρετικά θανατηφόρο ιό, αλλά και τη δυσπιστία, τις δεισιδαιμονίες, την παραπληροφόρηση και την κατάρρευση των διεθνών μηχανισμών δημόσιας υγείας.

Η επιδημία, που ξέσπασε στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και επεκτάθηκε στην Ουγκάντα, έχει ήδη εξελιχθεί στη δεύτερη μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί. Μέχρι τις αρχές Ιουλίου είχαν επιβεβαιωθεί περισσότερα από 1.400 κρούσματα και περίπου 400 θάνατοι, ενώ οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η εξάπλωσή της είναι ταχύτερη από κάθε προηγούμενη εμπειρία.

Η περιοχή όπου εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα αποτελεί ιδανικό έδαφος για την εξάπλωση λοιμωδών νοσημάτων. Πρόκειται για μια απομονωμένη μεταλλευτική ζώνη, όπου συγκεντρώνονται χιλιάδες εσωτερικοί μετανάστες, ενώ η χρόνια φτώχεια, οι ένοπλες συγκρούσεις και η πολιτική αστάθεια έχουν αποδυναμώσει κάθε έννοια οργανωμένου συστήματος υγείας.

Τα πρώτα συμπτώματα του Έμπολα, όπως ο πυρετός και οι πόνοι στο σώμα, συχνά αποδίδονται στην ελονοσία, τη φυματίωση ή ακόμη και στις δύσκολες συνθήκες εργασίας στα ορυχεία, με αποτέλεσμα πολύτιμος χρόνος να χάνεται πριν γίνει η διάγνωση.

Η καθυστέρηση αυτή αποδείχθηκε καθοριστική. Το πρώτο επιβεβαιωμένο περιστατικό ήταν μια νοσηλεύτρια που εισήχθη σε νοσοκομείο με πυρετό, εμετούς και αιμορραγία. Τα τοπικά εργαστήρια δεν διέθεταν τον απαραίτητο εξοπλισμό και το δείγμα της χρειάστηκε να σταλεί στην πρωτεύουσα Κινσάσα. Μέχρι να επιβεβαιωθεί ότι επρόκειτο για Έμπολα, ο ιός είχε ήδη εξαπλωθεί στην κοινότητα και είχε περάσει τα σύνορα προς την Ουγκάντα.

Οι δυσκολίες όμως δεν περιορίζονται στις ελλείψεις των νοσοκομείων. Ο Έμπολα μεταδίδεται μέσω άμεσης επαφής με σωματικά υγρά, ενώ οι σοροί των θυμάτων είναι ιδιαίτερα μεταδοτικές. Ωστόσο, στις τοπικές κοινωνίες οι τελετές αποχαιρετισμού περιλαμβάνουν το άγγιγμα και την περιποίηση του νεκρού, γεγονός που δημιουργεί σοβαρές εστίες μετάδοσης. Σε αρκετές περιπτώσεις, μονάδες υγείας δέχθηκαν επιθέσεις από κατοίκους που θεωρούσαν ότι οι υγειονομικοί προσπαθούσαν να εμποδίσουν τις παραδόσεις τους.

Παράλληλα, οι επιστήμονες εκφράζουν έντονη ανησυχία για την αποδυνάμωση της διεθνούς συνεργασίας στην αντιμετώπιση επιδημιών. Όπως επισημαίνουν, μετά την πανδημία της COVID-19 πολλές χώρες περιόρισαν τις δαπάνες για τη δημόσια υγεία και την επιδημιολογική επιτήρηση, ενώ σημαντικές αλλαγές στην αμερικανική εξωτερική πολιτική έχουν μειώσει την οικονομική και τεχνική στήριξη που παραδοσιακά παρείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και η αναδιάρθρωση της USAID οδήγησαν σε περικοπές προσωπικού, περιορισμό των προγραμμάτων επιτήρησης και διάλυση δικτύων τοπικών συνεργατών που λειτουργούσαν ως σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για νέες επιδημίες. Ειδικοί που είχαν συμμετάσχει στην αντιμετώπιση της μεγάλης επιδημίας του 2014 υποστηρίζουν ότι, εάν αυτά τα δίκτυα παρέμεναν ενεργά, η νέα έξαρση πιθανότατα θα είχε εντοπιστεί πολύ νωρίτερα.

Την κατάσταση δυσχεραίνει και η φύση του ίδιου του ιού. Σε αντίθεση με την επιδημία του 2014, που οφειλόταν στο στέλεχος «ζαΐρ», η σημερινή έξαρση προκαλείται από το σπανιότερο στέλεχος «μπουντιμπούγιο». Τα υπάρχοντα εμβόλια, οι διαγνωστικές εξετάσεις και οι θεραπείες που αναπτύχθηκαν τα προηγούμενα χρόνια δεν είναι αποτελεσματικά απέναντί του, αναγκάζοντας τους επιστήμονες να ξεκινήσουν σχεδόν από την αρχή.

Ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη προσπάθειες ανάπτυξης νέων εμβολίων και θεραπειών. Το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, η Moderna και άλλοι οργανισμοί εργάζονται πάνω σε νέα υποψήφια εμβόλια, με τη χρηματοδότηση του διεθνούς οργανισμού CEPI, ο οποίος ανακοίνωσε επένδυση σχεδόν 62 εκατομμυρίων δολαρίων για την επιτάχυνση της έρευνας. Παράλληλα, δοκιμάζονται πειραματικές θεραπείες με μονοκλωνικά αντισώματα για τους πρώτους ασθενείς.

Οι ειδικοί επιμένουν ότι η τεχνογνωσία υπάρχει. Η εμπειρία από τον COVID-19 και τις προηγούμενες επιδημίες έχει προσφέρει πολύτιμα εργαλεία για την ανάπτυξη εμβολίων, την επιδημιολογική επιτήρηση και την ταχεία αντιμετώπιση νέων παθογόνων. Εκείνο που λείπει, όπως προειδοποιούν, είναι η σταθερή πολιτική βούληση και η συνεχής χρηματοδότηση, ώστε οι μηχανισμοί αυτοί να παραμένουν ενεργοί πριν ξεσπάσει η επόμενη κρίση και όχι μόνο όταν ο κόσμος βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με μια νέα επιδημία.