Ενώ η διεθνής προσοχή παραμένει στραμμένη στην καταστροφή της Γάζας, μια λιγότερο ορατή αλλά εξίσου σοβαρή ανθρωπιστική κρίση εξελίσσεται στη Δυτική Όχθη. Το παλαιστινιακό σύστημα υγείας βρίσκεται πλέον στα πρόθυρα κατάρρευσης, με ελλείψεις φαρμάκων, κλειστές κλινικές, απλήρωτο προσωπικό και χιλιάδες ασθενείς να αδυνατούν να λάβουν ακόμη και βασική ιατρική φροντίδα.

Σύμφωνα με το παλαιστινιακό υπουργείο Υγείας, το συνολικό χρέος του προς προμηθευτές και νοσοκομεία έχει φτάσει τα 2,6 δισεκατομμύρια σέκελ, ποσό σχεδόν ίσο με ολόκληρο τον ετήσιο προϋπολογισμό του υπουργείου για το 2025. Η κρίση δεν είναι αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα. Αντίθετα, αποτελεί προϊόν μιας σύνθετης πολιτικής και οικονομικής ασφυξίας που επιδεινώθηκε δραματικά μετά τον πόλεμο στη Γάζα, όπως επισημαίνει η εφημερίδα Haaretz.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η απόφαση της ισραηλινής κυβέρνησης να παρακρατεί σημαντικό μέρος των τελωνειακών εσόδων που εισπράττει για λογαριασμό της Παλαιστινιακής Αρχής. Τα έσοδα αυτά αποτελούν τη βασική πηγή χρηματοδότησης των δημόσιων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της υγείας. Παράλληλα, περίπου 170.000 Παλαιστίνιοι εργαζόμενοι έχουν αποκλειστεί από τις θέσεις εργασίας τους στο Ισραήλ μετά τον Οκτώβριο του 2023, στερώντας από χιλιάδες οικογένειες το κύριο εισόδημά τους.

Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές. Γιατροί και νοσηλευτές λαμβάνουν εδώ και χρόνια μόνο μέρος των μισθών τους. Από τον Μάιο, μεγάλο τμήμα του υγειονομικού προσωπικού έχει προχωρήσει σε κινητοποιήσεις, ενώ εκατοντάδες δημόσιες κλινικές λειτουργούν υποτυπωδώς ή έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους.

Η κατάσταση στα φαρμακεία είναι δραματική. Από τα περίπου 1.260 είδη φαρμάκων που προμηθεύεται συνήθως το υπουργείο Υγείας, μόνο 260 παραμένουν διαθέσιμα στις αποθήκες και στα ράφια. Οι ελλείψεις αφορούν ακόμη και σωτήρια φάρμακα για καρκινοπαθείς, νεφροπαθείς, διαβητικούς και ασθενείς με χρόνιες παθήσεις.

Για όσους διαθέτουν δημόσια ασφάλιση, η κατάσταση είναι συχνά αδιέξοδη. Τα φάρμακα μπορεί να υπάρχουν στην ιδιωτική αγορά, αλλά η φτώχεια και η ανεργία καθιστούν αδύνατη την αγορά τους. Ολοένα περισσότεροι ασθενείς καταφεύγουν σε δανεισμό ή σε οικονομική βοήθεια συγγενών και φίλων για να εξασφαλίσουν την αγωγή τους.

Την ίδια στιγμή, η κρίση επεκτείνεται και στα ιδιωτικά και μη κυβερνητικά νοσοκομεία, τα οποία στηρίζονται σε πληρωμές του παλαιστινιακού κράτους για να περιθάλπουν ασθενείς που παραπέμπονται από τα δημόσια νοσοκομεία. Καθώς τα χρέη συσσωρεύονται, πολλά ιδρύματα και ιδιωτικές κλινικές, δυσκολεύονται να καλύψουν μισθούς, λειτουργικά έξοδα και προμήθειες.

Οι δυσκολίες δεν περιορίζονται στα οικονομικά. Σύμφωνα με ανθρωπιστικές οργανώσεις και παλαιστινιακούς φορείς υγείας, το δίκτυο εκατοντάδων στρατιωτικών σημείων ελέγχου και οδοφραγμάτων στη Δυτική Όχθη καθυστερεί σημαντικά τη μεταφορά ασθενών και ασθενοφόρων. Σε πολλές περιπτώσεις, τραυματίες ή βαριά ασθενείς αναγκάζονται να μεταφέρονται από όχημα σε όχημα σε διαφορετικές πλευρές των σημείων ελέγχου, χάνοντας πολύτιμο χρόνο.

Η αποδυνάμωση οργανισμών όπως η UNRWA επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση. Η υπηρεσία του ΟΗΕ για τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες και άλλες διεθνείς οργανώσεις κάλυπταν επί δεκαετίες σημαντικό μέρος των αναγκών σε πρωτοβάθμια φροντίδα και κοινωνικές υπηρεσίες. Οι περιορισμοί στη λειτουργία τους αφήνουν πλέον κενά που το ήδη αποδυναμωμένο δημόσιο σύστημα αδυνατεί να καλύψει.

Πίσω από τη σημερινή κρίση βρίσκεται και ένα βαθύτερο διαρθρωτικό πρόβλημα. Ήδη από το 2013, έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας υπογράμμιζε ότι οι περιορισμοί που επιβάλλει η ισραηλινή κατοχή σε μεγάλο μέρος της Δυτικής Όχθης στερούν από την παλαιστινιακή οικονομία δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Η αδυναμία οικονομικής ανάπτυξης δημιούργησε χρόνια εξάρτηση από ξένη βοήθεια, η οποία τα τελευταία χρόνια μειώνεται σταθερά.

Σήμερα, οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις και οι έκτακτες δωρεές συμβάλλουν μόνο προσωρινά στην αποτροπή της πλήρους κατάρρευσης. Το μέγεθος του προβλήματος είναι πολύ μεγαλύτερο από τις διαθέσιμες ενισχύσεις.

Για χιλιάδες Παλαιστινίους, η κρίση αυτή  μετριέται με χαμένες θεραπείες,  αναβληθείσες επεμβάσεις,  παιδιά που δεν μπορούν να φτάσουν στις κλινικές και σε ασθενείς που αναγκάζονται να επιλέξουν ανάμεσα στην αγορά φαρμάκων και στις βασικές ανάγκες επιβίωσης.Το δίλημμα για πολλούς στη Δυτική Όχθη είναι: φαγητό ή φάρμακο;