Τα τελευταία χρόνια, ο Dry January έχει εξελιχθεί ως τάση: από τις μπάρες των μεγάλων πόλεων μέχρι τα wine lists των εστιατορίων, η αποχή από το αλκοόλ τον Ιανουάριο δεν αντιμετωπίζεται πια ως στέρηση, αλλά ως αφορμή επαναξιολόγησης του πως και γιατί πίνουμε.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο Dry January δεν γεννήθηκε ως τάση ευεξίας ούτε ως lifestyle μόδα. Παρά το γεγονός ότι αν κοιτάξουμε πίσω στον χρόνο θα διαπιστώσουμε πως υπήρχαν παρόμοιες πρωτοβουλίες νωρίτερα, επίσημα ξεκίνησε το 2013 στο Ηνωμένο Βασίλειο, από τον οργανισμό Alcohol Change UK, ως μια συγκεκριμένη, χρονικά περιορισμένη πρόταση, δηλαδή ένας μήνας χωρίς αλκοόλ, όχι για «κάθαρση», αλλά για παρατήρηση. Η αρχική του στόχευση ήταν απλή καθώς ο στόχος ήταν να δώσει στους ανθρώπους την ευκαιρία να δουν πώς επηρεάζει το αλκοόλ τον ύπνο, τη διάθεση, το σώμα και την καθημερινότητά τους, χωρίς να τους δεσμεύει με μια μόνιμη αποχή.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Αυτό που έχει σημασία είναι ότι από την αρχή ο Dry January δεν λειτούργησε ως απαγόρευση. Δεν δεσμεύτηκε να δώσει στους συμμετέχοντες κάποιον καλύτερο εαυτό ή ένα νέο ξεκίνημα. Υποσχέθηκε ένα πείραμα και ακριβώς γι’ αυτό επιβίωσε μέχρι σήμερα. Σε μια κουλτούρα, όπως η βρετανική, όπου το ποτό είναι βαθιά ενσωματωμένο στην καθημερινότητα, η προσωρινή αποχή λειτούργησε ως ασφαλής ζώνη δοκιμής, όχι ως δήλωση αποστασιοποίησης.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ουσιαστικά πρόκειται για μια ευκαιρία για «αποτοξίνωση» από το αλκοόλ μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς κι αν κάτι αξίζει να κρατήσει κανείς από τον Dry January, δεν είναι ο ίδιος ο μήνας. Είναι το γεγονός ότι για πρώτη φορά η αποχή από το αλκοόλ δεν χρειάζεται πια να δικαιολογηθεί, καθώς δεν σημαίνει απλά «δεν πίνω», αλλά «επιλέγω αλλιώς».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Κι ίσως εδώ βρίσκεται και η ουσία του φαινομένου. Όχι στο πόσοι συμμετέχουν, ούτε στο αν θα συνεχίσουν τους επόμενους μήνες. Το σημαντικό είναι ότι άνοιξε μια νέα συζήτηση γύρω από την κατανάλωση αλκοόλ λιγότερο απόλυτη, λιγότερο ανταγωνιστική και πιο προσγειωμένη στη σύγχρονη πραγματικότητα.
Στη γαστρονομία, η προσαρμογή στον Dry January μεταφράζεται σε ευθύνη. Όταν η αποχή γίνεται επιλογή του επισκέπτη, το εστιατόριο οφείλει να ανταποκριθεί αναγκαστικά. Όχι με πρόχειρα mocktails ή αναψυκτικά, αλλά με στοχευμένες προτάσεις, δηλαδή ποτά χωρίς αλκοόλ που έχουν λόγο ύπαρξης, γευστική συνοχή και θέση δίπλα στο φαγητό.
Ο Dry January δεν μπορεί και δεν θα αλλάξει τον κόσμο του ποτού από μόνος του. Δεν είναι επανάσταση. Είναι όμως ένας καθρέφτης. Και σε αυτόν τον καθρέφτη, η σύγχρονη κουλτούρα του ποτού βλέπει κάτι ενδιαφέρον: ότι το μέτρο και η επιλογή μπορούν να συνυπάρξουν με την απόλαυση, χωρίς να της αφαιρούν τίποτα.
Σήμερα, το φαινόμενο έχει εξελιχθεί σε ένα παγκόσμιο trend που επηρεάζει τη βιομηχανία του ποτού, την εστίαση και, κυρίως, τη σχέση μας με την κατανάλωση. Δεν πρόκειται πια μόνο για αποχή, αλλά για μια δοκιμή συνειδητότητας. Επιπλέον, τα no–alcohol και low–alcohol ποτά έχουν πάψει να είναι υποκατάστατα. Αποτελούν πλέον ξεχωριστή κατηγορία, με δική της τεχνογνωσία, πρώτες ύλες και φιλοσοφία. Αποστάγματα χωρίς αλκοόλ, fermented ροφήματα, botanical blends και προσεγμένα cordials δείχνουν ότι το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από την ένταση στην ακρίβεια.
Ο Dry January φέρνει επίσης στο προσκήνιο ένα ερώτημα που πλέον είναι αρκετά ώριμο: είναι το αλκοόλ πάντα απαραίτητο για να ολοκληρωθεί ένα γεύμα; Σε αρκετά σύγχρονα εστιατόρια τα pairing χωρίς αλκοόλ αντιμετωπίζονται με την ίδια σοβαρότητα όπως το κρασί. Όχι ως εξαίρεση, αλλά ως ισότιμη επιλογή. Αυτό σε καμία περίπτωση βέβαια δεν σημαίνει ότι το κρασί ή τα cocktails χάνουν τη θέση τους. Αντιθέτως, ο Dry January λειτουργεί ως υπενθύμιση. Όταν η κατανάλωση δεν είναι δεδομένη, η επιλογή γίνεται πιο συνειδητή. Το ένα ποτήρι αποκτά ξανά νόημα.
Στον κόσμο που ζούμε ο Dry January, όπως και κάθε άλλο trend, διατρέχει τον κίνδυνο να μετατραπεί σε lifestyle δήλωση χωρίς βάθος, σε έναν ακόμη κανόνα που ακολουθείται μηχανικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αποχή χάνει την ουσία της και γίνεται απλώς ημερολογιακή επανάληψη. Η πραγματική αξία αυτής της τάσης ωστόσο βρίσκεται αλλού: στο να ανοίξει τη συζήτηση για το πώς εντάσσεται το ποτό στην καθημερινότητα και στο τραπέζι, στο να επιτρέψει στον καταναλωτή να δοκιμάσει κι άλλες επιλογές χωρίς πίεση, χωρίς προσδοκία και κυρίως χωρίς ενοχές.
Για τη γαστρονομία, ο Dry January είναι μια ευκαιρία να επενδύσει η πρώτη στη δημιουργικότητα, να επανεξετάσει τις λίστες, να εκπαιδεύσει το προσωπικό και να σεβαστεί διαφορετικές επιλογές. Όχι μόνο για έναν μήνα, αλλά ως μόνιμο μέρος μιας πιο σύγχρονης κουλτούρας. Το ζήτημα έτσι κι αλλιώς δεν αφορά το αν θα πιει κανείς ή όχι, αλλά το πώς εντάσσει και σε ποιον βαθμό το αλκοόλ στη ζωή του. Κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που, για τη σύγχρονη γαστρονομία, ο Dry January δεν μπορεί πια να θεωρείται ένα περαστικό trend, αλλά χαρακτηριστική ένδειξη της ανάγκης αλλαγής της κουλτούρας σε βάθος.
