Νέα δεδομένα προστίθενται στην έρευνα για το διπλό έγκλημα στο Αίγιο, όπου μια γυναίκα και ο γιος της βρέθηκαν νεκροί μέσα στο σπίτι τους τα ξημερώματα της 9ης Ιουνίου. Ads Οι αστυνομικές Αρχές επιχειρούν πλέον να αξιοποιήσουν ακόμη και τις «έξυπνες» ηλεκτρονικές συσκευές της κατοικίας, την ώρα που ο προφυλακισμένος Ιταλός κατηγορούμενος προχωρά σε κινήσεις που προκαλούν αίσθηση, ζητώντας τη λήψη DNA από τον στενότερο φίλο του. Ads Παρότι από την πρώτη στιγμή οι ερευνητές θεωρούν τον 65χρονο υπεύθυνο για τη δολοφονία της συντρόφου του και του γιου της, ο ίδιος εξακολουθεί να αρνείται κάθε εμπλοκή, υποστηρίζοντας ότι κοιμόταν την ώρα του εγκλήματος και ξύπνησε λίγο μετά τις 11 το πρωί. Ads Την ίδια ώρα, οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. συνεχίζουν να εξετάζουν εξονυχιστικά το κινητό τηλέφωνό του, επιχειρώντας να εξακριβώσουν αν πράγματι παρέμεινε ανενεργό κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κοιμόταν. Ads Παράλληλα, η υπεράσπισή του έχει ήδη ορίσει τεχνικό σύμβουλο – ιατροδικαστή, ο οποίος θα συνδράμει στην εξέταση των στοιχείων της δικογραφίας.
Η ρομποτική σκούπα μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέταση της ρομποτικής σκούπας που βρισκόταν μέσα στο σπίτι, καθώς οι αστυνομικές και εγκληματολογικές υπηρεσίες εξετάζουν αν ενεργοποιήθηκε κατά τις κρίσιμες ώρες μετά τη δολοφονία.
Σύμφωνα με το αστυνομικό ρεπορτάζ του MEGA, οι ειδικοί ερευνούν εάν η συσκευή λειτούργησε είτε χειροκίνητα είτε μέσω εφαρμογής από κινητό τηλέφωνο, με σκοπό να καθαριστεί ο χώρος του εγκλήματος.
Η συγκεκριμένη συσκευή αποθηκεύει λεπτομερή στοιχεία λειτουργίας, όπως την ακριβή ώρα ενεργοποίησης, τη διάρκεια της χρήσης, αλλά και τη διαδρομή που ακολούθησε μέσα στο σπίτι.
Αν αποδειχθεί ότι τέθηκε σε λειτουργία πριν από τις 11 το πρωί, τότε το άλλοθι του κατηγορούμενου ενδέχεται να καταρρεύσει, καθώς εκείνες τις ώρες στο σπίτι βρίσκονταν μόνο ο ίδιος και τα δύο θύματα.
Η μέθοδος αυτή θυμίζει την υπόθεση των Γλυκών Νερών το 2021, όταν τα δεδομένα από το smartwatch του Μπάμπη Αναγνωστόπουλου συνέβαλαν στην ανατροπή των ισχυρισμών του.
Αντίστοιχα, αν η ανάλυση της ρομποτικής σκούπας αποδώσει κρίσιμα στοιχεία, θα πρόκειται για μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις διεθνώς όπου μια τέτοια συσκευή χρησιμοποιείται ως καθοριστικό ψηφιακό αποδεικτικό μέσο σε υπόθεση ανθρωποκτονίας. Τι ισχύει με το DNA
Παράλληλα, οι αστυνομικές πηγές διαψεύδουν τα σενάρια περί ύπαρξης άγνωστου ή «ορφανού» γενετικού υλικού που θα μπορούσε να παραπέμπει σε τρίτο δράστη.
Οι έρευνες εξακολουθούν να επικεντρώνονται στα ήδη γνωστά εργαστηριακά ευρήματα, μεταξύ των οποίων και το DNA της άτυχης γυναίκας που εντοπίστηκε στη σκανδάλη του όπλου.
Το ανατρεπτικό αίτημα του κατηγορούμενου
Αίσθηση προκαλεί, ωστόσο, το αίτημα που υπέβαλε προφορικά στην ανακρίτρια ο Ιταλός κατηγορούμενος, ζητώντας να ληφθεί δείγμα DNA από τον στενότερο φίλο του, ο οποίος θεωρείται βασικός μάρτυρας της υπόθεσης.
Πρόκειται για τον άνθρωπο που, ύστερα από τηλεφώνημα του ίδιου του κατηγορούμενου, έφτασε στη μονοκατοικία περίπου στις 11:30 το πρωί, αντίκρισε τα δύο πτώματα και ειδοποίησε αμέσως την Αστυνομία και το ΕΚΑΒ.
Οι αστυνομικές Αρχές αλλά και η δημοσιογραφική έρευνα ξεκαθαρίζουν ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν θεωρείται ύποπτος για συμμετοχή στο έγκλημα.
Αντίθετα, προκύπτει ότι εκείνο το πρωινό βρισκόταν στο Αίγιο για προγραμματισμένες ιατρικές εξετάσεις, ενώ το υλικό από κάμερες ασφαλείας επιβεβαιώνει πως κανένα τρίτο πρόσωπο δεν εισήλθε στη μονοκατοικία κατά τη διάρκεια της νύχτας. Γιατί ζητείται η εξέταση του φίλου του
Η υπεράσπιση του Ιταλού υποστηρίζει ότι το αίτημα δεν αποσκοπεί στην απόδοση ευθυνών στον φίλο του, αλλά στη διερεύνηση του γενετικού υλικού που εντοπίστηκε στο όπλο.
Ο συγκεκριμένος μάρτυρας έχει ήδη καταθέσει ότι στο παρελθόν είχε παραλάβει το όπλο προκειμένου να το επισκευάσει και να το επαναφέρει σε λειτουργική κατάσταση. Για τον λόγο αυτό, η πλευρά του κατηγορούμενου επιδιώκει να διαπιστωθεί εάν το συγκεκριμένο γενετικό αποτύπωμα προέρχεται από εκείνη την περίοδο, ώστε να αποκλειστεί κάθε σχετική αμφιβολία.
Πάντως, ειδικοί επισημαίνουν ότι το DNA δεν διατηρείται επ’ αόριστον στις επιφάνειες, αλλά παραμένει ανιχνεύσιμο μόνο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, στοιχείο που θα αξιολογηθεί από τα εγκληματολογικά εργαστήρια.
Παράλληλα, οι ερευνητές συνεχίζουν να εξετάζουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο 26χρονος επέστρεψε πρόσφατα από τη Γερμανία, αλλά και τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου περί «ψυχικών προβλημάτων» μέσα στην οικογένεια.