Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι σήμερα πιο αντιδημοφιλής από οποιαδήποτε άλλη στιγμή της πολιτικής του πορείας, ακόμη και σε σύγκριση με την περίοδο μετά τα γεγονότα της επίθεσης στο Καπιτώλιο τον Ιανουάριο του 2021 – ένα περιστατικό που ακόμα εξιστορείται ως ενδεικτικό της πολιτικής του «φιλοσοφίας» – αλλά και πιο πρόσφατα με την αδικαιολόγητη στρατιωτική σύμπλευση με το Ισραήλ κατά του Ιράν.

Σύμφωνα με τον μέσο όρο δημοσκοπήσεων του CNN (το λεγόμενο Poll of Polls), το ποσοστό αποδοχής του έχει υποχωρήσει στο 35%, επίπεδα που τον φέρνουν δίπλα σε εκείνα του Τζορτζ Μπους του νεώτερου – του μοναδικού προέδρου μετά τον Τζίμι Κάρτερ που παρέμεινε για μεγάλο διάστημα στη ζώνη του 30%-35%.

Η εξέλιξη αυτή αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής εκλογικής ήττας για τους Ρεπουμπλικανούς στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026, τονίζει το διεθνές ενημερωτικό δίκτυο.

Η πτώση της δημοτικότητας δεν ήταν απότομη, αλλά εξελίχθηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια των πρώτων 15 μηνών της νέας θητείας του.

Ωστόσο, ορισμένα γεγονότα λειτούργησαν καταλυτικά.

Η πρώτη σημαντική υποχώρηση σημειώθηκε σχεδόν αμέσως μετά την επιστροφή του στην εξουσία. Αν και ξεκίνησε με υψηλά ποσοστά – σε ορισμένες μετρήσεις άνω του 50% τον Ιανουάριο του 2025 – η λεγόμενη «περίοδος χάριτος» αποδείχθηκε εξαιρετικά σύντομη.

Μεταξύ των βασικών αιτιών θεωρούνται οι αμφιλεγόμενες απονομές χάριτος σε κατηγορούμενους για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου του ’21, καθώς και οι άτακτες περικοπές σε δημόσιες υπηρεσίες μέσω της υπηρεσίας κυβερνητικής αποδοτικότητας (DOGE) – τότε υπό τον Έλον Μασκ ως υπουργό «αποδοτικότητας».

Η επόμενη καθοριστική καμπή ήρθε τον Απρίλιο του 2025, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε ευρείας και παγκόσμιας κλίμακας δασμούς – την «Ημέρα Απελευθέρωσης» όπως ο ίδιος την αποκάλεσε τότε – οδηγώντας ουσιαστικά την χώρα του σε εμπορική σύγκρουση με ολόκληρο τον πλανήτη – κυριολεκτικά.

Αν και αρχικά υπήρχε ενδιαφέρον για τέτοιες πολιτικές, η κοινή γνώμη στράφηκε γρήγορα εναντίον του, με τη δημοτικότητα να υποχωρεί από το 45% στο 41% μέσα σε έναν μήνα. Αργότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε μεγάλο μέρος αυτών των μέτρων.

Η κατάσταση παρέμεινε σχετικά σταθερή για ένα διάστημα, παρά την ψήφιση μη δημοφιλών νομοθετικών πρωτοβουλιών και τις αντιδράσεις για τη διαχείριση της υπόθεσης Έπσταϊν.

Ωστόσο, νέα φθορά σημειώθηκε μετά την αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής, που κορυφώθηκε με περιστατικό στο Μινεάπολις, το οποίο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.

Το πιο πρόσφατο και καθοριστικό πλήγμα φαίνεται να είναι ο πόλεμος με το Ιράν, υπογραμμίζει το CNN.

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, το 61% των Αμερικανών τον θεωρεί λανθασμένη επιλογή.

Αν και η πτώση της δημοτικότητας δεν ήταν κατακόρυφη (από 38% σε 35%), η σύγκρουση φαίνεται να αποξένωσε ακόμη και μέρος των μέχρι πρότινος υποστηρικτών του, ενώ επιδείνωσε και την εικόνα του στην οικονομία.

Πέρα από τα επιμέρους γεγονότα, αναδεικνύονται τρεις βασικοί παράγοντες που εξηγούν την πτώση.

Πρώτον, η πολιτική προσέγγιση του Τραμπ χαρακτηρίζεται από υπερβολική αυτοπεποίθηση. Διακυβερνά σαν να διέθετε ισχυρή λαϊκή εντολή, παρότι δεν είχε εξασφαλίσει πλειοψηφία στην ψήφο των πολιτών. Πολλές αποφάσεις του κρίθηκαν υπερβολικές ή μονομερείς, ακόμη και σε τομείς όπου υπήρχε αρχικά στήριξη, όπως η μεταναστευτική πολιτική.

Δεύτερον, το μεγαλύτερο πλήγμα εντοπίζεται στο ζήτημα του κόστους ζωής. Οι δασμοί και κυρίως ο πόλεμος με το Ιράν οδήγησαν σε αύξηση των τιμών των καυσίμων – πάνω από 4 δολάρια το γαλόνι – με αποτέλεσμα η αξιολόγηση του Τραμπ για την οικονομία να υποχωρήσει στο ιστορικά χαμηλό 31%. Παράλληλα, έως και 70% των πολιτών δηλώνουν δυσαρεστημένοι με την προσπάθεια διαχείρισης του κόστους ζωής.

Τρίτον, καταγράφεται αίσθηση λανθασμένων προτεραιοτήτων. Οι πολίτες θεωρούν ότι ο πρόεδρος δεν έχει επικεντρωθεί αρκετά στα βασικά προβλήματα της καθημερινότητας. Οι δημοσκοπήσεις του CNN δείχνουν ότι περίπου τα δύο τρίτα των Αμερικανών πιστεύουν πως δεν έχει δώσει την απαιτούμενη προσοχή στα σημαντικότερα ζητήματα της χώρας.

Παράλληλα, έχει ενισχυθεί η αμφισβήτηση ως προς την ικανότητά του να διαχειριστεί κρίσιμα ζητήματα. Σε αντίθεση με την πρώτη του θητεία – όταν η ισχυρή οικονομία ενίσχυε την εικόνα του – σήμερα η εμπιστοσύνη των πολιτών έχει υποχωρήσει αισθητά.

Έρευνες του Pew Research Center δείχνουν ότι τουλάχιστον 60% των Αμερικανών δεν έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να λαμβάνει σωστές αποφάσεις σε τομείς όπως η εξωτερική πολιτική, η χρήση στρατιωτικής ισχύος και η λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας.

Επιπλέον, αυξάνονται οι ανησυχίες για τη διαύγεια και τη σταθερότητά του, με πρόσφατη δημοσκόπηση να δείχνει ότι το 61% των πολιτών – και ακόμη και το 30% των Ρεπουμπλικανών – θεωρούν ότι έχει γίνει πιο απρόβλεπτος με την ηλικία.

Παραδοσιακά, οι ενδιάμεσες εκλογές λειτουργούν ως έμμεσο δημοψήφισμα για τον εκάστοτε πρόεδρο. Όσο χαμηλότερη είναι η δημοτικότητά του, τόσο μεγαλύτερες είναι οι απώλειες για το κόμμα του.

Η ιστορία το επιβεβαιώνει: πρόεδροι με χαμηλή αποδοχή, όπως ο Χάρι Τρούμαν, ο Λίντον Τζόνσον, ο Ρόναλντ Ρίγκαν, ο Μπιλ Κλίντον, ο Τζορτζ Μπους, ο Μπαράκ Ομπάμα και ο ίδιος ο Τραμπ το 2018, υπέστησαν σημαντικές απώλειες στο Κογκρέσο.

Αντίθετα, όταν η αποδοχή ξεπερνά το 60%, οι απώλειες είναι περιορισμένες ή ανύπαρκτες.

Μια αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτέλεσαν οι εκλογές του 2022 επί Τζο Μπάιντεν, όπου η έκβαση επηρεάστηκε από ειδικούς παράγοντες, όπως η απόφαση για την νομική υπόθεση Roe v. Wade και η πολιτική αντιπαράθεση με τον Τραμπ.

Σήμερα, με τη δημοτικότητα του Τραμπ σε ιστορικά χαμηλά, οι Ρεπουμπλικανοί βρίσκονται αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο μιας δύσκολης ενδιάμεσης εκλογικής αναμέτρησης το 2026.