Δεν είμαι του μπάσκετ. Ωστόσο οι αλλεπάλληλες επιτυχίες των δύο μεγάλων, ελληνικών ομάδων με έσπρωξαν να βλέπω την μπασκέτα. Ο πρόσφατος θρίαμβος του Ολυμπιακού ανέδειξε το μπάσκετ ως το μέγιστο θέμα της επικαιρότητας.
Κάπως έτσι στη μνήμη των φιλάθλων παρέλασαν τα μεγάλα ονόματα που εκτόξευσαν αυτό το σπορ στο ρετιρέ των ενδιαφερόντων τους. Από τον Νίκο Γκάλη, τον Παναγιώτη Γιαννάκη και την παρέα τους που κατατρόπωσαν το μεγάλο φαβορί της Σοβιετικής Ενωσης. Από τότε όλα άλλαξαν. Και από εκείνη την ημέρα, ο εφτάχρονος Δημήτρης Διαμαντίδης στην αγαπημένη του Καστοριά, άρχισε να παίζει με το τόπι στις αλάνες.
Πού να φανταζόταν την μελλοντική, λαμπρή, διαδρομή του. Απίστευτη ιστορία. Και τι άνθρωπος. Σε σημείο που ο γίγαντας της προπονητικής Ζέλικο Ομπράντοβιτς να πει «θέλω το παιδί μου, ως άνθρωπος, να μοιάσει στον Διαμαντίδη»!
Μήνες τώρα προσπαθούσα να τον συναντήσω. Και κάθε τόσο, στο αγαπημένο cafe, το «Daily», έλεγα στον φίλο Γιώργο Ρεγγίνα «μπαγάσα, πάρε τον Διαμαντίδη τηλέφωνο». Κι εκείνος έπαιρνε, του μιλούσε και στη συνέχεια μου έλεγε «δύσκολο, πολύ δύσκολο, δεν του αρέσει να μιλάει».
Ο Ρεγγίνας, εμβληματική φυσιογνωμία τόσο στο μπάσκετ όσο και στον Παναθηναϊκό. «Βάζελος» μέχρι την τελευταία αναπνοή της ζωής του. Να ’ναι καλά και να τα χιλιάσει.
Με το πες-πες και με επίμονες προσπάθειες τελικά ο Διαμαντίδης είπε το μεγάλο «ναι». Και βρεθήκαμε. Και τα είπαμε. Και το πρώτο πράγμα που διάβασα στο βιογραφικό του είναι η ατελείωτη λίστα βραβείων, επαίνων, «παράσημων» και τίτλων. Μέχρι και βραβείο ζωντανού θρύλου έχει κερδίσει. Μια ματιά στη Wikipedia θα σας πείσει.
Τον είδα, λοιπόν, και όλα αυτά που μου είχαν πει γι’ αυτόν, επιβεβαιώθηκαν. Σεμνός, διακριτικός, εγκεφαλικός, συγκρατημένος, μετριόφρων. Μερικές από τις ατάκες του καρφώθηκαν στη μνήμη μου.
Ποια στιγμή η χειρότερή σου; «Η στιγμή που ο Σπανούλης βάζει τρίποντο με τσάκισε». Ποιο το κριτήριο; «Η σκληρή δουλειά, όχι μόνο το ταλέντο». Ποια η καλύτερη απόφασή σου; «Δόξα τω Θεώ, που επέλεξα Παναθηναϊκό και δικαιώθηκα».
Κλείσιμο
Και τι είναι αυτό που σε καθοδηγεί; «Πρέπει να είμαι προσγειωμένος και συγκεντρωμένος. Να αποδείξω ότι μπορώ να είμαι μέλος της ομάδας. Θα κάνεις την προσπάθειά σου να παίξεις, θα ματώσεις, θα σκυλιάσεις».
Και από τον Θανάση και τον Παύλο Γιαννακόπουλο τι θυμάσαι; «Το πρώτο πράγμα που με ρωτούσαν ήταν “τι κάνει η μανούλα σου; Τη μανούλα σου να προσέχεις”».
Και το πάθος; «Προσπαθώ να έχω μέτρο να μη με παρασύρει το πάθος, να μιλάει η λογική».
Κι εκείνο που τον έχει χαράξει ήταν μια επίσκεψη στην «Ελπίδα». Εκεί που συνάντησε τον μικρό, καρκινοπαθή Κωστάκη. Εκεί και το μεγάλο μάθημα με τα λόγια του προπονητή Αργύρη Πεδουλάκη: «Ζωή-θάνατος για ένα παιδάκι με καρκίνο. Κι εσύ αγχώνεσαι αν θα βάλεις καλάθι ή όχι».
Θυμάται πώς έφτασε να φορέσει την μπασκετική φανέλα με το τριφύλλι και απαντά γιατί επέλεξε τον Παναθηναϊκό ενώ τον ήθελε και ο Ολυμπιακός – Περιγράφει τη σχέση του με τους αείμνηστους Γιαννακόπουλους και τον Ομπράντοβιτς και αποκαλύπτει το μεγάλο του απωθημένο
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Σκηνή 1η: «Δεν είμαι τόσο ψηλός και στο σχολείο μέτριος μαθητής»
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ: Από την Καστοριά, ε;
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ: Από την Καστοριά. Και οι γονείς μου μένουν εκεί κι ο αδερφός μου μένει εκεί.
Δ.ΔΑΝ.: Η καταγωγή; Το -ίδης είναι από τον Πόντο;
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι, είναι ντόπιο. Απ’ όσα λίγα ξέρω, το όνομα πολύ παλιά ήταν Διαμαντόπουλος και άλλαξε. Ποντιακή φλέβα δεν έχω. Στην Καστοριά έμεινα μέχρι τα 19 μου. Τελείωσα το Λύκειο και έμεινα άλλον έναν χρόνο. Η Καστοριά για μένα είναι η πόλη μου, είναι η φίλοι μου. Πηγαίνω όσο πιο συχνά μπορώ. Εκεί είναι οι γονείς, ο αδερφός μου, οι καλοί μου φίλοι. Οι ρίζες είναι ρίζες. Στα 19 μου έφυγα και πήγα για πέντε χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Επαιξα στον Ηρακλή.
Δ.ΔΑΝ.: Μπάσκετ έπαιζες από μικρό παιδί; Κατ’ αρχάς ποιος είναι ψηλός στην οικογένεια; Ο παππούς, ο προπάππους, ο μπαμπάς;
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι και πολύ ψηλός, 1,85. Ούτε εγώ είμαι πολύ ψηλός.
Δ.ΔΑΝ.: 1,96 είσαι εσύ;
Δ.ΔΙΑΜ.: Δεν νομίζω, στο Διαδίκτυο που τα γράφουν λίγο τα φουσκώνουν. Πρέπει να είμαι εκεί στο 1,91-92. Εχω να μετρηθώ όμως πολλά χρόνια.
Δ.ΔΑΝ.: Και το μπάσκετ πώς προέκυψε;
Δ.ΔΙΑΜ.: Το μπάσκετ προέκυψε στην Καστοριά, στο σχολείο. Οπως όλα τα παιδιά που μεγαλώνουμε και παίζουμε μπάλα, έτσι κι εγώ, δεν έκανα κάτι φοβερό. Ξεκίνησα με ποδόσφαιρο, αλλά έπαιζα και μπάσκετ συγχρόνως. Στο ποδόσφαιρο έπαιζα τερματοφύλακας και αλλού στην άμυνα. Επαιζα και μπάσκετ. Και κάποια στιγμή, νομίζω στη Β’ Γυμνασίου, αποφάσισα να ασχοληθώ μόνο με το μπάσκετ.
Δ.ΔΑΝ.: Οι γονείς πώς αντιδράσανε;
Δ.ΔΙΑΜ.: Οι γονείς μου απλώς ήθελαν να βλέπουν χαρούμενο.
Δ.ΔΑΝ.: Σπάνιο αυτό. Γιατί οι γονείς θέλουν τα παιδιά τους να τελειώνουν πανεπιστήμιο, Πολυτεχνείο…
Δ.ΔΙΑΜ.: Εντάξει, προφανώς οι γονείς μου έλεγαν ότι το σχολείο πρέπει να είναι προτεραιότητά μου. Προσπαθούσα αλλά ήμουν μέτριος μαθητής. Δεν ήμουν παιδί που δημιουργούσε φασαρίες. Επειδή μου άρεσε το μπάσκετ, έδινα αρκετή προσοχή σε αυτό. Μου άρεσε να παίζω με τους φίλους μου, να πηγαίνω στην ομάδα μου, να κάνω προπόνηση. Από το 1993-94 άρχισα να παίζω παιδικά και εφηβικά. Ημουν στον Αθλητικό Σύλλογο Κάστορας. Μετά οι δύο τοπικοί σύλλογοι ενώθηκαν σε έναν και έγινε η Καστοριά. Και συνέχισα μέχρι το ανδρικό. Τότε ήρθε ένας προπονητής από τη Θεσσαλονίκη. Τότε ήμουν μικρός, έπαιζα με το εφηβικό. Ο προπονητής λοιπόν με κάλεσε να κάνω προπονήσεις και με την ανδρική ομάδα. Αρχισα να παίζω στη Γ’ Εθνική και το καλοκαίρι του 1999 αυτός ο προπονητής έφυγε από την Καστοριά και πήγε στη Θεσσαλονίκη, στον Ηρακλή, όπου ανέλαβε βοηθός προπονητή. Και μου πρότεινε να πάω να δοκιμαστώ. Πήγα δύο εβδομάδες δοκιμαστικά στον Ηρακλή και συνέχισα να κάνω τα βήματά μου σε μια επαγγελματική ομάδα.
Σκηνή 2η: Ομπράντοβιτς: «Θέλω το παιδί μου, ως άνθρωπος, να μοιάσει στον Διαμαντίδη»
Δ.ΔΑΝ.: Και από Καστοριά στη Θεσσαλονίκη
Δ.ΔΙΑΜ.: Ενα παιδί 19 ετών από μια μικρή επαρχιακή πόλη. Επρεπε να προσαρμοστώ σε ένα περιβάλλον που για μένα ήταν πολύ μεγάλο, διαφορετικό, δύσκολο, με πολύ λίγες παροχές που έδινε η ομάδα μου – απόλυτα λογικό βέβαια για την ηλικία μου. Θυμάμαι ότι ο πρώτος μου μισθός ήταν 200.000 δραχμές. Είχα να πληρώσω ενοίκιο, κοινόχρηστα, ρεύμα, φαγητό. Εκείνη την περίοδο με βοήθησαν οι γονείς μου. Επαιρνα προμήθειες από το σπίτι μου. Η μάνα μου έστελνε φαγητό για όλη την εβδομάδα με το ΚΤΕΛ Καστοριάς. Την πρώτη χρονιά την έβγαλα έτσι. Τη δεύτερη αυξήθηκε ο μισθός μου. Είχα τη δυνατότητα να πάω σε ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα.
Δ.ΔΑΝ.: Και τη θέση έπαιζες στην αρχή;
Δ.ΔΙΑΜ.: Εκεί, στα γκαρντ. Πιο πολύ πλέι μέικερ. Είναι σαν το δεκάρι στο ποδόσφαιρο. Ο παίκτης που προσπαθεί να ρυθμίζει το παιχνίδι, να βάζει τους συμπαίκτες του μέσα.
Δ.ΔΑΝ.: Περίπου ο Τσιάρτας του μπάσκετ – το λέω γιατί είμαι ΑΕΚτζής.
Δ.ΔΙΑΜ.: Αυτό προσπαθούσα. Αλλά πέρα από αυτό προσπαθούσα να εμπλουτίσω και το παιχνίδι μου περισσότερο.
Δ.ΔΑΝ.: Απ’ ό,τι ξέρω δεν δημιούργησες ποτέ σκάνδαλα, φασαρίες, τσακωμούς, αντιπαλότητες. Από τότε, παλιά.
Δ.ΔΙΑΜ.: Ε, εντάξει… Οχι. Οταν παίζεις μπάσκετ, είναι λογικό να υπάρχει τριβή, ένταση, να υπάρχουν μερικές φορές και οι στιγμές. που θα ρίξεις κάποιον κάτω, θα σπρώξεις, θα κάνεις φάουλ.
Δ.ΔΑΝ.: Αλλά δεν υπήρχαν ποτέ σκάνδαλα, δεν έκανες δηλώσεις, δεν μίλαγες ποτέ.
Δ.ΔΙΑΜ.: Προσπαθούσα να ήμουν εντάξει, να κάνω τη δουλειά μου και να μην προκαλώ.
Δ.ΔΑΝ.: Ο Ομπράντοβιτς είχε πει ότι «θέλω το παιδί μου, ως άνθρωπος, να μοιάσει στον Διαμαντίδη».
Δ.ΔΙΑΜ.: Εντάξει, αυτό ήταν τεράστια δήλωση. Θεωρώ ότι ο σεβασμός στον άλλον είναι κάτι που το κληρονομείς από την οικογένεια. Ο πατέρας μου, η μάνα μου με έμαθαν να σέβομαι τους ανθρώπους».
Δ.ΔΑΝ.: Τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου;
Δ.ΔΙΑΜ.: Με τη γούνα ασχολήθηκε. Το ίδιο και η μητέρα μου. Στην Καστοριά, ιδίως τα παλιά χρόνια, οι περισσότεροι με αυτό ασχολούνταν.
Δ.ΔΑΝ.: Οσο ήσουν στον Ηρακλή, ποια ήταν η καθημερινότητά σου;
Δ.ΔΙΑΜ.: Σπίτι – προπόνηση, σπίτι – προπόνηση, αυτό. Και καμία φορά με φίλους από την ομάδα.
Δ.ΔΑΝ.: Τότε είχες γνωρίσει τη Βερίνα;
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι, τη γυναίκα μου τη γνώρισα μετά, εδώ πέρα. Και το 2004 φεύγω από τον Ηρακλή. Ημουν 24 ετών.
Δ.ΔΑΝ.: Απ’ όλη αυτή την περίοδο στον Ηρακλή, πες μου ένα πράγμα που να σου έμεινε.
Δ.ΔΙΑΜ.: Εμένα όλη μου η ζωή εκεί ήταν το μπάσκετ. Ημουν αφοσιωμένος, στοχοπροσηλωμένος. Μου έμεινε ότι μόνο η σκληρή δουλειά και η σωστή νοοτροπία θα σε κάνουν να πας μπροστά.
Σκηνή 3η: Αυτός είναι ο δρόμος, δεν υπάρχει άλλος
Δ.ΔΑΝ.: Πιστεύεις κι εσύ αυτό που έλεγε ο σκηνοθέτης Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Οταν τον ρώτησαν αν το πλεονέκτημα είναι το ταλέντο, εκείνος είπε «όχι, το 95% είναι η σκληρή δουλειά».
Δ.ΔΙΑΜ.: Το πιστεύω αυτό. Δεν μπορώ να το βάλω σε ποσοστά, αλλά το θεωρώ απόλυτα σωστό. Το ταλέντο θα σε φτάσει μέχρι ένα σημείο. Πρέπει να δουλέψεις πολύ. Εκανα και προσωπικές προπονήσεις. Αυτό το είδα από συμπαίκτες μου που ήταν πιο μεγάλοι από μένα, που ήταν φτασμένοι, και τους έβλεπα που κάθονταν και έκαναν έξτρα προπόνηση. Κι εκεί που τους έβλεπα ήρθε ο προπονητής μου και μου λέει «αυτός είναι ο δρόμος, δεν υπάρχει άλλος δρόμος, δεν υπάρχει κάποια μαγική λύση για να μπορέσεις να εξελιχθείς».
Δ.ΔΑΝ.: Πες μου μια προσωπική σου στιγμή από αυτή την περίοδο. Τι σου έχει μείνει πέρα από το μπάσκετ;
Δ.ΔΙΑΜ.: Από εκείνα τα πέντε χρόνια στη Θεσσαλονίκη θα σου πω ότι μου έμεινε η παρέα μου με δύο φίλους μου που ήταν από την Καστοριά και σπούδαζαν εκεί. Οπότε έπαιρνα το λεωφορείο, το 32 ή το 31 και πήγαινα από το Γ’ Σώμα Στρατού στο σπίτι τους στα Λαδάδικα και τους έβλεπα. Ακόμα και τώρα τους βλέπω. Ο ένας έχει κοσμηματοπωλείο, ο άλλος ασχολείται με την εστίαση.
Δ.ΔΑΝ.: Και πώς σε βρίσκει ο Παναθηναϊκός και έρχεσαι Αθήνα;
Δ.ΔΙΑΜ.: Είχα έναν ατζέντη. Πρέπει να έχεις ατζέντη να σε εκπροσωπεί, να κάνει τη δουλειά που εσύ δεν μπορείς να κάνεις. Από την αρχή μέχρι το τέλος της καριέρας μου ήμουν με τους ίδιους ανθρώπους, ένα γραφείο με δύο ατζέντηδες.
Δ.ΔΑΝ.: Αρα είσαι πιστός στους ανθρώπους.
Δ.ΔΙΑΜ.: Δεν μου αρέσουν οι μεγάλες αλλαγές στη ζωή μου. Το 1999, την πρώτη μου χρονιά, δεν είχα ατζέντη. Από το 2000 μέχρι το 2016, που σταμάτησα, είχα τους δύο ανθρώπους αυτούς.
Δ.ΔΑΝ.: Πώς γίνεται λοιπόν η μετάβαση; Ξεκινήσαμε από την Καστοριά, κατέβηκες στη Θεσσαλονίκη και μετά κατεβαίνεις στην Αθήνα. Οσο ανεβαίνεις ως όνομα και ως αθλητής, κατεβαίνεις γεωγραφικά.
Δ.ΔΙΑΜ.: Ναι, και δεν είναι μόνο το κομμάτι το αθλητικό, είναι και το κομμάτι της ζωής. Είμαι ένας άνθρωπος που δύσκολα αλλάζει καταστάσεις ή δύσκολα αλλάζει από αυτό που κάνει στην καθημερινότητά του. Και μου φαινόταν βουνό αυτή η μετάβαση. Από την Καστοριά στη Θεσσαλονίκη, ακόμα πιο πολύ από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Προφανώς δυσκολεύεσαι να προσαρμοστείς, αλλά αυτή είναι και η μαγεία της ζωής, γιατί αλλιώς το έχεις στο μυαλό σου και αλλιώς είναι όταν θα μπεις μέσα. Θα παλέψεις γι’ αυτό, θα πιεστείς.
Δ.ΔΑΝ.: Σου προέκυψαν πολλές εκπλήξεις στη ζωή, ανατροπές; Γιατί το να έρθεις στην Αθήνα δεν είναι ανατροπή, είναι φυσική εξέλιξη.
Δ.ΔΙΑΜ.: Για μένα ήταν ανατροπή. Εγώ ποτέ δεν ονειρεύτηκα ότι θα παίξω μπάσκετ. Οτι θα παίξω σε μια ομάδα σαν τον Παναθηναϊκό, ότι θα είμαι μέλος της Εθνικής, ότι θα έχω επιτυχίες, ότι θα έχω χαρές απίστευτες. Ποτέ δεν το είχα φανταστεί.
Σκηνή 4η: «Με τον Γκάλη, τον Γιαννάκη και τους άλλους εμείς τα παιδιά ψάχναμε να βρούμε μια αλάνα να παίξουμε μπάσκετ»
Δ.ΔΑΝ.: Στην καθημερινότητά σου όλα ήταν φυσιολογικά, ομαλά;
Δ.ΔΙΑΜ.: Ναι, ομαλά. Με μικρά εμπόδια που είναι φυσιολογικά. Οταν φεύγεις από τη Θεσσαλονίκη, από μια ομάδα όπως είναι ο Ηρακλής και πας σε μια μεγάλη ομάδα όπως ο Παναθηναϊκός.
Δ.ΔΑΝ.: Κορυφαία ομάδα. Μαζί με τον Ολυμπιακό. Και τον Αρη.
Δ.ΔΙΑΜ.: Ο Αρης όχι, τότε δεν ήταν στο επίπεδο του Παναθηναϊκού.
Δ.ΔΑΝ.: Θαύμαζες τότε στη Θεσσαλονίκη τον Γκάλη, τον είχες θεό;
Δ.ΔΙΑΜ.: Θεό όχι, αλλά προφανώς η εθνική ομάδα του 1987 που πήρε το Πανευρωπαϊκό, ήταν το έναυσμα για εμάς να βγούμε να παίξουμε μπάσκετ. Τότε ήμουν εφτά. Εκεί που παίζεις μπάλα και γίνεται όλο αυτό -γιατί για την Ελλάδα δεν ήταν μόνο αθλητικό γεγονός, ήταν κάτι τεράστιο, εθνικό- τότε όλοι εμείς τα παιδιά ψάχναμε να βρούμε μια αλάνα να παίξουμε μπάσκετ. Γκάλης, Γιαννάκης, Φασούλας, Χριστοδούλου, Φιλίππου, Καμπούρης, Μέμος Ιωάννου, Λιβέρης Ανδρίτσος, αυτό που έκαναν όλοι αυτοί ήταν κάτι τεράστιο, μας έδωσαν το ερέθισμα να παίξουμε μπάσκετ. Τον Παναγιώτη Γιαννάκη τον είχα προπονητή μου στην Εθνική. Ηταν πραγματικά κάτι τεράστιο όχι μόνο για εμένα, αλλά για όλα τα παιδιά εκείνης της γενιάς. Με τον Νίκο Φιλίππου ακόμα και τώρα έχουμε εξαιρετικές σχέσεις, είναι φίλος μου. Δηλαδή δύο από αυτούς τους παικταράδες τους έζησα από πολύ κοντά.
Δ.ΔΑΝ.: Επομένως το έναυσμα ήταν το ’87, η νίκη της Εθνικής επί της Σοβιετικής Ενωσης. Πάμε λοιπόν σε αυτά που λέγαμε πριν. Ποιος έρχεται στον ατζέντη σου;
Δ.ΔΙΑΜ.: Ηρθε ο Παναθηναϊκός, ήρθε και ο Ολυμπιακός, ο οποίος εκδήλωσε ενδιαφέρον. Εκείνη την περίοδο, όμως, είχε κάποια θέματα διοικητικά που αφορούσαν το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Αν δεν κάνω λάθος ήταν ο κύριος Σωκράτης Κόκκαλης τότε που είχε πει ότι δεν θα ασχοληθεί με το μπάσκετ, θα σταματούσε. Υπήρχαν αυτές οι δύο προτάσεις, έκατσα μίλησα με τον Φραγκίσκο Αλβέρτη, είχα κάποιες επαφές με ανθρώπους του Παναθηναϊκού και θεώρησα ότι η καλύτερη επιλογή για μένα θα ήταν να πάω στον Παναθηναϊκό. Και δόξα τω Θεό δικαιώθηκα.
Δ.ΔΑΝ.: Δηλαδή αν πήγαινες στον Ολυμπιακό δεν θα είχες δικαιωθεί επίσης;
Δ.ΔΙΑΜ.: Δεν ξέρουμε πώς τα φέρνει η ζωή.
Δ.ΔΑΝ.: Και δεν μου λες, από τις 200.000 δραχμές που πήρες την πρώτη φορά στον Ηρακλή, πόσα πήρες την πρώτη φορά στον Παναθηναϊκό;
Δ.ΔΙΑΜ.: Το πρώτο συμβόλαιο με τον Παναθηναϊκό ήταν σε ευρώ πια και ήταν αρκετά μεγάλο ποσό.
Δ.ΔΑΝ.: Ενα εκατομμύριο ας πούμε;
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι, λιγότερο. Προφανώς αλλάζει η ζωή μου όλη, σε πολλούς τομείς. Οχι μόνο στο κομμάτι το μπασκετικό. Εχω κάποια χρήματα και πρέπει να κάνω σωστή διαχείριση. Επίσης δεν πρέπει το μυαλό μου να ξεφύγει. Πρέπει να είμαι προσγειωμένος και συγκεντρωμένος. Να αποδείξω ότι μπορώ να είμαι μέλος της ομάδας. Δεν είναι ότι σε παίρνει μια ομάδα, πρέπει να αποδείξεις κι εσύ ότι αξίζεις να είσαι εκεί.
Δ.ΔΑΝ.: Το πιο δύσκολο κομμάτι δεν είναι να πας, είναι να παραμείνεις. Οπως σε μία σχέση. Γνωρίζουμε μια γυναίκα, την αγαπάμε, αλλά το δύσκολο είναι να διαχειριστούμε αυτήν τη σχέση.
Δ.ΔΙΑΜ.: Ετσι ακριβώς. Και να μπορέσουμε να είμαστε εκεί πέρα και, κυρίως, στις δύσκολες στιγμές, εκεί φαίνεται ο άνθρωπος, εκεί κρίνεται.
Σκηνή 5η: «Σου παρουσιάζεται μισή ευκαιρία, θα πέσεις με τα μούτρα»
Δ.ΔΑΝ.: Πας λοιπόν στον Παναθηναϊκό, έχεις αυτά τα χρήματα, αλλάζει η ζωή σου, παίρνεις ένα ωραιότερο σπίτι. Πού μένεις τότε;
Δ.ΔΙΑΜ.: Στην Πεύκη, στα βόρεια προάστια, ήθελα να είμαι κοντά στο γήπεδο. Ηταν πολύ σημαντικό για μένα ότι στην ίδια πολυκατοικία, στον τρίτο όροφο, έμενε ο φίλος μου ο Νίκος Χατζηβρέττας, τον οποίο τον είχα συμπαίκτη και στον Ηρακλή και τώρα στον Παναθηναϊκό. Ηταν μεγάλη βοήθεια, κι αυτός και η γυναίκα του, που είχαν ήδη ένα παιδί. Με είχαν σαν δεύτερο παιδί τους. Με βοηθούσαν, με φαγητό, μαζί πηγαίναμε στις προπονήσεις. Πολλές ώρες της ζωής μας τις περνούσαμε μαζί. Κάτι να μου τύχαινε, κάτι να ήθελα, αμέσως ήξερα ότι υπήρχαν δύο άνθρωποι που θα με βοηθούσαν. Από το πιο μικρό μέχρι το μεγαλύτερο. Και φυσικά υπήρχε και η ομάδα μου που αν ζητούσα κάτι, θα ήταν εκεί.
Δ.ΔΑΝ.: Στο διαμέρισμα αυτό δεν βρέθηκες τυχαία φαντάζομαι.
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι, μου το κρατούσε ο Χατζηβρέττας. Ο Νίκος έπαιζε έναν χρόνο πριν από μένα στον Παναθηναϊκό, όταν ήμουν ακόμη στον Ηρακλή.
Δ.ΔΑΝ.: Κι αυτός από την Καστοριά ήταν;
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι, από τη Θεσσαλονίκη.
Δ.ΔΑΝ.: Βόρειος κι αυτός. Οι Βόρειοι, και στο τραγούδι το ελληνικό, έχουν παίξει μεγάλο ρόλο. Ο Σαββόπουλος φερ’ ειπείν. Οχι μόνο στο μπάσκετ, αλλά και στα καλλιτεχνικά.
Δ.ΔΙΑΜ.: Εγώ θα σου πω για το μπάσκετ. Πολλά παιδιά από τη γενιά τη δικιά μου είναι από τη βόρεια Ελλάδα, από τη Θεσσαλία και διέπρεψαν.
Δ.ΔΑΝ.: Αυτό πώς το εξηγείς; Επειδή είναι πιο «πεινασμένα»; Ενώ οι Αθηναίοι είναι λίγο πιο χαλαροί;
Δ.ΔΙΑΜ.: Δεν θα το έβαζα σε αυτή τη βάση. Το ακούω πάντως αυτό που λέτε ότι μπορεί να είναι «πεινασμένοι». Σου παρουσιάζεται μισή ευκαιρία, θα πέσεις με τα μούτρα.
Δ.ΔΑΝ.: Πιστεύεις ότι η δοκιμασία είναι το βασικότερο στοιχείο στη ζωή μας;
Δ.ΔΙΑΜ.: Δοκιμασίες θα βρούμε πολλές στη ζωή μας, μεγαλύτερες και μικρότερες. Το θέμα είναι πόσο ψυχικά έτοιμοι είμαστε να τις αντιμετωπίσουμε.
Δ.ΔΑΝ.: Σε ψυχολόγο έχεις πάει;
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι, εμείς ήμασταν τυχεροί γιατί στον Παναθηναϊκό είχαμε έναν άνθρωπο ο οποίος ήξερε από το κομμάτι αυτό και ήταν μεγάλη βοήθεια για εμάς. Ηταν ο γιατρός της ομάδας.
Δ.ΔΑΝ.: Για πες μου μια δοκιμασία μεγάλη από εκείνη την εποχή.
Δ.ΔΙΑΜ.: Για μένα δοκιμασία ήταν το να πας να αποδείξεις ότι από μια μεσαία ομάδα που ήταν ο Ηρακλής αξίζεις να είσαι σε μία ομάδα πρωταθλητισμού και να παίζεις με τους καλύτερους. Επρεπε να βρω τρόπο να ανταγωνιστώ τους καλύτερους.
Δ.ΔΑΝ.: Αισθάνθηκες αντιπαλότητα από τους συμπαίκτες σου;
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι, καμία απολύτως. Προφανώς μέσα στην ομάδα προσπαθείς να κάνεις το καλύτερο, να δείξεις στον προπονητή σου ότι αξίζεις να παίζεις περισσότερο, να έχεις όσο το δυνατόν περισσότερα λεπτά συμμετοχής. Δεν υπάρχει αντιπαλότητα. Θα κάνεις την προσπάθειά σου να παίξεις, θα ματώσεις, θα σκυλιάσεις και ο προπονητής, άμα δει ότι αξίζεις, θα σε βάλει.
Σκηνή 6η: «Το πρώτο πράγμα που με ρωτούσαν οι Γιαννακόπουλοι ήταν “τι κάνει η μανούλα σου; Τη μανούλα σου να προσέχεις”»
Δ.ΔΑΝ.: Προπονητής ήταν ο Ομπράντοβιτς τότε;
Δ.ΔΙΑΜ.: Βέβαια.
Δ.ΔΑΝ.: Ο Θανάσης Γιαννακόπουλος τι έλεγε;
Δ.ΔΙΑΜ.: Ο συγχωρεμένος ο Θανάσης και ο συγχωρεμένος ο Παύλος Γιαννακόπουλος ήταν δύο άνθρωποι που από την πρώτη στιγμή που έφτασα στην ομάδα του Παναθηναϊκού ήταν δίπλα μου – όχι μόνο σε μένα αλλά σε όλη την ομάδα. Και φρόντιζαν να μη μας λείψει τίποτα. Γενναιόδωροι, εξαιρετικοί άνθρωποι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, κάθε φορά που έρχονταν στην προπόνηση για να μας δουν, το πρώτο πράγμα που ρωτούσαν δεν ήταν για την ομάδα, θυμάμαι ότι με ρωτούσαν «τι κάνει η μανούλα σου;». «Τη μανούλα σου να προσέχεις».
Δ.ΔΑΝ.: Για πες μου για τους αντιπάλους σου. Τον τελικό του Ολυμπιακού τον είδες;
Δ.ΔΙΑΜ.: Εννοείται ότι τον είδα.
Δ.ΔΑΝ.: Αξιζε ο Ολυμπιακός να το πάρει;
Δ.ΔΙΑΜ.: Βάσει της συνολικής χρονιάς, θεωρώ ότι δίκαια κατέκτησε την Ευρωλίγκα. Ηταν η μόνη ομάδα που δεν είχε μεγάλα σκαμπανεβάσματα, ήταν σταθερή και κέρδισε την Ευρωλίγκα. Γιατί φέτος η διοργάνωση ήταν διαφορετική, με πιο πολλά παιχνίδια και ήταν κάτι καινούριο για όλους, με πολλούς τραυματισμούς. Ο Ολυμπιακός το διαχειρίστηκε πολύ σωστά.
Δ.ΔΑΝ.: Ο Μπαρτζώκας.
Δ.ΔΙΑΜ.: Ναι, προφανώς ο προπονητής έχει τεράστιο μερίδιο επιτυχίας σε μια κατάκτηση.
Δ.ΔΑΝ.: Θα έλεγες ότι ο Μπαρτζώκας είναι εξαιρετικός προπονητής;
Δ.ΔΙΑΜ.: Θα έλεγα ότι είναι ένας πάρα πολύ καλός προπονητής.
Δ.ΔΑΝ.: Ο δικός σας, ο Αταμάν;
Δ.ΔΙΑΜ.: Προφανώς είναι πάρα πολύ καλός προπονητής. Το δείχνει και το παρελθόν του, με πολλές κατακτήσεις Ευρωλίγκας, πολλές διακρίσεις. Εντάξει, απλά δεν ήταν φέτος η χρονιά του Παναθηναϊκού για λόγους τους οποίους ξέρουν αυτοί. Αλλά έτσι είναι ο αθλητισμός, με τα πάνω και τα κάτω του, τις νίκες και τις ήττες. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, το μόνο που πρέπει είναι να προχωράμε μπροστά.
Δ.ΔΑΝ.: Στη διάρκεια της αγωνιστικής σου διαδρομής, είχες πικρίες από τα αποτελέσματα;
Δ.ΔΙΑΜ.: Προφανώς, κάθε ήττα, κάθε χαμένος τίτλος είναι μια πικρία. Αλλά στον αθλητισμό δεν μπορείς να κερδίζεις πάντα. Και δόξα τω Θεώ, τα πιο πολλά μου χρόνια ήταν επιτυχημένα. Είχα πάρα πολλές χαρές.
Σκηνή 7η: «Η στιγμή που ο Σπανούλης βάζει τρίποντο με τσάκισε»
Δ.ΔΑΝ.: Μια ιδιαίτερη στιγμή στην αθλητική σου καριέρα πρέπει να ήταν με τον Σπανούλη που βάζει το τρίποντο.
Δ.ΔΙΑΜ.: Αυτή η στιγμή, λοιπόν, με τσάκισε! Εννοώ αθλητικά. Ηταν το τελευταίο μου παιχνίδι και χάσαμε με το τελευταίο σουτ του Βασίλη, το οποίο το έβαλε πάνω σ’ εμένα που τον έπαιζα άμυνα. Προφανώς δεν ήταν για μένα η καλύτερή μου αθλητική στιγμή, αλλά έτσι είναι ο αθλητισμός.
Δ.ΔΑΝ.: Ο Σπανούλης είναι φίλος σου;
Δ.ΔΙΑΜ.: Ο Σπανούλης είναι φίλος, ήμασταν και συμπαίκτες και στον Παναθηναϊκό και στην Εθνική.
Δ.ΔΑΝ.: Τον βλέπεις, κάνετε παρέα και τώρα;
Δ.ΔΙΑΜ.: Παραμένει φίλος, παρέα δεν κάνουμε πάρα πολύ, τις προάλλες τον είδα στον ημιτελικό του Final-4. Οποτε μπορούμε βρισκόμαστε, γιατί και αυτός τώρα είναι προπονητής. Εχουμε πολύ καλές σχέσεις.
Δ.ΔΑΝ.: Δεν σκέφτηκες ποτέ να αναλάβεις προπονητής;
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι, δεν το σκέφτηκα ποτέ γιατί θεωρώ ότι η ιδιοσυγκρασία μου, ο χαρακτήρας μου, δεν είναι για να γίνω προπονητής. Γιατί στο δικό μου το κεφάλι μέσα ο προπονητής δεν είναι καθαρά μόνο το αγωνιστικό κομμάτι. Πρέπει να είναι ψυχολόγος, πρέπει να είναι κακός μερικές φορές, πρέπει να είναι καλός, έχει να διαχειριστεί δώδεκα παίκτες. Με διαφορετική προσέγγιση γιατί είναι διαφορετικοί χαρακτήρες. Δεν θεωρώ ότι μπορώ εγώ να κάνω όλα αυτά τα πράγματα. Δεν θέλω να ασχοληθώ με την προπονητική.
Δ.ΔΑΝ.: Και τώρα με τι ασχολείσαι;
Δ.ΔΙΑΜ.: Αυτή τη στιγμή δεν ασχολούμαι με κάτι. Ημουν στην Ελληνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης, έχω φύγει εδώ και ένα δίμηνο – τρίμηνο και αυτή τη στιγμή δεν κάνω κάτι.
Δ.ΔΑΝ.: Δεν έχεις επιχειρήσεις;
Δ.ΔΙΑΜ.: Δεν ασχολούμαι με το επιχειρείν, όχι. Προσπαθώ να γεμίζω την καθημερινότητά μου με πράγματα που μου αρέσουν, είτε αυτό θα είναι γυμναστήριο, είτε αυτό θα είναι κάποια δουλειά που μπορεί να με ενδιαφέρει, κάτι μαζί με φίλους. Να είμαι με έναν φίλο μου, να μπορούμε να συζητάμε για μια δουλειά που σκεφτόμαστε να κάνουμε, τέτοια πράγματα. Αλλά κάτι συγκεκριμένο, κάτι χειροπιαστό αυτή τη στιγμή δεν έχω.
Δ.ΔΑΝ.: Στον ελεύθερο χρόνο σου, που τώρα είναι αρκετός, εκτός από τον αθλητισμό, ασχολείσαι με κάτι άλλο; Διαβάζεις, βλέπεις ταινίες, πας θέατρο, συναυλίες;
Δ.ΔΙΑΜ.: Θέατρο δεν πηγαίνω συστηματικά, πηγαίνω αν είναι κάποια παράσταση που μου αρέσει, κυρίως μου αρέσουν οι κωμωδίες. Σε συναυλίες πολύ σπάνια, δεν είμαι φαν. Κυρίως το πρωινό μου είναι ελεύθερο. Μετά έρχονται τα παιδιά στο σπίτι, έχουν κάποιες υποχρεώσεις. Ενα κορίτσι 13 και ένα αγόρι 12 ετών.
Δ.ΔΑΝ.: Ο γιος σου θα γίνει μπασκετμπολίστας αι αυτός;
Δ.ΔΙΑΜ.: Ο γιος μου θα γίνει ό,τι θέλει. Του αρέσει το μπάσκετ, ασχολείται.
Δ.ΔΑΝ.: Και θαυμαστής του μπαμπά.
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι, δεν είναι θαυμαστής του μπαμπά. Είναι πολύ μεγάλος φαν του μπασκετικού Παναθηναϊκού, έχει διάφορους παίκτες που του αρέσουν από την τωρινή ομάδα, όπως ο Κώστας Σλούκας, ο Κέντρικ Ναν, ο Ματίας Λεσόρ. Είναι παθιασμένος μέχρι στιγμής με το μπάσκετ, το αγαπάει. Προσπαθώ λίγο να του εξηγήσω ότι είναι απλά ένα παιχνίδι και επειδή δυστυχώς βλέπουν τα παιδιά πολλά άσχημα πράγματα, προσπαθώ να του εξηγήσω ποιο είναι το σωστό και ποιο είναι το λάθος.
Σκηνή 8: Στη ζωή μας θα πορεύομαστε και με τα λάθη μας
Δ.ΔΑΝ.: Είχες ανακατευτεί σε τσακωμούς με τους αντιπάλους;
Δ.ΔΙΑΜ.: Ε, είχα. Προφανώς είχα. Δεν γίνεται να μην έχεις. Αλλά στη ζωή μας υπάρχουν και τα λάθη και θα πορευόμαστε και με τα λάθη μας.
Δ.ΔΑΝ.: Θεωρείσαι πολύ σεμνός, διακριτικός άνθρωπος. Δύσκολα δίνεις συνεντεύξεις.
Δ.ΔΙΑΜ.: Θεωρώ ότι πρέπει να μιλήσω όταν πρέπει να πω κάτι. Δεν χρειάζεται να μιλάμε κάθε φορά.
Δ.ΔΑΝ.: Πώς αποφάσισες να σταματήσεις το μπάσκετ το 2016;
Δ.ΔΙΑΜ.: Ημουν 36 ετών. Θεώρησα πως ό,τι είχα να δώσω το έδωσα.
Δ.ΔΑΝ.: Το κουβέντιασες με κάποιον αυτό;
Δ.ΔΙΑΜ.: Δεν το κουβέντιασα ιδιαίτερα, νομίζω ότι μόνος μου πήρα την απόφαση. Είπα ότι θα σταματήσω και σταμάτησα. Δεν το συζήτησα πολύ, ούτε με τη γυναίκα μου. Μου είπε «κάνε αυτό που πιστεύεις ότι είναι καλύτερο για σένα». Δεν ήθελα να σταματήσω ως ένας παίκτης που θα έπαιζε δίλεπτα και τρίλεπτα.
Δ.ΔΑΝ.: Ηθελες να φύγεις όταν ήσουν στα ψηλά.
Δ.ΔΙΑΜ.: Δεν ήμουν. Αλλά ήμουν ΟΚ. Ενας παίκτης ο οποίος είχε έναν ρόλο σε μια ομάδα και σταμάτησε εκεί».
Δ.ΔΑΝ.: Τα περισσότερα τρίποντα σε ποιον αγώνα τα έβαλες, θυμάσαι;
Δ.ΔΙΑΜ.: Τώρα με δυσκολεύεις. Επειδή δεν έβαζα πολλά τρίποντα, δεν θυμάμαι. Νομίζω ότι σε ένα παιχνίδι με τη Μάλαγα για την Ευρωλίγκα, έβαλα τα περισσότερα, 6 ή 7 τρίποντα».
Δ.ΔΑΝ.: Τους περισσότερους πόντους;
Δ.ΔΙΑΜ.: Στο ίδιο παιχνίδι πρέπει να ήταν, πραγματικά δεν θυμάμαι πόντους και τέτοια.
Δ.ΔΑΝ.: Ο Ομπράντοβιτς σε θεωρούσε κορυφαίο, όλοι σε θεωρούσαν κορυφαίο, μη γελιόμαστε τώρα. Με τη γυναίκα σου είστε παντρεμένοι 13 χρόνια, σωστά;
Δ.ΔΙΑΜ.: Ναι, 13 χρόνια, όσο είναι και η κόρη μου. Γνωριστήκαμε, πορευτήκαμε, είπαμε ότι ταιριάζουμε για να κάνουμε οικογένεια.
Δ.ΔΑΝ.: Με το πάθος, όχι το ερωτικό, γενικά, έχεις καλή σχέση; Ή είναι όλα εγκεφαλικά;
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι, δεν είμαι άνθρωπος που παθιάζεται με κάτι. Προσπαθώ να έχω μέτρο στη ζωή μου και να μη με παρασύρει το πάθος, να μιλάει η λογική πιο πολύ.
Δ.ΔΑΝ.: Οταν έπαιζες, μέσα στο γήπεδο σκεφτόσουν προτού δώσεις τη μπάλα ή ήταν με το ένστικτο περισσότερο;
Δ.ΔΙΑΜ.: Και τα δύο. Και ένστικτο πρέπει να έχεις. Προφανώς και η εμπειρία, η βοήθεια των προπονητών σου, όλα αυτά σου δίνουν τα εφόδια ώστε να πάρεις την καλύτερη απόφαση μέσα στο γήπεδο. Το ένστικτο όντως παίζει σημαντικό ρόλο. Με την εμπειρία που αποκτάς μέσα από την τριβή, από τα παιχνίδια, έχεις πλέον όλο το πακέτο για να πάρεις την πιο σωστή απόφαση.
Δ.ΔΑΝ.: Από ξένες ομάδες πρέπει να είχες πολλές προτάσεις. Από τη Ρεάλ, από την Μπαρτσελόνα…
Δ.ΔΙΑΜ.: Οταν ήμουν στον Παναθηναϊκό, προφανώς υπήρχαν κρούσεις για μεταγραφή. Ημουν όμως σε μια ομάδα που ό,τι ήθελα εγώ, ό,τι είχα στο μυαλό μου, αυτή η ομάδα μου το είχε δώσει. Σε υψηλό επίπεδο έπαιζε, πάντα διεκδικούσε τίτλους, τα οικονομικά μου, δόξα τω Θεώ, ήταν μια χαρά και, κυρίως, το βασικό ήταν ότι εγώ εκεί ένιωθα όμορφα, με ανθρώπους που τους ήξερα τόσα χρόνια και ήταν πλέον σαν οικογένεια. Είχαμε μια τέτοια σχέση και αυτό ήταν ένα από τα μυστικά αυτής της ομάδας. Δεν ήταν οι συμπαίκτες μου, ήταν οι φίλοι μου, τους έβλεπα και έξω από το γήπεδο. Είχαμε κάτι μοναδικό, από τον συγχωρεμένο τον Παύλο και τον Θανάση μέχρι τον Ομπράντοβιτς. Γι’ αυτό νομίζω ότι αυτή η ομάδα είχε τόση επιτυχία.
Σκηνή 9: «Μία φορά μας δόθηκε η ευκαιρία να πάρουμε το Παγκόσμιο και τη χάσαμε»
Δ.ΔΑΝ.: Σου έχει μείνει κανένα απωθημένο;
Δ.ΔΙΑΜ.: Ναι, έχω ένα απωθημένο. Εχω ένα παιχνίδι που θα ήθελα να ξαναπαίξω. Ηταν με την εθνική ομάδα, ο τελικός με την Ισπανία που χάσαμε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα το 2006 στην Ιαπωνία. Επειδή είχαμε κερδίσει στον ημιτελικό την ομάδα της Αμερικής και ήταν κάτι σπουδαίο, τρομερό, θεωρώ ότι δεν μπορέσαμε να διαχειριστούμε τα συναισθήματά μας. Και σε δύο μέρες παίζαμε τελικό με την Ισπανία και μπήκαμε μέσα στο παιχνίδι εντελώς άδειοι από ενέργεια, από συγκέντρωση και απ’ όλα, και χάσαμε έναν τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το λέω αυτό με την έννοια ότι πόσες φορές θα σου δοθεί η ευκαιρία να πάρεις το Παγκόσμιο; Εμάς μας δόθηκε μία φορά και τη χάσαμε.
Δ.ΔΑΝ.: Πιστεύεις ότι το μπάσκετ μολύνεται από τα οικονομικά; Ολη η ιστορία αυτή με τα λεφτά, με το promotion, με τα διαφημιστικά;
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι, δεν θεωρώ ότι μολύνεται, θεωρώ ότι έτσι είναι το παιχνίδι. Δίχως οικονομικό έρεισμα δεν μπορείς να κάνεις κάτι.
Δ.ΔΑΝ.: Το κίνητρο δεν είναι η ομάδα, η φανέλα; Είναι τα λεφτά;
Δ.ΔΙΑΜ.: Προφανώς όταν κάνεις μια δουλειά, αμείβεσαι.
Δ.ΔΑΝ.: Ναι, αλλά πρώτα δεν θα πρέπει να είναι η φανέλα και όχι το πορτοφόλι;
Δ.ΔΙΑΜ.: Δεν το βάζω έτσι, το βλέπω διαφορετικά. Ο καθένας κάνει μια δουλειά, εμένα η δουλειά μου είναι να παίξω μπάσκετ. Θέλω να παίξω, να διακριθώ. Μέσα στο κομμάτι της διάκρισης και του να παίξω, υπάρχει και μια αμοιβή. Το πρώτο κίνητρο πρέπει να είναι να παίξεις και να διακριθείς. Η φανέλα, η διάκριση, όλα αυτά. Και προφανώς μέσα σε αυτά υπάρχει και η οικονομική απολαβή.
Δ.ΔΑΝ.: Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή στην καριέρα σου; Μια στιγμή που σε καθήλωσε λίγο, σε στεναχώρησε; Σε όλα τα επίπεδα, όχι μόνο επαγγελματικά.
Δ.ΔΙΑΜ.: Κάθε Χριστούγεννα η ομάδα πήγαινε στο αντικαρκινικό του Παίδων, στην «Ελπίδα». Εκεί πέρα, λοιπόν, εγώ είχα γνωρίσει ένα αγόρι που έδινε τη μάχη του και δυστυχώς πριν από 3-4 χρόνια ο Κωνσταντίνος «έφυγε», στα 24-25. Και θυμάμαι ότι ο Αργύρης Πεδουλάκης, ο προπονητής μας, είπε ένα πολύ σωστό πράγμα και θέλω να το ξαναπώ. Θυμάμαι ότι παίζαμε ένα πολύ κρίσιμο παιχνίδι με την Μπαρτσελόνα, αν κερδίζαμε θα πηγαίναμε στο Final-4 του 2013. Και ήταν όλη η ομάδα πολύ αγχωμένη γιατί κάποια παιδιά δεν είχαν την εμπειρία να διαχειριστούν όλο αυτό. Ερχεται μέσα αποδυτήρια και μας κοιτάει και μας λέει το εξής: «Σας βλέπω αγχωμένους. Είναι λογικό, φυσιολογικό, αλλά θέλω να σας πω κάτι. Αν εμείς είμαστε αγχωμένοι, φανταστείτε τη μαμά και τον μπαμπά που είδαμε στην “Ελπίδα”, και έχει μέσα το παιδάκι του που δίνει μάχη για τη ζωή του. Κι εμείς εδώ καθόμαστε και αγχωνόμαστε αν θα βάλουμε το καλάθι ή θα παίξουμε μια καλή άμυνα”. Και ήταν πραγματικά μια κουβέντα που μου έχει μείνει. Ζωή – θάνατος. Κι εσύ αγχώνεσαι αν θα βάλεις καλάθι ή όχι.
Δ.ΔΑΝ.: Αν ένα κόμμα σού έκανε πρόταση να σε βάλει υποψήφιο βουλευτή;
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι, δεν είμαι άνθρωπος ο οποίος θέλει να ασχοληθεί με την πολιτική.
Δ.ΔΑΝ.: Σου έχουν κάνει ποτέ πρόταση;
Δ.ΔΙΑΜ.: Μου έχει γίνει μια βολιδοσκόπηση αλλά δεν θέλω να ασχοληθώ. Προφανώς είμαι ενεργός πολίτης, παρακολουθώ το τι γίνεται στη χώρα μου και στον κόσμο, αλλά δεν θεωρώ ότι όλοι είμαστε για όλα. Ο καθένας εκεί που ξέρει.
Δ.ΔΑΝ.: Πώς τα βλέπεις τα πράγματα σήμερα;
Δ.ΔΙΑΜ.: Τα έχουμε δει και χειρότερα. Προφανώς ο κόσμος δυσκολεύεται. Δόξα τω Θεώ εγώ δεν έχω τέτοιο πρόβλημα, αλλά ας πούμε έχω φίλους, μιλάω με τους γονείς μου στην Καστοριά. Η ακρίβεια νομίζω ότι είναι το Νο 1 πρόβλημα αυτή τη στιγμή για τον κόσμο. Εγώ θέλω ο κόσμος να περνάει καλύτερα, να είναι πιο ευτυχισμένος – προφανώς δεν ξέρω τον τρόπο για να γίνει αυτό, ελπίζω ότι οι αρμόδιοι ξέρουν τι να κάνουν.
Επίλογος: «Οταν έμπαινα στο γήπεδο, ήθελα να τους φάω, να τους κερδίσω. Και προφανώς αυτοί το ίδιο ήθελαν για μένα»
Στο φινάλε αυτής της συνάντησης, το έστριψα κατά μεριά πολιτικής
Δ.ΔΑΝ.: Είναι καλύτερα τώρα με τον Κυριάκο ή όχι;
Δ.ΔΙΑΜ.: Προφανώς έχουν γίνει πράγματα, αλλά νομίζω ότι και οι ίδιοι, απ’ ό,τι διαβάζω και ακούω, θέλουν να γίνουν ακόμα περισσότερα.
Δ.ΔΑΝ.: Δεν ήσουν ποτέ σε κάποια πολιτική νεολαία; Ηταν οι γονείς σου πολιτικοποιημένοι;
Δ.ΔΙΑΜ.: Οχι, καμία σχέση με την πολιτική. Προφανώς ψηφίζουν οι άνθρωποι, αλλά δεν ασχολήθηκαν με την πολιτική, ούτε αυτοί ούτε εγώ. Προσπαθώ να βλέπω τι γίνεται, παρακολουθώ τα πράγματα, προσπαθώ να ενημερώνομαι όσο το δυνατό περισσότερο.
Δ.ΔΑΝ.: Κάνεις παρέα με τους παλιούς Ολυμπιακούς, με τον Πρίντεζη, με τον Παπαλουκά…
Δ.ΔΙΑΜ.: Κάνω παρέα, ναι. Το ότι είμαστε Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός δεν σημαίνει ότι έχουμε να χωρίσουμε κάτι και θα σφαχτούμε. Προφανώς όταν έμπαινα στο γήπεδο, ήθελα να τους φάω, να τους κερδίσω. Και προφανώς αυτοί το ίδιο ήθελαν για μένα.
Δ.ΔΑΝ.: Αυτή η αντιπαλότητα, όμως ,ανάμεσα στις δύο ομάδες, δεν είναι κάπως τοξική;
Δ.ΔΙΑΜ.: Προφανώς το Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός είναι πολύ τοξικό, με την έννοια ότι υπάρχει πολύ μεγάλη αντιπαλότητα. Οσο μπορούν οι παίκτες και οι παράγοντες να κρατάνε ένα καλό επίπεδο τόσο πιστεύω ότι θα βελτιωνόμαστε. Είμαστε οι «αιώνιοι» αντίπαλοι, αλλά παίζουμε ένα άθλημα, ένα παιχνίδι και θέλουμε να κερδίσουμε, με πάθος, με ένταση, δεν θα σκοτωθούμε, δεν θα πάμε να πλακωθούμε, να βρίσουμε.
Δ.ΔΑΝ.: Τι θα συμβούλευες ένα παιδί που σκέφτεται να γίνει παίκτης του μπάσκετ;
Δ.ΔΙΑΜ.: Αυτό που είπα στην αρχή, ότι μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Αμα θέλεις να παίξει μπάσκετ, το ζήτημα για μένα είναι πόσο το αγαπάς, πόσο προσπαθείς, πόσο είσαι προσηλωμένος και αν είσαι διατεθειμένος να κάνεις θυσίες για να φτάσεις εκεί που ονειρεύεσαι.
Δ.ΔΑΝ.: Ο σημαντικότερος άνθρωπος που συνάντησες στη ζωή σου;
Δ.ΔΙΑΜ.: Στο κομμάτι το μπασκετικό, ο Ομπράντοβιτς για μένα είναι ο κορυφαίος. Στο κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων, είναι πολλοί άνθρωποι. Είναι προφανώς η οικογένειά μου. Τα παιδιά μου για μένα είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Προσπαθώ όσο το δυνατόν να είμαι δίπλα τους, να είμαι το σωστό παράδειγμα.
Δ.ΔΑΝ.: Το «Χταπόδι» πώς προέκυψε; Λόγω των χεριών σου;
Δ.ΔΙΑΜ.: Είναι υπερβολές.
Δ.ΔΑΝ.: Δεν είναι κάτι κακό.
Δ.ΔΙΑΜ.: Δεν λέω ότι είναι κακό, αλλά είναι λίγο υπερβολικό.
Είχε περάσει μία ώρα και κάτι ψιλά. Είχαμε εξαντληθεί. Και τη στιγμή του αποχαιρετισμού, έτσι για πλάκα, τον ρώτησα «Σου αρέσει το χταπόδι;». Η απάντηση αυτονόητη: «Μου αρέσει να το τρώω, ναι». Και σε ποιον δεν αρέσει; Αφού, φυσικά, πρώτα το κοπανήσεις!
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
